Τα θέατρα στην περιοχή των Τρικάλων (Εστιαιότιδα) και τη Δυτ. Θεσσαλία κατά την αρχαιότητα

Δείτε και άλλα θέματα στην ενότητα:
 Τα θέατρα στην περιοχή των Τρικάλων (Εστιαιότιδα) και τη Δυτ. Θεσσαλία κατά την αρχαιότητα

Θέμα χρόνου και έρευνας ο εντοπισμός και η αποκάλυψη αρχαίων θεάτρων στη δυτική Θεσσαλία (Τρίκκη, περιοχή Γόμφων και Πέλλινας)


Το θέατρο, ως αποτέλεσμα του χορού, της μίμησης και του διαλόγου κατά τις θρησκευτικές γιορτές που γίνονταν για να τιμήσουν τον Διόνυσο, συνδέθηκε αρχικά με τη λατρεία του θεού, την καρποφορία της γης, τη χαρά της ζωής.

Στη συνέχεια, μέγιστη υπήρξε η συμβολή των πολιτών της Αθήνας στην ανάπτυξη του θεάτρου, ως μορφή τέχνης και ως αρχιτεκτονικό δημιούργημα. Το θέατρο συνδέθηκε με την Αθήνα, το πολίτευμα της δημοκρατίας και τη διαμόρφωση των δημοκρατικών θεσμών.

Το αρχαίο ελληνικό θέατρο, όπως το γνωρίζουμε, αναφέρει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ο Λεωνίδας Π. Χατζηαγγελάκης, αρχαιολόγος, επίτιμος Διευθυντής Αρχαιοτήτων (Δυτικής Θεσσαλίας), αποτελεί τον θεμελιακό θεσμό της αρχαίας ελληνικής πόλης - κράτους, που γεννήθηκε στα τέλη της αρχαϊκής περιόδου και διαμορφώθηκε πλήρως κατά την κλασική περίοδο.

Στο μεταίχμιο του 6ου προς τον 5ο αι. π.Χ. οι νέες μορφές κοινωνικής οργάνωσης δημιουργούν καινοτομίες και στην τέχνη, όπως την εισαγωγή του δράματος ως καλλιτεχνική έκφραση που συνδυάζει την κίνηση, τον λόγο, τη μουσική και αποτελεί τη μέθεξη πολλών ανθρώπων που βιώνουν το πολίτευμα της δημοκρατίας. Θεωρείται παραδεκτό ότι σε κάθε πόλη και σε κάθε ιερό υπήρχε κάποιο θέατρο.


Στη Θεσσαλία, σύμφωνα με τον ίδιο, θέατρα γνωστά είναι αυτά της Λάρισας (το α΄ και το β΄), της Δημητριάδας, των Φθιωτίδων Θηβών, όλα στην ανατολική πλευρά του διαμερίσματος.

Είναι πολύ πιθανό και στο χώρο της δυτικής Θεσσαλίας να υπάρχουν αρχαία θέατρα που δεν έχουν ακόμη εντοπιστεί, αποκαλυφθεί και καταγραφεί, δεν παραλείπει να διευκρινίσει.


Όπως αναφέρεται και στον επίλογο, εφόσον η θεατρική τέχνη και τα αρχαία θεατρικά κτίσματα έχουν άμεση, πρωτογενή συνάφεια με τις γιορτές και τα δρώμενα που διοργανώνονταν σε ανοιχτούς χώρους προς τιμή του θεού Διόνυσου, του θεού της γονιμότητας, της καρποφορίας, του οίνου και της ευωχίας, θα ήταν παράδοξο και «ασεβές» για τους πολίτες των αρχαίων πόλεων της δυτικής Θεσσαλίας, των τετράδων της Εστιαιώτιδας και της Θεσσαλιώτιδας, να μη διοργανώνουν ανάλογες δραστηριότητες.

Να μη συμμετέχουν σε δρώμενα και σε θεατρικές παραστάσεις, να μην έχουν προβεί στην κατασκευή ανάλογων θεατρικών οικοδομημάτων, όπως οι πολίτες των άλλων αρχαίων Ελληνικών πόλεων.



