Η λήστευση της Καστανιάς Καλαμπάκας 30 Μαΐου 1881

Δείτε και άλλα θέματα στην ενότητα:
Ρετρό ιστορίες: Η λήστευση της Καστανιάς 30 Μαΐου 1881

Έχουν περάσει 200 τόσα χρόνια από τότε και ύστερα από λίγο θα λησμονηθούν, πανδαμάτωρ γαρ ο χρόνος...

Την ιστορία έγραψε ο Νικόλαος Παπανικολάου

Μέρες ιστορικές, μέρες τραγικές για την περιοχή του Ασπροποτάμου, που τόσα υπέφερε όχι μόνο από τους τούρκους κατακτητές αλλά και από τους ληστές και δη από το 1760, μετά τα Ορλωφικά, μέχρι των ημερών μας...

(Και για την ακρίβεια μέχρι την άνοιξη του 1943, που από τότε δεν ξαναβγήκε κλέφτης στο κλαρί λόγω της ύπαρξης ομάδων εθνικής αντίστασης στην ύπαιθρο).


Την λήστευση ήταν επόμενο να μην αποφύγει και η Καστανιά, που οι κάτοικοί της ξενητεύονταν στην Ρουμανία, Μ.Ασία, Αίγυπτο, Ρωσία, όπου θησαύριζαν κυριολεκτικά και ήταν πρόκληση για τους ληστές.

Το 1881, επειδή οι κατακτητές ύστερα από την αποφασισθείσα στο συνέδριο του Βερολίνου το 1878 προσάρτηση της Θεσσαλίας ασχολούνταν με το ξεπούλημα της ακίνητης περιουσίας τους (πράγμα πον πέτυχαν με την υπογραφείσα συνθήκη), είχαν χαλαρώσει τα μέτρα ασφαλείας, με αποτέλεσμα να φουντώσει η κλεφτουριά στο διάστημα 1878-1881 και ιδίως το Θέρος του 1881, πον ανέλαβαν οι ελληνικές αρχές διάστημα που χρειάστηκε να τακτοποιηθούν τα σύνορα και τόσες άλλες λεπτομέρειες.

Στην εφημερίδα «ΣΙΩΝ» κατά την «Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια»: «περιοδικόν έκκλησιαστικόν ιδρυθέν έν Αθήναις τήν 7ην 'Ιανουαρίου 1881 υπό Διονυσίου Λάτα» βρέθηκε δημοσιευθείσα επιστολή του ιερέα του χωριού Παπαοικονόμου, την οποία έστειλε προς δημοσίευση στην Αθήνα με τον γιο του Στέφανο, φοιτητή της Ιατρικής τότε αφού το δίπλωμα του, που υπάρχει, φέρει ημερομηνία 4-3-1883 και στην οποία επιστολή γράφει:

 «Την παρελθούσαν Κυριακήν το πρωϊ τής 31ης Μαίου, ότε το Άγιο πνεύμα, κατέβαινε εξ ουρανού, λησταί Αλβανοί, περί τούς 80 ων αρχηγοί ήσαν, οι Ταφίλης, Αλή Τεπέζης, Σούλιος, και Αϊδίνης εισελθόντες εις την εκκλησίαν καθ'  ην στιγμήν ο Οικονόμος Παπα-Ιωάννης έμελλε να είπη το απάντων ημών»  έχων τα άγια επί κεφαλής, και σύραντες τα ξίφη των, εκτύπων ανηλεώς, άπαντας σχεδόν τους εν τη εκκλησία εύρισκομένους, και έσφαξαν καί έναν Χασιώτη παρεπιδημούντα οικογενειακώς (στην Καστανιά) προς ασφαλείαν της ζωής του.

Είτα έδεσαν 36 έκ τών καλλιτέρων τών κατοίκων μαζί με τόν ως άνω ιερέαν, όστις δεν άφηνεν, ούτε αφήκεν τα άγια  εκ τής κεφαλής του, και το ιερόν ποτήρτον  εκ της χειρός του, και απήγαγον αυτούς, εις το μίαν σχεδόν ώραν απέχον τής κωμοπόλεως Καστανέας βουνόν.

