Νάσιος Μάνταλος: ο υπεραιωνόβιος αγωνιστής (1745–1855)

Δείτε και άλλα θέματα στην ενότητα:
Νάσιος Μάνταλος: ο υπεραιωνόβιος αγωνιστής (1745–1855)
Το ανθρωπωνύμιο Μάνταλος / Μάνδαλος θα μπορούσε να προέρχεται από την μεσαιωνική ελληνική (& νεοελληνική) «μάνταλος: Σιδερένια ή ξύλινη ράβδος που κλείνει την πόρτα ή το παράθυρο από μέσα, σύρτης, αμπάρα.»



Του φιλολόγου Σπυρίδωνος Βλιώρα


Βλ. https://www.academia.edu/51338663

Εισαγωγή

Όρος Κράτσοβο / Κράτζοβο



Όρος Κράτσοβο / Κράτζοβο

«Τα Χάσια είναι ο σύνδεσμος μεταξύ των Καμβουνίων ορέων της Περραιβίας (…) και της Πίνδου· με κατεύθυνση από τα βόρεια προς τα νότια, αρχίζουν από το σερπεντικό βουνό Κράτσοβο.[1] (…) Το τελευταίο είναι ίσως το αρχαίο Ποῖον,[2] το οποίο βρισκόταν στην Πίνδο, στα σύνορα της Θεσσαλίας με τη Μακεδονία[3]


Το Κράτσοβο ή Κράτζοβο[4] είναι το κατεξοχήν όρος των Χασίων. Βρίσκεται ανάμεσα από τα χωριά Τρυγόνα και Κακοπλεύρι, στη θέση 39.808055, 21.410665, και έχει υψόμετρο 1565 μ. Ο Νίκος Νέζης ονομάζει την κορυφή Κράτσοβο[5] ή Μύτικα.[6] Άλλες κορυφές τριγύρω είναι τα Βαλκανάρια,[7] ο Προφήτης Ηλίας,[8] το Μεσοβούνι,[9] η Καστέλλα[10] κ.ά.

Ποταμός Κράτζοβας (Κρατζοβίτικος)

Το γεφύρι στο ρέμα Μπουντιά στα Βακαρέτσια. Φωτογραφία Σπυρίδωνος Βλιώρα, 15.07.2020.

«Κατεβαίνοντας τα υψώματα και προχωρώντας προς τον ποταμό Κράτζοβα[11] ή Μερίτσα, τον οποίο περάσαμε από μία ψηλή γέφυρα, ανοίχθηκε μπροστά μας η θέα της εισόδου στη Θεσσαλία, ανάμεσα στους εξαίσιους βράχους των Μετεώρων (…) Ο ποταμός Κράτζοβας, στο χαμηλότερο τμήμα της πορείας του, κυλά μέσα από ένα πυκνό δάσος μεγάλων πλατανιών.»[12]

Ετυμολόγηση ορεωνυμίου Κράτζοβο

Το ορεωνύμιο Κράτσοβο ετυμολογείται από την πρωτοσλαβική λέξη *krajь,[13] που σημαίνει «άκρητέρμαμύτικας» (πβ. σλαβική krajάκροτέρμαπεριοχή) και το πρωτοσλαβικό επίθημα –ovъ.[14]