Τρικκαίων Πόλις - η Ιερή Αρχαία Πόλη

Η αρχαία Τρίκκη ταυτίζεται με τη σημερινή πόλη των Τρικάλων. Ονομάστηκε έτσι από τη νύμφη Τρίκκη, κόρη του Πηνειού ή κατ’ άλλους του Ασωπού ποταμού. Από τις αρχαίες πηγές, αλλά και τις επιγραφικές μαρτυρίες παραδίδεται ότι η πόλη ήταν ιερή και συσχετιζόταν με τη λατρεία του Ασκληπιού.

Η θέση της πόλης, στην αριστερή όχθη του Ληθαίου ποταμού, είχε στρατηγική σημασία, καθότι κτισμένη στις υπώρειες μιας χαμηλής προβολής των Χασίων, όπου η ακρόπολη της Τρίκκης και σήμερα το «Κάστρο», ασκούσε τον έλεγχο στις διαβάσεις από την Ήπειρο προς τη Θεσσαλία.

Η ταύτιση της αρχαίας πόλης με τα σημερινά Τρίκαλα επιβεβαιώθηκε από τμήμα ενεπίγραφης στήλης, τέλος 3ου αιώνα π.Χ., που βρέθηκε στον χώρο του Ασκληπιείου. Σύμφωνα με επιφανειακές και ανασκαφικές έρευνες διαπιστώνονται δραστηριότητες και εγκαταστάσεις ήδη από την πρώιμη εποχή του χαλκού μέχρι τα Ιστορικά χρόνια. Η Τρίκκη συμμετείχε στον Τρωικό πόλεμο με τριάντα πλοία με αρχηγούς τους γιατρούς Μαχάωνα και Ποδαλείριο, γιούς του Ασκληπιού. Έπεσε στα χέρια των Περσών το 480 π.Χ., ενώ το 352 π. Χ. περιήλθε στην κυριαρχία του Φιλίππου Β΄ της Μακεδονίας.


Στους Ελληνιστικούς και Ρωμαϊκούς χρόνους η πόλη γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη, πολιτισμική και οικονομική. Από τις παλιές, αλλά και τις νεότερες ανασκαφικές έρευνες, στην αρχαία Τρίκκη παρατηρείται ένα οργανωμένο σύνολο δημοσίων και ιδιωτικών κτηρίων, τα οποία είχαν ιδρυθεί με βάση ένα συγκεκριμένο πολεοδομικό σχέδιο. Έχουν αποκαλυφθεί τμήματα του πολεοδομικού ιστού με δρόμους παράλληλους μεταξύ τους και εκατέρωθεν αυτών στα οικοδομικά τετράγωνα τμήματα μεγάλων οικοδομημάτων. Ακόμη, οι σωστικού χαρακτήρα ανασκαφικές έρευνες έφεραν στο φως τμήματα συγκροτήματος κτηρίων Ελληνιστικών και Ρωμαϊκών χρόνων που αποδίδονται στο Ασκληπιείο Τρίκκης.

Όπως στοά Ελληνιστικών χρόνων, που ταυτίζεται με το Γυμνάσιο της αρχαίας πόλης, τμήμα λουτρού Ρωμαϊκών χρόνων και μεγάλο δρομικό Ελληνιστικό κτήριο, παράλληλο προς το γυμνάσιο, με δύο οικοδομικές φάσεις και με ψηφιδωτά δάπεδα. Ενδιαφέρον παρουσιάζει για την περίπτωση που εξετάζουμε το θέμα του ενός δαπέδου, καθώς συνδέεται με το Διονυσιακό κύκλο και το μύθο, που είναι γνωστός ήδη από τον Όμηρο, αφού στην παράσταση κυριαρχεί η μορφή του μυθικού βασιλιά της Θράκης Λυκούργου να επιτίθεται με το διπλό πέλεκυ με μανία στη νύμφη Αμβροσία, την τροφό του Διόνυσου.

