Ντοκουμέντο - O ύμνος της πόλεως των Τρικάλων σε στίχους Στέλιου Σπεράντζα (1960)

Δείτε και άλλα θέματα στην ενότητα:
O ύμνος της πόλεως των Τρικάλων σε στίχους Στέλιου Σπεράντζα (1960)

Γράφηκε από τον τότε πρόεδρο της Ένωσης Ελλήνων Καλλιτεχνών γιατρό, ποιητή και συγγραφέα Σ. Σπεράντζα με τον οποίο ο τότε πρόεδρος του ΕΜΟΤ αείμνηστος Αχιλλέας Καρανάσιος είχε πολύ καλές σχέσεις και μελωποιήθηκε από τον Αρχιμουσικό του Α' Σώματος Στρατού - Λοχαγό Γεώργιο Μαύρο.





Διαβάζουμε στο Περιοδικό "Μετέωρα" Δεκεμβρίου 1960 που εξέδιδε στην πόλη μας ο Ε.Μ.Ο.Τ. (Εκδρομικός & Μορφωτικός Όμιλος Τρικάλων)



Ο ΕΜΟΤ με θερμό έγγραφό του υπ' αριθ. 129 της 16 Ιουνίου 1960, εζήτησε απο το γνωστότατο ποιητή, καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών και Πρόεδρο της "Ενώσεως Ελλήνων Λογοτεχνών" κ. Στέλιο Σπεράντσα, όπως συνθέση τον Υμνο της πόλεως των Τρικάλων

Ο διακεκριμένος λογοτέχνης έγραψε τον Υμνο, τον οποίο σε συνέχεια και με φροντίδες του ΕΜΟΤ, εμελωποίησε  ο Αρχιμουσικός του Α' Σώματος Στρατού - Λοχαγός Γεώργιος Μαύρος.



Οι στίχοι


Ο ΥΜΝΟΣ  ΤΩΝ ΤΡΙΚΑΛΩΝ

Γελά τριγύρω σας μέ θρύλους
γεμάτη, ω Τρίκαλα, η ζωή.
Στο Κάστρο το Βυζαντινό σας
ο ρόχθος του Ληθαίου θροεί.

 
Σε σας η δόξα καί το κλέος
έχουν στεριώσει ενός θεού.
Κι' όλοι οι καιροί για σας μιλούνε,
πατρίδα τον 'Ασκληπιού.


Λυτρώνεται στην πλάση ο νους μας.
Κι' όπου το κάλλος πλημμυρά
κι' όπου βουνό και φως και δάση,
στό βήμα δίνομε φτερά.

Τα στήθια ό πόθος μας φουσκώνει
για κάθε ιδέα προφαντή.
Λες βούληση Θεου μας κραίνει
της Πίνδου σαν κυλάει η βροντή.
 

Μες στης ζωής μας τ' ανηφόρτα
και στο φαράγγι το βαθύ,
την αρετή τρανή ας ντυθούμε
κι' ας τη ζωστούμε σαν σπαθί.


Για ευγενικές θυσίες και μόχθους
της Νιότης φλέγεται η καρδιά.
Ως τα Μετέωρα να σηκώστε
γι αυτήν τα δάφνινα κλαδιά.

Αθήνα 24-7—1960
ΣΤΕΛΙΟΣ ΣΠΕΡΑΝΤΖΑΣ



Η μουσική του ύμνου για πιάνο ο οποίος έχει τονιστεί για τετραφωνία



 



Ποιός ήταν ο Στέλιος Σπεράντσας


Ο Στέλιος Σπεράντζας,
(1888 – 1962) γιατρός, ποιητής και συγγραφέας παιδικής λογοτεχνίας, γεννήθηκε το 1888 στη Σμύρνη και πέθανε στις 8 Ιουνίου 1962 στην Αθήνα.

 Βιογραφία



Η καταγωγή του ήταν από τη Σίφνο. Μετά την αποφοίτησή του από την Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης, σπούδασε ιατρική στο πανεπιστήμιο της Αθήνας και μετεκπαιδεύτηκε στο Παρίσι, όπου ειδικεύτηκε στην οδοντιατρική.