Κόλι Κράτζοβου

«Προς το τέλος του έτους 1809 που πέρασε ο Άγγλος περιηγητής William Martin Leake (Γουλιέλμος Μαρτίνος Λήκιος) από την περιοχή της Καλαμπάκας ο καζάς των Τρικάλων ήταν διαιρεμένος σε οκτώ κόλια.[15] Το ένα από αυτά ήταν»[16] του Κράτζοβου. «Ο καζάς, δηλαδή το διαμέρισμα, των Τρικάλων διαιρείται σε οκτώ κόλια, σύμφωνα με το σύστημα διακυβέρνησης του Αλή πασά, τα οποία περιλαμβάνουν συνολικώς 180 οικισμούς. Η αστυνόμευση σε κάθε κόλι είναι κάτω από τις διαταγές του καπετάνιου των αρματολών. Τα κόλια αυτά είναι τα εξής: (…) 7)Της Κράτζοβας / Κράτζιοβας. Στο κόλι αυτό είναι το χωριό Μερίτζα, που προανέφερα και λίγο ψηλότερα το ποτάμι Μπόζοβο,[17] κοντά στο οποίο υπάρχουν αρχαία ερείπια. (…) 8)Των Χασίων. Στο κόλι αυτό συμπεριλαμβάνονται τώρα μόνο έξι μικρά χωριά. Η Ντισικάτα,[18] με 300 σπίτια, στα όρια των μακεδονικών πεδιάδων, πέντε ώρες από τα Γρεβενά και τα Χάσια, και δέκα από τα Τρίκαλα, ανήκε κάποτε στα Χάσια αλλά τώρα πληρώνει τους φόρους στο Ζιτούνι (Λαμία). Η Ζιμνιάτζα,[19] η οποία επίσης βρίσκεται στη βόρεια πλευρά των Χασίων, στο ίδιο μέρος με την Ντισικάτα, με τον ίδιο τρόπο (φορολογικώς) ανήκει τώρα στη Λάρισα. Τα Χάσια, τα οποία, όπως και ο Ασπροπόταμος, είναι παλιά ελληνική γεωγραφική διαίρεση, περιελάμβαναν παλιότερα (αυτό ισχύει ακόμα στην καθομιλουμένη) όλη την ορεινή περιοχή που εκτείνεται από τις πεδιάδες των Τρικάλων μέχρι τη Λάρισα, το Δεμενίκο (Δομένικο), τα Σέρβια και τα Γρεβενά.»[20]

Με άσπρο κύκλο οι οικισμοί που ανήκουν στο κόλι του Κράτσοβου σύμφωνα με το έγγραφο 666 του αληπασαλίδικου αρχείου. Επεξεργασία χαρτογραφικών δεδομένων: Σπυρίδων Βλιώρας.

«Στο κόλι του Κράτζοβου ανήκαν οι οικισμοί: Βελιμίστι (Αγιόφυλλο), Γιωργίτζα (διαλυμένος οικισμός των Γρεβενών), Κακοπλεύρι, Καλαπόδι Τζίμπρα (διαλυμένος οικισμός των Γρεβενών), Κερασιά Μεϊντάνη (Μεγάλη Κερασιά), Λιμπόχοβο, Μιγκρίτζα (Οξύνεια), Μοκόσι (διαλυμένος οικισμός), Μπάλτινος (Καλλιθέα Γρεβενών), Ντζενεράδες (Κορυδαλλός), Οστροβός (Αγναντιά), Ροξιόρι (διαλυμένος οικισμός), Σταγιάδες, Στρούτζια (Πεύκη), Τζίγκορο (Άγιος Δημήτριος), Τζουραναίοι (Ορθοβουνι)».[21] Στο έγγραφο 666 του αληπασαλίδικου αρχείου, το οποίο θα δούμε παρακάτω, αναφέρονται αναλυτικά τα παραπάνω χωριά που περιλαμβάνει το κόλι.

Βλέπουμε λοιπόν ότι το κόλι του Κράτζοβου ξεκινάει στα δυτικά μετά από «το διαμέρισμα του Μαλακασίου του καζά των Ιωαννίνων»[22] κι έχει ως νότιο σύνορό του τον ποταμό Μαλακασιώτικο (άνω ρου του Πηνειού), μέχρι και την περιοχή της Καλαμπάκας, καθώς στα νοτιοανατολικά του σύνορα βρίσκεται το χωριό Ροξιόρι.[23] Τα ανατολικά του όρια οριοθετούνται από την περιοχή του χωριού Βελεμίστι ενώ προς βορρά περιλαμβάνει τα χωριά που βρίσκονται κοντά στις πηγές της Σιούτσας, παραποτάμου του Αλιάκμονα.