Εκεί συναθροισθέντες οι λησταί ηπείλουν και εκτύπων τον ιερέαν ενα έγκαταλείψη τα άγια, και χύση το "Αγιον ποτήριον, αλλά ο ιερεύς ατρόμητος έλεγε τοις λησταίς, δεν έγκαταλείπω τα Άγια, διότι εδώ είναι η πίστις και ο Θεός μου.
Μη δυνηθέντες οι λησταί δι ουδενός τρόπον να τον καταπείσωσι να τα αφήση, και να τον λάβωσι μαζί των, τον άφησαν και ήλθε κατευθείαν εις τήν Εκκλησίαν, και επεραίωσε την θείαν λειτουργίαν, τους δε λοιπούς αιχμαλώτους τους επήραν μαζί των πoλύ μακρυά, και εξετάσαντες αυτούς, εκράτησαν μόνον 19 αίχμαλώτους, τούς δε λοιπούς απέλυσαν.

Διά τους 19 ζητούν λύτρα 17.000 λιρών τας οποίας άπορον είναι πώς θα δυνηθώσι να καταβάλουν οι αιχμάλωτοι εις τούς ληστάς, οι οποίοι ανά πάσαν στιγμήν απειλούν την ζωήν των, ως εκ τούτου δε, άπασα  η κοινότης, και ιδίως οι συγγενείς των αιχμαλώτων διατελούν εις βαθυτάτην θλίψιν.

Η εκκλησία του Αγ. Αθανασίου Καστανιάς, όπως περίπου ήταν και το 1881 (τότε ήταν πλακοσκεπής)

Ο ρηθείς ίερεύς Παπα-'Ιωάννης είναι ανεψιός τού αειμνήστου Αγίου Σταγών Κυρίλλου, όστις κατά την επανάστασιν τον 1854 ηνώθη μετά τών επαναστατών τον Χατζηπέτρον καί άλλων, δι ο και έξωρίσθη εις τό Άγιον Όρος όπου καί ετελεύτησεν».

Από τους γονείς μας, τους παπούδες μας, και τους γερόντους του χωριού, που ζήσαν το επεισόδιο, ζητήσαμε να μας διηγηθούν λεπτομέρειες, και να πώς μας περιέγραψαν τα όσα συνέβησαν:
Οι ληστές που γράφει η επιστολή με καταδότη τόν Πολύμερον (ο οποίος μετά τή ληστεία δεν έδωσε σημεία ζωής), ήλθαν την παραμονή της Πεντηκοστής, 30 Μαΐου 1881, νύχτα πάνω απ' το χωριό.

Στη συνέχεια χωρίστηκαν σε δύο ομάδες, μια που κρύφθηκε πάνω από την «Γκούρα», ενώ η άλλη, με αρχηγό τον Ταφίλη, πιο πάνω από την «Πέδα», με τη συμφωνία μόλις κτυπήσει την επομένην η τρίτη καμπάνα, τότε η ομάδα της «Γκούρας» θα εισορμήσει στον Αη-Γιώργη η δε εκείνη της «Πέδας» στον Άγιο Αθανάσιο, διότι η Καστανιά τότε είχε 1800 κατοίκους και λειτουργούσαν 2 εκκλησίες κάθε Κυριακή.
Του Αγίου Γεωργίου και του Αγίου Αθανασίου (σήμερα λειτουργούν εναλλάξ, μια Κυριακή η μία, μια  η άλλη).

(Ήταν δε σύνηθες τότε, αλλά και μέχρι πρόσφατα, το 1940, οι εκκλησιαζόμενοι να πηγαίνουν στην εκκλησία προτού χτυπήσει η 3η καμπάνα, γιατί αν πήγαιναν αργότερα θεωρούνταν ασέβεια.)