Στην περίπτωση αυτή το ενδιαφέρον εστιάζεται στη Διονυσιακή λατρεία με τη συνακόλουθη λατρεία του Ασκληπιού. Επειδή θεωρούνταν ότι οι εκδηλώσεις ψυχαγωγίας είχαν ευεργετική επίδραση στην ψυχική υγεία των ασθενών, στα ιερά προστέθηκαν με τον χρόνο θέατρα, γυμνάσια και παλαίστρες. Ακόμη, στις ελεύθερες αγορές, που προορίζονταν για την πολιτική και θρησκευτική ζωή των ελεύθερων πολιτών, ιδρύονταν ιερά για τις θρησκευτικές ανάγκες της πόλης. Ίσως σε κάποιες περιπτώσεις το συγκρότημα του ιερού της λατρευόμενης θεότητας να απλωνόταν σε όλη την έκταση της ελεύθερης αγοράς και έτσι οι έννοιες της ελεύθερης αγοράς και του ιερού να συνυπήρχαν.

Ενδεχομένως στην αρχαία Τρίκκη, ιερή πόλη του Ασκληπιού, η ελεύθερη αγορά και το Ασκληπιείο να ταυτίζονταν και τα κτήρια του Ασκληπιείου να είχαν δημιουργηθεί στον χώρο της ελεύθερης αγοράς και να αποτελούσαν την εστία της θρησκευτικής και πολιτικής ζωής του τόπου. Τα πιο πάνω συγκροτήματα βρίσκονται στο επίπεδο τμήμα της αρχαίας πόλης, νότια και μπροστά από την ακρόπολη, στον λόφο «Κάστρο», στην παλιά συνοικία «Βαρούσι».


Πιθανή Θέση Θεάτρου

Έτσι, η πολύ πιθανή ύπαρξη θεάτρου και στην αρχαία Τρίκκη βρίσκεται σε συνάρτηση με όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν. Άλλωστε τα νότια, Ν.Δ πρανή του λόφου «Κάστρο» και τα πρανή του παρακείμενου στα ανατολικά λόφου δημιουργούν τις φυσικές προϋποθέσεις για τη δημιουργία και τη λειτουργία θεάτρου.



Δύο είναι οι πιθανές θέσεις, η μία στη νότια, ΝΑ παρυφή του λόφου των Τρικάλων, όπου παρατηρούνται αναβαθμοί και επίπεδα στοιχεία, για πιθανά τμήματα της ορχήστρας και της σκηνής,(όπου σήμερα το τουριστικό περίπτερο του δήμου) και η δεύτερη στην περιοχή όπου βρίσκεται το σύγχρονο θέατρο στο Κάστρο των Τρικάλων, λόγω του υφιστάμενου κοιλώματος.


Γομφέων Πόλις - η Αρχαία Πόλη


Εξίσου σημαντική και αξιομνημόνευτη θεωρείται η πόλη των αρχαίων Γόμφων, στη θέση «Επισκοπή», ιδρυμένη σε θέση στρατηγική που έλεγχε τις διαβάσεις από την πεδιάδα προς τα ορεινά, από τη Θεσσαλία προς την Ήπειρο και αντίστροφα. Κατά τον Στράβωνα περιλαμβανόταν στη διοικητική διαίρεση της τετράδας Εστιαιώτιδας, όπου μαζί με τις αρχαίες πόλεις Τρίκκη, Πέλιννα και Μητρόπολη σχημάτιζαν τετράπλευρο.

Η αρχαία πόλη ιδρύθηκε πιθανότατα τον 4ο αιώνα π. Χ. από συνοικισμό κωμών, στο εσωτερικό πλάτωμα αμφιθεατρικής θέσης που περιβάλλεται από σύστημα λόφων στα νότια, δυτικά, βόρεια, Β.Α και από την κοίτη του Πάμισου ποταμού στα ανατολικά, ΝΑ. Ήταν οχυρωμένη με ισχυρό τείχος που περιέτρεχε την κορυφογραμμή των λόφων από τα νοτιοδυτικά προς τα βορειοανατολικά, ενώ κατά διαστήματα ενισχυόταν με πύργους. Ο βασιλιάς της Μακεδονίας Φίλιππος Β΄, με πρόσχημα την επιθετικότητα των Αθαμάνων εναντίον των Θεσσαλών, ενίσχυσε τον πληθυσμό της νέας πόλης με αποίκους.