«Ανάλογη με την έκταση των αρματολικίων τους ήταν και η στρατιωτική δύναμη του κάθε αρματολού. Μία εικόνα αυτής της δύναμης παίρνουμε από τον πίνακα του ηγουμένου (;) της Μονής των Σταγιάδων της Καλαμπάκας, του έτους 1835, στον οποίο δίνει τη δύναμη των “ἐπισημότερων καπιτανάτων: Εἰς τὴν σειρὰν τοῦ ὄρους Πίνδου οἱ ἑξῆς: 1. εἰς Ἄγραφα, ὁ καπιτάν Τσάτζος μὲ 200 (παλικάρια), 2. εἰς Ἀσπροπόταμο, οἱ Στερναραῖοι μὲ 100 3. εἰς Κλινοβόπολιν, ὁ Κόρακας μὲ 100. 4.εἰς Κριάτσοβον ὁ Νάσιος Μάνδαλος μὲ 100. 5. εἰς Χάσια οἱ Ψειραῖοι μὲ 60. 6. εἰς Χάσια καὶ κάμπον οἱ Μπλαχαβαῖοι μὲ 120[24]

Ήδη από τις αρχές του 18ου αιώνα αναφέρονται ως κλεφταρματολοί στο κόλι του Κράτζοβου και στην περιοχή αυτή γενικότερα οι Μανταλαίοι.

Μανταλαίοι Ετυμολογία

Το ανθρωπωνύμιο Μάνταλος / Μάνδαλος θα μπορούσε να προέρχεται από την μεσαιωνική ελληνική (& νεοελληνική) «μάνταλος: Σιδερένια ή ξύλινη ράβδος που κλείνει την πόρτα ή το παράθυρο από μέσα, σύρτης, αμπάρα.»[25] Η λέξη έχει περάσει και στην τουρκική ως mandal, απ’ την οποία επίσης θα μπορούσε να προέρχεται το νεοελληνικό ανθρωπωνύμιο.

1712.03.29: Δολοφονία Αθανασίου (;) γερο–Μάνταλου

Ο ιστορικός Σπυρίδων Λάμπρος διασώζει μια ενθύμηση, που αναφέρεται στη δολοφονία κάποιου Μάνταλου στα 1712: «1712, Μαρτίου 29. Ἐσκότωσαν τὸν Μάνταλον».[26]

Δεν γνωρίζουμε ποιος είναι αυτός ο Μάνταλος, φαίνεται όμως να είναι η πρώτη φορά που αναφέρεται το όνομα της οικογένειας αυτής. Πιθανόν ο φονευθείς να δρούσε στην περιοχή των Χασίων στις αρχές του 18ου αιώνα[27] ή / και στο τέλος του 17ου και η δράση του ανάγκασε κάποιους (τους Τούρκους;) να τον δολοφονήσουν. Πιθανόν επίσης ο δολοφονηθείς να ήταν ο πατέρας του Γεωργίου Μάνταλου ή Κρατζοβίτη που ακολουθεί. Σ’ αυτή την περίπτωση το όνομά του θα μπορούσε να είναι Αθανάσιος, όπως και του γιου τού Γεωργίου και διαδόχου του στο αρματολίκι του Κράτζοβου.

Γεώργιος Μάνταλος ή Κρατζοβίτης

Ανάμεσα στα πρωτοπαλίκαρα αλλά και τους διαδόχους του Αθανασίου γερο–Βλαχάβα στο αρματολίκι των Χασίων, εκτός από τον γιο του παπα–Θύμιο, αναφέρεται από τον Κασομούλη και ο «Μάνταλος Κροτζοβίτης».[28] Πρόκειται για τον Γεώργιο Μάνταλο ή Κρατζοβίτη, ο οποίος ίσως είναι γιος[29] του δολοφονημένου Μάνταλου στις 29 Μαρτίου 1712. Σ’ αυτή την περίπτωση πρέπει να γεννήθηκε πριν από αυτή την ημερομηνία.