Την επομένη το πρωί όμως, λίγο προτού κτυπήσει η Τρίτη καμπάνα, η Κυρά Δαμάλαινα της οικογένειας Δρηστηλιάρη, πήγε τυχαία οτή «Γκούρα» και, βλέποντας τους κλέφτες, φεύγει τρέχοντας και τρομαγμένη για το σπίτι της και καθώς περνούσε μπροστά απ τον 'Αι-Γιώργη φώναξε: «Φούρι, φούρι, φούρι» στα βλάχικα, δηλαδή κλέφτες, κλέφτες, κλέφτες.

Στο άκουσμα των κραυγών της, οι εκκλησιαζόμενοι στον Αι-Γιώργη έτρεξαν να φύγουν και να ταμπουρωθούν στα σπίτια τα μεγάλα της γειτονιάς, γιατί η Καστανιά μέχρι το 1943 (που την κάψανε οι Γερμανοί, σκοτώνοντας και 65 άτομα) είχε δεκάδες σπίτια - φρούρια, με πύργους, πολεμίστρες, ξεμαλίστρες.


Το αρχοντικό του Αθ. Παπαπολυμέρου (Κυρνάσιου)
Πάνω από την είσοδο, διακρίνουμε την "ζεματίστρα" για τους "ανεπιθύμητους" επισκέπτες. 

Περίφημο ήταν το σπίτι - φρούριο «Κυρνασέικο», τριώροφο 30Χ30 που εκτός των πύργων του, είχε στον δεύτερο όροφο και εκκλησάκι, καθώς επίσης και κάβες ανάγκης και τουλούμπα για αυτάρκεια νερού.

Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι στη Θεσσαλία όμοιό του, τόσο σε όγκο όσο και σε οχύρωση δεν υπήρχε.
Στον 'Αι-Γιώργη έμεινε μόνο ο νεαρός τότε γιατρός Κ. Τσιάφης, που κρύφθηκε στο μισοσκότεινο ιερό, πίσω απ' την εικόνα της Παναγίας του τέμπλου και, προσευχόμενος είπε: «Παναγία σώσε με κι αν γλιτώσω, θα σου κτίσω την καμένη εκκλησία της Αγίας Τριάδας».


Η εκκλησία της Αγίας Τριάδας που έκτισε ο γιατρός Κ. Τσιάφης μετά το 1881 (στη Θέση παλιάς που είχαν κάψει οι ληστές σε προηγηθείσα ληστεία του 1832).


Και Πράγματι, παρ' όλο που οι ληστές μπήκαν στο ιερό, δεν τον είδαν, γλύτωσε, κι ύστερα απ' αυτό ο γιατρός πραγματοποίησε το τάμα του κτίζοντας τη σημερινή εκκλησία της Αγίας Τριάδας, για τη συντήρηση της οποίας και μέχρι το 1927 φρόντιζε προσωπικά αυτός και η οικογένεια του αδερφού του.

Δεν την έκτισε πάνω στα θεμέλια της παλαιάς, τα οποία φαίνονται στην Β.Δ. γωνία του γηπέδου.

Την παλαιά εκκλησία είχαν κάψει οι ληστές το 1832, όπως είχαν κάψει και μέρος του χωριού τότε και είχαν σύρει πολλούς σκλάβους και σκλάβες στα βουνά, όπως λέγει τό τραγούδι που περιέσωσε στα «Άπαντά» του ο Κ. Κρυστάλλης, και το οποίο παραθέτω πιο κάτω.

Διαβάζοντας το τραγούδι αυτό ο αναγνώστης, θα προβληματισθεί, για τον αριθμό των καπεταναίων, τον πλούτο της Καστανιάς και προπαντός για την συνεργασία των εθνικών ηρώων με αλβανικές συμμορίες, όχι για την απελευθέρωση, αλλά για την καταλήστευση των σκλαβωμένων Ελλήνων.