Ασχολήθηκε επίσης με την Παιδαγωγική και το 1908 ανέλαβε την οργάνωση της λειτουργίας των ελληνικών σχολείων της επαρχίας της Ροδόπολης του Πόντου.

Κατά την περίοδο 1933-1952 διατέλεσε καθηγητής της Ορθοδοντικής στο πανεπιστήμιο της Αθήνας. Στο στρατό υπηρέτησε με την ειδικότητα του ακτινολόγου και αργότερα έγινε διευθυντής στο ακτινολογικό εργαστήριο του Αντιφυματικού Ιατρείου Πειραιά και του νοσοκομείου Σωτηρία. Την περίοδο 1939-1940 εξέδωσε το επιστημονικό περιοδικό «Ήρα».

Σύμφωνα με δημοσίευμα της αθηναϊκής εφημερίδας, [«Η λίστα των μασόνων», «Το Βήμα», 19 Μαρτίου 2006], το οποίο στηρίζεται στην ιστοσελίδα της Μασονικής Στοάς της Ελλάδος, είχε την ιδιότητα του Μασόνου.


Βραβεία

Βραβεύτηκε για τους στίχους του ύμνου του συλλόγου «Πανιώνιος» Γ.Σ., τους οποίους έγραψε σε ηλικία μόλις 14 ετών, όταν συμμετείχε σε ποιητικό διαγωνισμό με το ψευδώνυμο «Απηλιώτης», και οι στίχοι μελοποιήθηκαν από τον μουσικό Δημοσθένη Μιλανάκη.

Ο διαγωνισμός προκυρήχθηκε το 1900, για να τιμηθούν τα δεκάχρονα της λειτουργίας του συλλόγου «Πανιώνιος» Γ.Σ., με τίτλο «Α΄ Πανιώνιος Ποιητικός Διαγωνισμός», και βασικό όρο της προκήρυξης «ο ύμνος να γραφεί στην αρχαΐζουσα». Την επιτροπή επιλογής αποτελούσαν οι λογοτέχνες Γεώργιος Μιστριώτης, Νικόλαος Καζάζης και Αριστομένης Προβελέγγιος.

Αργότερα διακρίθηκε σε ποιητικούς διαγωνισμούς, ώσπου το 1946 τιμήθηκε με το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών.

Διατέλεσε και Πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών.


Το έργο του

Δημοσίευσε πλήθος ποικίλης συνεργασίας σε περιοδικά και εφημερίδες, μα κύρια διακρίθηκε στην παιδική ποίηση, ποιητικές συλλογές, πεζογραφήματα και μονόπρακτα θεατρικά. Η ποίηση του αντλεί από ποικίλες περιοχές. Τραγουδά το ερωτικό, οικογενειακό, κοινωνικό, θρησκευτικό και πατριωτικό συναίσθημα, και ιδιαίτερα το τελευταίο.

Ο λυρισμός του είναι πλούσιος και πηγαίος, η τεχνική του σωστά επεξεργασμένη. Ευχαριστεί και συγκινεί γενικά, γιατί είναι αυθόρμητη και απροσποίητη, χωρίς εντυπωσιακά τεχνάσματα και τολμήματα επιδεικτικά.


Ποιητικές συλλογές


    "Υάδες αύραι" 1901,
    "Συμφωνίες" 1905,
    "Ορφικός λόγος",
    "Λάλον ύδωρ".
    "Ψηφιδωτά",
    " Όταν φεύγουν οι ώρες",
    "Γαλάζιες ρίμες"

Παιδική ποίηση

    "Παιδικές ψυχές"
    "Σαν τα πουλιά",
    "Τραγουδιστής των παιδιών",
    "Το βιβλίο που τραγουδάει",
    "Μικρές φωνές"
    "Ακακίες",
    "Ταξιδεύοντας με τον Κοντορεβυθούλη",
    " Όμορφος κόσμος".