Για το λόγο αυτό η πόλη έφερε για μικρό χρονικό διάστημα το όνομα «Φίλιπποι ή Φιλιππόπολις» και έκοψε νομίσματα με την επιγραφή «Φιλιππολιτών». Μετά το 330 π.Χ. εμφανίζεται ξανά με το παλιό της όνομα. Η πόλη των Γόμφων έκοψε δικά της νομίσματα, τα οποία φέρουν τις επιγραφές ΓΟΜ- ΦΕΩΝ, ΓΟΜΦΙΤΟΥΝ. Στην πόλη λάτρευαν τον Δία Ακραίο ή Παλά- μνιο, την Ήρα, τον Ερμή Κερδώο, τον Διόνυσο Κάρπιο, που υποδηλώ- νει την ενασχόληση με την καλλιέργεια της αμπέλου και των καρπών εν γένει. Επειδή οι αρχαίοι Γόμφοι βρίσκονταν σε επίκαιρη θέση, υπέστησαν αρκετές πολιορκίες και καταστροφές.

Το 198 π.Χ. την πόλη κατέλαβε ο Αμύνανδρος, ο βασιλιάς των Αθαμάνων, με τη βοήθεια των Ρωμαίων. Αργότερα, το 191 π.Χ., οι Γόμφοι περιήλθαν στον έλεγχο του Φιλίππου Ε΄, βασιλιά της Μακεδονίας, ως το 185 π.Χ., οπότε μετά το Συνέδριο στα Τέμπη απελευθερώθηκαν και συμμετείχαν ενεργά στα πράγματα της Θεσσαλίας. Το ισχυρότερο πλήγμα η πόλη το δέχτηκε το 48 π.Χ. από τον Ιούλιο Καίσαρα που κατέλαβε και λεηλάτησε την πόλη, επειδή οι κάτοι- κοί της είχαν ταχθεί με την πλευρά του αντιπάλου του, Πομπήιου.

Από τις φιλολογικές πηγές και από τα ανασκαφικά στοιχεία φαίνεται πως η πόλη των Γόμφων υπήρχε τον 6ο αιώνα μ.Χ., οπότε ανακαινίσθηκε το τείχος από τον Ιουστινιανό. Οι ανασκαφικές έρευνες μέσα στην αρχαία πόλη απέδωσαν λείψανα του πολεοδομικού της ιστού και μεγάλες αρχιτεκτονικές κατασκευές δημόσιου, ενδεχομένως τμήμα της αγοράς της αρχαίας πόλης, και ιδιωτικού χαρακτήρα, που χρονολογούνται κυρίως στους Ελληνιστικούς και Ρωμαϊκούς χρόνους.



Πιθανές Θέσεις Ύπαρξης Θεάτρου

Ο αρχαιολογικός χώρος των Γόμφων είναι από μόνος του ένας «ανοιχτός χώρος» θέασης, καθότι είναι φυσικά αμφιθεατρικός, σαν ένα τεράστιο φυσικό κοχύλι. Επιφανειακές έρευνες στην ευρύτερη περιοχή έδω - σαν αρκετές πιθανές θέσεις, ανοιχτά φυσικά κοιλώματα, πρόσφορες για την κατασκευή θεατρικών οικοδομημάτων. Στην περίπτωση των Γόμφων διατίθενται ίσως τα περισσότερα στοιχεία από κάθε άλλη αρχαία πόλη της Εστιαιώτιδας και της Θεσσαλιώτιδας για την ύπαρξη αρχαίου θεάτρου.

Πέρα από την επιγραφική μαρτυρία για τη λατρεία του Διόνυσου Κάρπιου και τη φιλολογική αναφορά του Πλουτάρχου ότι οι στρατιώτες του Ιούλιου Καίσαρα θεραπεύτηκαν από λιμό ύστερα από την «κρασοκατάνυξη» που είχαν μετά την κατάληψη των Γόμφων, ευρήματα στην κοίτη του Πάμισου ποταμού ενισχύουν την εικασία ύπαρξης θεάτρου. Συγκεκριμένα, με την αποκάλυψη στην κοίτη του Πάμισου ποταμού βάθρου γέφυρας Ύστερων Ρωμαϊκών χρόνων, διαπιστώθηκε η χρήση αρχιτεκτονικών μελών από γκρίζο ασβεστόλιθο, που είχαν κομισθεί από άλλη θέση.