Έδρα αρματολικιού, περιουσιακή κατάσταση

«Πατρίδα των Μανταλαίων είναι η Μερίτσα (Οξύνεια), καθώς μας πληροφορεί ένα πιστοποιητικό του 1865, το οποίο παραχώρησαν στην Αθηνά Γιαννούλα Μάνταλου, στη Λαμία, 6 αγωνιστές του 1821. Στο πιστοποιητικό αυτό αναφέρεται ότι οι Τούρκοι δήμευσαν στη Μερίτσα τα κτήματα του πατέρα της, ήτοι: οικίες, αμπέλια και χωράφια μεγάλης έκτασης, καθώς επίσης και το τσιφλίκι τους στο Τζούγκουρο, όπου διέθεταν δασικές και λιβαδικές εκτάσεις και κάποιους μύλους.[30] Η τοποθέτηση, από τον γραφέα της πρόθεσης 215 της Μονής του Βαρλαάμ, των ονομάτων των Μανταλαίων ανάμεσα στους αφιερωτές του χωριού Τσούγκουρο μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι στο χωριό αυτό είχαν την έδρα του αρματολικιού τους[31]

Πηγές

«Τὰ ἐν τῷ καπετανάτῳ αὐτοῦ καὶ τοῦ πατρός του καπετὰν Νάσιου Μανδάλου ὑπάρχοντα ἀκίνητα κτήματά του, οἷον ὁλόκληρον χωρίον Τζούγκορι καλούμενον, τὸ ὁποῖον εἶχον τζιφλίκιον, τὰ δάση, τὰ λιβάδια, τοὺς μύλους καὶ τὰ ἐν τῷ χωρίῳ Μιρίτζα καλούμενον κείμενα κτήματά του, οἷον οἰκίας, ἀμπέλους καὶ ἀγροὺς ἐκτάσεως μεγίστης, ἐδημεύθησαν ἅπαντα ὑπὸ τῆς Ὑψηλῆς Πύλης, φέροντα ἅπαντα ἀξίαν ἀνωτέραν τῶν τριακοσίων χιλιάδων δραχμῶν. Ἐπίσης ἡ κινητὴ καὶ ἡ ἀκίνητος περιουσία του, ἀξίας οὐ μικρᾶς, διερπάγη ὑπὸ τῶν Τούρκων.»[32]

Ονόματα Μανταλαίων στην βαρλααμίτικη πρόθεση 215

Βαρλααμίτικη πρόθεση 215. Νέο Σκευοφυλάκιο. Φωτογραφία Σπυρίδωνος Βλιώρα, 13/4/2019.

Στην πρόθεση 215 της μονής Βαρλαάμ, που «αποτελεί ένα πολύτιμο αρχείο τοπωνυμίων και βαφτιστικών ονομάτων, (…) είναι καταχωρισμένα τα ονόματα αφιερωτών από πολλούς οικισμούς, κυρίως της Θεσσαλίας, της Ηπείρου, της Δυτικής Μακεδονίας και μερικών άλλων περιοχών.»[33] Στην τρίτη στήλη της σελίδας 26 αναγράφονται τα εξής: «Τσούγκουρο. Τα ονόματα των ΜανταλαίωνΓεωργίουἈθανασίου, Ἰωάννου, Ἀλεξίου ἱεροδιακόνου, Εὐσταθίου, Ἀθανασίου, Μαρίας, Ἀνθίτσας, Ἀσημίνας, Εὐθυμίας, Χρύσως, Γεωργίου, Ἀθανασίου, Εὐθυμίας, Χαρίση, ὁ πατὴρ αὐτοῦ Δῆμος.» Ενώ στην τέταρτη στήλη αναγράφονται τα ονόματα άλλων κατοίκων του Τσούγκουρου.[34]