Παιδικό θέατρο

    "Η σκηνούλα μας".

Μελέτες

    "Μπάιρον",
    "Στο δρόμο του στοχασμού",
    "Έλληνες γιατροί - λογοτέχνες από την Άλωση της Πόλεως ως σήμερα".

Σχολικά εγχειρίδια


    "Βιολογία",
    "Σωματολογία".

Επιστημονικά βιβλία


    "Ορθοδοντική",
    "Η φυματίωσις",
    "Η σημασία των κυνοδόντων εν τω ανθρωπίνω φραγμώ".



Ποιητικά δείγματα

ΠΙΝΔΟΣ

Των προγόνων βλαστοί, μ' ατσαλένια κορμιά
του πολέμου περνώντας τη φρίκη
της καρδιάς μας τη φλόγα τη φέραμε
μια, ως εκεί, που μας πρόσμενε η Νίκη.
Με τη λόγχη χαράξαμε αδρό στα βουνά
- τ' όνομά μας γαλάζιο λουλούδι -
να το πάρη ως τα πέρατα ο θρύλος ξανά,
στους λαούς να το κάνη τραγούδι.
Προσταγή στη φυλή μας, σα νόμος βαρειά,
το παλιό ν' αναστήσουμε θάμα.
Νάναι αιώνια σε τούτη τη γη η Λευτεριά
κάποιας μοίρας ορίζει το τάμα.
Μάννα Ελλάδα, δική σου μια σάλπιγγα ηχεί,
λες κι ακόμα στης Πίνδου μια κώχη
στους λαούς να θυμίζης γεμάτο ψυχή,
το τρανό που ξεστόμισες "Όχι".

ΔΕΗΣΗ


Μες στο βαθύ σου νόημα τη σκέψη μου όλη εβύθισα.
Εσύ, Υπερούσια Δύναμη, το θείο σπινθήρα δος μου.
Μίσους ανήμερος σεισμός ξεσάλεψε τα θέμελα του κόσμου.
Φυγάδεψε απ' τα χείλη ο χαλασμός το χαμογέλιο των ανθρώπων
κι όλα τα μάτια με άμετρη κακία έχει γεμίσει.
Προς Σε, Υπερούσια Δύναμη, νικώντας τη χυδαία βοή
του πλήθους που αλαλάζει,
τούτη τη δέηση ψηλώνω κυπαρίσσι.
Τα χέρια μου, λευκά σαν το χαλάζι, τ' απλώνω,
ν' απιθώσης μια φωτιά, τη θεία φωτιά,
που φλόγες μες στις φούχτες μου τρανές ας αναδώση
κι ακατάλυτες, του κόσμου την καρδιά
μ' αποκοτιά, σαν σε καμίνι μέταλλο σκληρό, να λειώσω
κι αμόλυντη, καθάρια έναν καιρό
στον άνθρωπο ξανά να τήνε δώσω.
Ω, ας ήταν σάρκα νάπαιρνε το τέτοιο παρακάλι,
τα μάγια που έσπειρε το Πνεύμα του Κακού,
να ξαναλύσουν, καμπάνες γιορτινές να διαλαλήσουν
τ' ολόφωτο αναγάλλιασμα της πλάσης όλης πάλι.
Κι ας ήτανε στην άχραντη καρδιά,
που θάδινα στον άνθρωπο,
θρόνο για πάντα νάστηνεν
η ρήγισσα η Αγάπη,
μ' ανασασμό κάποια γαλάζια χαραυγή
να σκύψη πάλι ο άνθρωπος στη γη,
ξανά για να φυλλώσουν τα κλαδιά
να πάρη η χτίση νέα ζωή,
που από το βούρκο εσάπη.
Και τα σκυφτά καματερά, οργώνοντας με νέα χαρά
το χώμα, που αίμα ανθρώπινο το πότισε
και σαρκοφάγα τόσκαψαν ορνίθια,
να κάνουν να φουσκώση σαν τα στήθια της ώριμη
 


 

 

Επιστροφή