Η εξέταση των ορατών πλευρών των μελών, καθώς και όσων δεν είναι εντοιχισμένα μέσα στο βάθρο, δείχνει ότι αυτά είχαν υποστεί επεξεργασία και διαμορφώθηκαν για άλλο σκοπό και χρησιμοποιήθηκαν μετέπειτα στην κατασκευή της γέφυρας. Το σχήμα που έχουν τα εν λόγω αρχιτεκτονικά μέλη ενισχύουν την άποψη πως πιθανόν αυτά να προέρχονται από μια θεατρική κατασκευή των αρχαίων Γόμφων. Στο φυσικό ανάγλυφο του αρχαιολογικού χώρου των αρχαίων Γόμφων υπάρχουν αρκετές θέσεις στις οποίες θα ήταν δυνατό να υπάρχει μια τέτοια κατασκευή.

Επιλέγουμε να δείξουμε τρεις από αυτές, καθώς φαίνεται να είναι σε πιο σωστή θέση σε ό,τι έχει σχέση με τη χωροθέτηση ενός αρχαίου θεάτρου, αλλά αυτές βρίσκονται πιο κοντά και στα μεγάλα δημόσια κτήρια που έχουμε αποκαλύψει. Η μια θέση (αγρός Πάτα) βρίσκεται στη βόρεια πλευρά του φυσικού πρανούς που περιβάλει την αρχαία πόλη, έχει ομαλές κλίσεις και φαίνεται να δημιουργεί δυο διαζώματα, ενώ μπροστά είναι επίπεδο. Η θέση αυτή είναι πιο κοντά στα δημόσια οικοδομήματα, πιθανόν της αγοράς. Η δεύτερη θέση (αγρός Κίσσα) βρίσκεται στην Β.Α πλευρά του πρανούς, κάτω από τη γραμμή που ορίζεται από την εσωτερική παρειά του τείχους των Γόμφων.

Οι κλίσεις του κοιλώματος είναι πολύ έντονες και σχετικά απότομες, ενώ στα Ν.Δ υπάρχει πλάτωμα. Στην τρίτη θέση (αγρός Μπάνια), που βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του πρανούς των αρχαίων Γόμφων, διαμορφώνεται ένα φυσικό κοίλωμα με σχετικά έντονες κλίσεις, στα βόρεια και νότια δημιουργούνται προεξοχές στο έδαφος και μπροστά από το κοίλωμα αναπτύσσεται μεγάλη επίπεδη έκταση. Η θέση αυτή είναι σχετικά κοντά στα δημόσια κτήρια. Είναι αρκετά δύσκολο να υποστηρίξει κανείς τη μια ή την άλλη θέση ως πιθανό χώρο ύπαρξης αρχαίου θεάτρου στους Γόμφους. Η διενέργεια δοκιμαστικών τομών και η αποκάλυψη των ανάλογων αρχαιολογικών στοιχείων θα αποδείκνυε του λόγου το αληθές.


Πόλις Πελλιναίων - η Αρχαία Πόλη

Τέλος, μια ακόμη αρχαία πόλη της τετράδας Εστιαιώτιδας με πιθανές θέσεις θεατρικού οικοδομήματος είναι η αρχαία Πέλιννα ή Πελινναίον, που απλωνόταν ανάμεσα στην Τρίκκη και τη Φαρκαδόνα στην αριστερή όχθη του Πηνειού ποταμού.


Η πόλη έχει μυθολογική παράδοση, καθώς την ίδρυσε ο Πέλιννος, που ήταν γιος του Οιχαλιέα, από την πόλη του Ευρύτου Οιχαλία. Η πρώτη αναφορά της Πέλιννας γίνεται από τον Πίνδαρο, που την αναφέρει ως πατρίδα του Ιπποκλή, ο οποίος νίκησε στα Πύθια σε αγώνες διαύλου το 498 π.Χ. Η αρχαία Πέλιννα ταυτίστηκε με τα ερείπια στο βραχώδες ύψωμα που βρίσκεται στον ορεινό όγκο του Πελινναίου όρους, στη θέση «Παλαιογαρδίκι», 3 χλμ βορειανατολικά του χωριού Πετρόπορος.