Η λήστευση της Καστανιάς το 1832

«Οι κλέφτες εσυνάχθηκαν μεσ' την Αγια Τριάδα.
Ηταν τα δυό Τσαπόπουλα, οι πέντε Μπλαχαβαίοι

Ο Ζάκας απ τό Γρεβενά, οι τρείς Κοντογιανναίοι
Γιώργης απ' το ξηρόμερο κι ο γιός του Σκυλοδήμου
ο Στράτος από τ' Άγραφα οι δυο Μπουκοβαλαίοι
Κώστας Στουρνάρης, Κατσαρός, κι' ο Γιάννης Κουτελίδας
Και τόσκηδες καί Λιάπηδες, με τόν Ταφίλη Μπούζη
Συνάχθηκαν. Κουβέντιασαν. Κι' εκίνησαν νά πάνε
να χαρατσώσουν τα χωριά να κάνουνε λιμούρα.
Πιάνουν και γράφουν μιά γραφή, στην Καστανιά τήν στέλνουν
Σ εσάς αρχόντοι Καστανιάς, σ' έσάς Κοτσαμπασήδες
Στείλτε μας έκατό πουγκιά, ψωμιά καί κρασοράκια
Χίλια τσαρούχια έτοιμα και χίλιες φουστανέλες
να πιούν τα παληκάρια μας, να φαν και να φορέσουν.
Οι προεστοί δεν τ' άκουσαν κι έτοίμασαν τουφέκια
με τα σπαθιά ξεγύμνωτα κι' εμπήκαν μεσ' τη χώρα
τα πρώτα σπίτια επιάσανε τα κάμανε λιμούρα
Κι' επήραν σκλάβους άρχοντες, κυρές κι' αρχοντοπαίδια.
Ανάθεμά σας προεστοί, και Νάσο Καστανιώτη.
Με το κακό που κάματε στη δόλια μας τη χώρα
μας πήραν κλέφτες στό βουνό, μας κωλοσέρνουν σκλάβους
καί μάς γυρεύουν ξαγορά τόσες χιλιάδες γρόσια".

                                      Κ. Κρυστάλλης



Εκτός του γιατρού, είχε μείνει στην εκκλησία και ο ιερέας Παπαγιάννης, που εκείνη τη στιγμή έβγαινε με τ' άγια και τον οποίον οι ληστές, από την μανία της αποτυχίας, τον πήραν μαζί τους με τα άγια στο χέρι, γιατί αρνείτο να τα εγκαταλείψει μέχρι τη Θέση «Μόκραινα» όπου ήταν το σημείο συναντήσεως με την ομάδα τον Αγίου Αθανασίου μετά την ληστεία.

Η ομάδα της «Πέδας», όμως, υπό τον Ταφίλη πέτυχε τον σκοπό της, γιατί την νύχτα προωθήθηκε, και κρύφτηκε στα ερείπια σπιτιού, μεταξύ Αγίου Αθανασίου, και κάτω από το αρχοντικό του Λεβέντη.

Το πρωί όμως και αυτούς τούς είδε ο μουγκός υπάλληλος του Λεβέντη, και γρυλίζοντας, και κάνοντας το σήμα στο λαιμό του με το χέρι ότι θα μας σφάξουν οι κλέφτες, παρεξηγήθηκε από τα αφεντικά του, ότι ο μουγκός τρελάθηκε και τους φοβερίζει να τους σφάξει, και τον έκλεισαν στο κελάρι τον αρχοντικού (τον βγάλαν όμως μετά τη ληστεία αφού είχε δικαιωθεί πια ο μουγκός).


Σε λίγο, κτυπώντας η τρίτη καμπάνα, οι ληστές μπουκάραν στην εκκλησία. του Αγίου Αθανασίου, με επικεφαλής τον Ταφίλη, που στην Καστανιά ήξερε πρόσωπα και πράγματα, γιατί νεαρός ήταν τσοπάνος στον Ν. Λεβέντη, τώρα δε με την συνδρομή και του καταδότη Πολύμερου επέλεξαν 36 ομήρους, σκότωσαν έναν Χασιώτη, και μαζί με τούς ομήρους κατευθύνθηκαν στη Θέση «Μόκραινα» που ήταν το σημείο συναντήσεως.