Μνημονεύεται λοιπόν πρώτο το όνομα του Γεωργίου Μάνταλου, στη συνέχεια του γιου του Νάσιου και έπειτα των υπολοίπων μελών της οικογένειας.[35]

1765: Βαρλααμίτικη πρόθεση 236

Στο κατάστιχο 236 της μονής Βαρλαάμ, που «συντάχθηκε στις 25.9.1765, εκτός από το τελευταίο φύλλο, το οποίο γράφτηκε το 1766 (…) έχουν καταχωρισθεί τα ονόματα 1303 οικογενειαρχών από 56 οικισμούς της Επισκοπής των Σταγών, ανάμεσα στους οποίους δεν βρίσκονται οι Σταγοί (Καλαμπάκα), η έδρα της Επισκοπής.»[36]

Στο φύλλο 6α διαβάζουμε από το χωριό Τσούγκουρο, ανάμεσα στα ονόματα 25 αρχηγών οικογενειών, και το όνομα «Γεῶργος Μάνταλος».[37]

Ας δούμε και τον αριθμό των αρχηγών οικογενειών κάθε χωριού από το κόλι του Κράτζοβου. Ντριστιανός, φύλλο 6α, 26 ονόματα, 1 προεστός (γερο–Δημήτρης), Τσούγκουρο, φύλλο 6α, 25 ονόματα, Βουτάδες,[38] φύλλο 6α, 13 ονόματα, 1 προεστός (γερο–Γεῶργος), Κερασιά (μεϊντάν), φύλλο 6β, 19 ονόματα, 2 προεστοί (γερο–Νῖκος, γερο–Θανάσης), Τσιουραναίοι, φύλλο 6β, 25 ονόματα, Χλιτζιάδες, φύλλο 6β, 29 ονόματα, 1 προεστός (γερο–Τέτος), Στρούτζια, φύλλο 7α, 28 ονόματα, 3 παρακεντέδες, Τζενεράδες, φύλλο 7α, 39 ονόματα, 1 προεστός (γερο–Μίχος), Χλαποί, φύλλο 7β, 34 ονόματα, 1 προεστός (γερο–Πούλιος), Γεωργίτσα, φύλλο 7β, 40 ονόματα, 2 προεστοί (γερο–Στόιος, γερο–Δῆμος), 1 αρματολός (Περιστέρης), Οστροβός, φύλλο 8α, 22 ονόματα, 2 προεστοί (γερο–Αλέξης, γερο–Γιάννης), Σταγιάδες, φύλλο 8α, 10 ονόματα, Κακοπλεύρι, φύλλο 8α, 20 ονόματα, Μερίτσα, φύλλο 8β, 48 ονόματα, Βελεμίστι, φύλλο 8β, 31 ονόματα, Ρίγκλαβο, φύλλο 9α, 5 ονόματα, Καλαπόδι, φύλλο 9α, 8 ονόματα, Ροξιόρι, φύλλο 13β, 40 ονόματα, 1 προεστός (γερο–Νικολός).

Θάνατος Γεωργίου Μάνταλου

Όπως θα δούμε παρακάτω, ο γιος τού Γεωργίου, ο Νάσιος Μάνταλος, γεννήθηκε στα 1745, οπότε ο πατέρας του πρέπει να πέθανε μετά από την ημερομηνία αυτή,[39] και σίγουρα μετά από το 1765, καθώς στην βαρλααμίτικη πρόθεση 236 του έτους αυτού αναφέρεται αρχηγός της οικογένειας των Μανταλαίων από το Τσούγκουρο ο Γεώργιος Μάνταλος. Πότε ακριβώς πέθανε δεν γνωρίζουμε.