Η Πέλιννα τον 6ο και τον 5ο αιώνα π. Χ. ήταν περιορισμένη στην κορυφή και τις μεσημβρινές κλιτύες του λόφου. Η ακρόπολη, σε υψόμετρο 185 μ., χωρίζεται από το Πελινναίον όρος από ένα φυσικό μάλλον βαθούλωμα, το «Ζούρπαπα». Τα αρχαία λείψανα φανερώνουν μια μεγάλη πόλη με ισχυρή οικονομική ανάπτυξη, κυρίως κατά τη διάρκεια της Μακεδονικής παρουσίας στην Θεσσαλία (354 - 197 π.Χ.), αφού η Πέλιννα ακολούθησε φιλομακεδονική πολιτική και επεξέτεινε τα όριά της μετά την καταστροφή της Τρίκκης και της Φαρκαδόνας από τον Φίλιππο Β΄.

Στα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ. η πόλη επεκτάθηκε στα δυτικά και οχυρώθηκε με ισχυρό τείχος κατά το ισόδομο τραπεζιόσχημο σύστημα τειχοδομίας με δύο παρειές από γκρίζο ντόπιο ασβεστόλιθο. Το πάχος του τείχους είναι 2,70 μ.- 2,80 μ. Στη Β.Δ πλευρά υπάρχει μια μεγάλη πύλη, έχουν εντοπισθεί δύο πυλίδες, ενώ πύλες έχουν εντοπισθεί στην ανατολική και νότια πλευρά των τειχών. Οι σωζόμενοι πύργοι και τμήμα του τείχους στην ακρόπολη ανάγονται στις πρώιμες φάσεις ανάπτυξης της Πέλιννας. Οι πύργοι που κατασκευάστηκαν στις γωνίες ή στα ευπαθή σημεία του τείχους, στην επέκταση της δυτικής πλευράς, είναι τετράγωνοι, συμπαγείς και μεγαλύτεροι από τους υπόλοιπους και είχαν εσωτερικές κλίμακες ανόδου.

Οι πρώτες σωστικές ανασκαφικές έρευνες συνηγορούν σε μια χρονολόγηση της κατασκευής του τείχους γύρω στα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ. Στο δυτικό τμήμα του πολεοδομικού ιστού της Πέλιννας ανασκάπτεται μεγάλο δημόσιο κτήριο, ίσως ιερό, τα ευρήματα του οποίου -ανάγλυφη στήλη με παράσταση νεκρόδειπνου από τον κύκλο του Ασκληπιού και πήλινες κεφαλές ειδωλίων από τον κύκλο του Διόνυσου- παραπέμπουν στη συνύπαρξη λατρείας Ασκληπιού και Διόνυσου. Επιπλέον, από την Πέλιννα προέρχονται δύο χρυσά φυλλάρια από τάφο, τα οποία φέρουν επιγραφές βακχικών μυστικιστικών τελετουργιών.

Το τείχος, που είναι ορατό σε αρκετή έκταση, η κατασκευή ιερών και μεγάλων δημόσιων αλλά και ιδιωτικών κτηρίων, τα διάσπαρτα μαρμάρινα αρχιτεκτονικά μέλη, καθώς και τα σπουδαία ανασκαφικά ευρήματα, παλαιότερα και νεότερα, αποδεικνύουν την οικονομική ευμάρεια της πόλης. Η πόλη έκοψε δικά της νομίσματα, αργυρά και χάλκινα. Η αρχαία Πέλιννα αρχίζει να παρακμάζει από το τέλος του 2ου αιώνα π. Χ. και μετατρέπεται σε άσημη κώμη της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Στα Βυζαντινά χρόνια πάνω στην ακρόπολη της Πέλιννας κτίσθηκε η πόλη Γαρδίκι, που αποτελούσε έδρα Επισκόπου.