(Ο μόνος που σώθηκε στην εκκλησία ήταν ο άρχοντας Μιχ. Κυρνάσιος, που κρύφθηκε κάτω από τα φουστάνια μιας μεγαλόσωμης γύφτισσας, πράγμα που συνέβη και αργότερα, με τον αείμνηστο 17χρονο Πέτρο Καραγκάνη, το 1943, όταν μια ομάδα απ' την Καστανιά που πήγαινε για τρόφιμα στα Τρίκαλα, στη γέφυρα της Σαρακίνας, έπεσε πάνω σε περαστικό γερμανικό τμήμα, που σκότωσε απ' αυτούς τον φίλο μου Γιάννη Λιάσκο και τον 18χρονο αδερφό τον Γιώργο, τον Νίκο Βελέντζο και Αλέκο Νταβατζίκο, γλίτωσε όμως ο πονηρός Πέτρος όπως τον πειράζαμε μετά, κρυμμένος στα φουστάνια μιας μεγαλόσωμης χωριανής μας, να θυμήθηκε τον Μιχ. Κυρνάσιο; (Αυτό το γράφω για να σωθεί σαν ιστορικό γεγονός της γερμανικής κατοχής, γιατί πάει να ξεχαστεί).


Η ομάδα του Ταφίλη μαζί με τούς ομήρους συναντήθηκε στη «Μόκραινα» με τους άλλους εκεί ένας ληστής θέλησε να χτυπήσει τον παπά για ν' αφήσει τ' άγια, αλλά παραπάτησε, έπεσε κι έσπασε το χέρι του.

Αυτό θεωρήθηκε Θεία δίκη και οι ληστές φοβήθηκαν, άφησαν τον παπά να επιστρέψει στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, όπου και αποτελείωσε τη διακοπείσα λειτουργία.
Από εκεί οι ληστές, με τούς ομήρους μαζί τους, κατευθύνθηκαν στην παλαιά Γουδοβάσδα, όπου και έκαναν την επιλογή των ομήρων, κρατώντας μόνον 17 από τους 36.


Η σημερινή εκκλησία του Αγίου Γεωργίου Καστανιάς δεν έχει σχέση με αυτή του 1881. Αναστηλώθηκε εκ βάθρων μεταπολεμικά.

 
Τους υπολοίπους τους άφησαν, μεταξύ των οποίων και τον Γεροδημητρούλη, διότι πριν από μια τριετία είχε ληστευθεί και πάλι και κατά τους ληστές, «προβατίνα» που κουρεύθηκε δεν μπορεί να βγάλει μαλλί σε 3 χρόνια. !

Από κει πήγαν πάνω απ' το χωριό Τριγώνα και, μέσω Σαρακίνας, πετάχθηκαν στον Κόζιακα, μαζί με τους 17 αιχμαλώτους τους, που παρά την έρευνα που κάναμε, λίγο αργά βέβαια, δεν κατορθώσαμε να εξακριβώσουμε τα ονόματα όλων τους, εκτός των γερόντων Κ. Παταβάλη, Νικ. Παπανικολάου (παπούς μου, το όνομα τον οποίον φέρω), Νικ. Πότσιου, Στεφάνου Κυρνάσιου (πατέρας των Ευαγγελής Γεροδημητρίου και Μαρίκας Κυρνάσιου), Αριστείδη Β. Κυρνάσιου, Κώστα Τσόκαλη, τη γιαγιά των Πισπίδων, που ήταν κόρη του άρχοντα των Αγράφων, Τσολάκογλου εκ Ρεντίνης, και την συνυφάδα της Χαϊδούσιω Πίσπα ή Κεραμάνα, κόρη του Γιαννάκη του Μεγάλου (Γιάννη Μάρε), άρχοντα τον Κλεινοβού.

Απο κει πια στείλαν επιστολές στους οικείους τούς, στις οποίες γράφαν τα λύτρα που ζητούσαν από τον καθέναν. Μέσα δε στο φάκελο είχαν το κομμένο αντί των ανδρών, με την απειλή: «Τώρα σας στέλνουμε το αυτί, στο άλλο γράμμα θα λάβετε τα κεφάλια αν δεν στείλετε τα λύτρα».