Πιθανές Θέσεις Θεάτρου

Στον αρχαιολογικό χώρο της Πέλιννας εξετάζουμε δύο θέσεις όπου ενδεχομένως θα μπορούσε να δημιουργηθεί και να λειτουργήσει κάποια θεατρική κατασκευή. Αρχικά προτείνεται ένας αμφιθεατροειδής χώρος, όπου παρατηρούνται στοιχεία λατόμευσης στο φυσικό βράχο στη νότια, Ν.Α πλευρά του αρχαιολογικού χώρου, κοντά στο ανατολικό σκέλος του τείχους. Η δεύτερη πιθανή θέση προτείνεται στις νότιες υπώρειες του λόφου «Παλαιογαρδίκι», όπου ο Stahlin παρατήρησε βύθισμα ίσως του κοίλου του θεάτρου, καθώς και ίχνη της σκηνής.

Την ίδια θέση προτείνει και ο Αθαν. Τζιαφάλιας που συμπληρώνει ότι το αρχαίο θέατρο της Πέλιννας είχε προσανατολισμό προς το νότο, όπου σύμφωνα με τις ενδείξεις τοποθετείται η αρχαία αγορά της πόλης. Η πρόταση ενισχύεται και από το γεγονός ότι τα κοίλα των θεάτρων χρησιμοποιούνταν όχι μόνο για τα θρησκευτικού χαρακτήρα δρώμενα, αλλά και για τις συναθροίσεις των πολιτικών αρχών των αρχαίων πόλεων και αποτελούσαν κέντρο της κοινωνικής ζωής των πολιτών. Ακόμη, και στην περίπτωση της Πέλιννας ίσως να ισχύουν όσα αναφέρθηκαν για το Ασκληπιείο της Τρίκκης και τη Διονυσιακή λατρεία. Μελλοντικές επισταμένες έρευνες στον αρχαιολογικό χώρο πιθανά θα προσφέρουν νέα δεδομένα στην έρευνα.

Επίλογος

Ενδιαφέρον πάντως παρουσιάζει το στοιχείο ότι και στις τέσσερις πόλεις της Εστιαιώτιδας, ήτοι τη Μητρόπολη, τους Γόμφους, την Τρίκκη και την Πέλιννα, για τις οποίες ο Στράβωνας αναφέρει ότι αποτελούσαν ένα τετράπλευρο, διαπιστώνεται η Διονυσιακή λατρεία.

Εφόσον η θεατρική τέχνη και τα αρχαία θεατρικά κτίσματα έχουν άμεση, πρωτογενή συνάφεια με τις γιορτές και τα δρώμενα που διοργανώνονταν σε ανοιχτούς χώρους προς τιμή του θεού Διόνυσου, του θεού της γονιμότητας, της καρποφορίας, του οίνου και της ευωχίας, θα ήταν παράδοξο και «ασεβές» για τους πολίτες των αρχαίων πόλεων της δυτικής Θεσσαλίας, των τετράδων της Εστιαιώτιδας και της Θεσσαλιώτιδας, να μη διοργανώνουν ανάλογες δραστηριότητες.

Να μη συμμετέχουν σε δρώμενα και σε θεατρικές παραστάσεις, να μην έχουν προβεί στην κατασκευή ανάλογων θεατρικών οικοδομημάτων, όπως οι πολίτες των άλλων αρχαίων Ελληνικών πόλεων.

Θεωρούμε ότι είναι θέμα χρόνου και έρευνας επί του πεδίου ο εντοπισμός και η αποκάλυψη αρχαίων θεάτρων στη δυτική Θεσσαλία.

«Καλότυχο το γένος των πουλιών
που το χειμώνα δε χρειάζονται κάπες,
μα έχουν τα φτερά τους
κι ούτε τα καίνε οι λαμπερές ζεστές
ακτίνες του καλοκαιριού,
μα κατοικούνε στ’ ανθισμένα λιβάδια
μες στις φυλλωσιές,
όταν ο τζίτζικας ο εξαίσιος,
τρελός από τον ήλιο,
τραγουδάει στις ζέστες του μεσημεριού»

Αριστοφάνης, Όρνιθες, στ. 1088 – 1098

 

 

Επιστροφή