Από τις γιαγιές των Πισπίδων πήραν από 2.000 λίρες και τις απελευθέρωσαν, καθώς και από τον Ν. Πότσιου 2.000 λίρες, από τον Στέφανο Κυρνάσιο 1.000 Ναπολεόνια και από τον Αριστείδη Κυρνάσιο επίσης 1.000 Ναπολεόνια, πλην όμως, η χήρα μάνα του άργησε να τα συγκεντρώσει και όταν πήγαν τα λύτρα, τον 15χρονο Αριστείδη τον είχαν ήδη εκτελέσει, σέρνοντάς τον δεμένο πίσω απ' την ουρά του αλόγου.


Ο παππούς μου, μες στην επιστολή των ληστών είχε σημείωμα στην γιαγιά να στείλει 2.000, που τις είχε παραχωμένες κάτω απ' την τσιούμα (τεράστιο πέτρινο γουδί, μόνιμα τοποθετημένο, με σιδερένιο γουδοχέρι) στο υπόγειο, τις οποίες και στείλανε μόλις τις βρήκανε, μέσα σ' ένα κιβώτιο 11,5 οκάδες, όπως γράφει ο ξάδελφός μου Σ. Παπαδήμος.

Ο παππούς μου γυρίζοντας γκρίνιαζε στην γιαγιά γιατί, κατά τη γνώμη του, αυτή ήταν η αιτία μιας και τον πίεζε να πάει στην εκκλησία, ενώ ο παππούς έλεγε "δεν έχουμε παγάνα απόψε στο χωριό και φοβάμαι".

Παγάνα εννοούσε τη νυχτοφυλακή, υπό 35-40 οπλισμένα άτομα, που κάθε βράδυ φύλαγαν το χωριό, με αρχηγό το περίφημο παλικάρι Περικλή Λεβέντη, που είχε γίνει ο τρόμος και ο φόβος των ληστών και ο οποίος αυτοκτόνησε επειδή αγαπούσε τη δασκάλα τον χωριού, αλλά οι γονείς του δεν το εγκρίνανε.

Ο γερο—Παταβάλης
έστειλε σημείωμα στην γυναίκα του να στείλει 2.000 λίρες, που τις είχε παραχωμένες στο πόδι της καρόντας (μεγάλο ξύλινο βαρέλι 5.000-8.000 οκάδων, δεμένο επί τόπου, που στηρίζεται σε τέσσερα τεράστια πόδια).

Η γριά τις βρήκε, αλλά προτίμησε τις λίρες από τον παππού,
τον οποίο οι ληστές εκτέλεσαν μαζί με τον Κ. Τσόκαλη και τρεις άλλούς, συνολικά έξι, των οποίων δεν κατορθώσαμε να μάθουμε τα ονόματα.

Αυτός ήταν ο απολογισμός της ληστείας της Πεντηκοστής για την Καστανιά.

Οι ληστές είχαν και αυτοί έναν νεκρό. Την ώρα που φεύγανε από τον 'Αγιο Αθανάσιο, περνώντας απ το σπίτι τον Πότσιου (όπου σήμερα το κατάστημα Μπαμπνίκα), κάποιοι από το σπίτι πυροβόλησαν και σκοτώθηκε ένας ληστής, που λέγανε ότι ήταν σημαδιακός, για τον κόκυγά του (είχε ουρά 10 πόντων περίπου).

Μετά από καιρό ήλθε από την παλιά Ελλάδα ο λήσταρχος Νταβέλης, που είχε προσκυνήσει και τώρα ήταν διώκτης των ληστών, αλλά  ήταν πολύ αργά.

Αλλά και μετά το 1881, που η περιοχή ελευθερώθηκε και έγινε ελληνική και παρά τα μέτρα που έλαβαν οι εκάστοτε κυβερνήσεις, οι ληστές στον Ασπροπόταμο τα τελευταία μόλις χρόνια εξαλείφθησαν.
Τους βαστούσε ο τόπος...

Νικόλαος Παπανικολάου
Καστανιά Καλαμπάκας (1991)




 

Πηγή: ΤΡΙΚΑΛΙΝΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ '91 / ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

 

 

Επιστροφή