«Με το θάνατο του Αθανασίου Βλαχάβα, που πρέπει να συνέβη λίγο μετά το 1792, το αρματολίκι των Χασίων περιήλθε στον μεγαλύτερο γιο, τον παπα–Ευθύμιο Βλαχάβα. Η δικαιοδοσία όμως του αρματολικιού των Χασίων περιορίσθηκε λόγω του ότι και τα άλλα πρωτοπαλίκαρα του Βλαχάβα διεκδίκησαν και πήραν τα κόλια τους, όπως οι ΨείραςΤόσκαςΜάνταλος ΚροτζοβίτηςΖήκοςΜπζιώτας και Σαλταπήδας[40]

Νάσιος Μάνταλος (1745–1855)

(Επειδή αρκετά στοιχεία για τον Νάσιο Μάνταλο τα έχουμε αναφέρει στις μελέτες μας για τον Νικολό Στορνάρη και Γρηγόρη Λιακατά, δεν θα τα επαναλάβουμε ή θα τα εκθέσουμε συνοπτικότατα)

Μετά το θάνατο του πατέρα του Γεωργίου, το κόλι του Κρατζόβου το ανέλαβε ο γιος του Νάσιος. «Διάδοχος του Γεωργίου Μάνταλου (Κρατζοβίτη) στο αρματολίκι του υπήρξε ο γιος του Νάσιος (Αθανάσιος) Μάνταλος, ο οποίος γεννήθηκε στα 1745. Το έτος της γέννησής του προκύπτει από τις καταγραφές του κώδικα του ενοριακού ναού της Παναγίας Δέσποινας της Λαμίας, όπου αναφέρεται ότι ο Νάσιος Μάνταλος πέθανε στη Λαμία, στις 9.12.1855, σε ηλικία 110 ετών (17451855).»[41]

«Ὁ υἱὸς τοῦ περιωνύμου Μαντάλου (...) Νάσος ἢ Ἀθανάσιος Μάνταλος, ὁτὲ μὲν κλέπταρχος ὁτὲ δὲ ὁπλαρχηγὸς τοῦ βορείου τῶν Χασίων τμήματος[42]

Οικογενειακή κατάσταση

Για την οικογένεια[43] του Νάσιου Μάνταλου γνωρίζουμε πως είχε τρία παιδιά. Τον Γιαννούλα,[44] ο οποίος είχε παντρευτεί[45] την ανιψιά του Νικολού Στορνάρη και κόρη του αδερφού του Ζαρκαλή, και μέσω της οποίας οι Μανταλαίοι συγγένεψαν με τους Στορναραίους.[46] Από το συνοικέσιο αυτό και πέρα τόσο ο κολιτζής του Κρατσόβου Νάσιος Μάνταλος όσο και ο κολιτζής του Κλινοβού Γρηγόρης Λιακατάς δέθηκαν με την οικογένεια του Νικολού Στορνάρη και με τον ίδιο τον Νικολό και τον ακολουθούσαν σε ό,τι τούς έλεγε. «Ὁ Γρηγόρης Λιακατᾶ καὶ Νάσιος Μάνταλος ἐθεωροῦντο ὅτι ἐκρέμαντο ἀπὸ τὰ νεύματα τοῦ Στορνάρη, καὶ οὕτως ἦτον.»[47]

Ο Νάσιος Μάνταλος είχε τουλάχιστον άλλα δύο παιδιά: «2) Ο Πέτρος, ο οποίος στα 1854 έμενε με τον πατέρα του στη Λαμία και 3) Μία κόρη, της οποίας αγνοούμε το όνομα, η οποία ήταν γυναίκα του αρματολού των Γρεβενών Θεόδωρου Ζιάκα.»[48]

Στην οικογένεια του Νάσιου υπάρχει ακόμη κάποιος Στάθης ή Εὐστάθιος, όπως αναφέρεται πέμπτο στη σειρά το όνομα στην βαρλααμίτικη πρόθεση 215. Δεν γνωρίζουμε αν είναι γιος ή αδερφός του Νάσιου. Γνωρίζουμε όμως από σχετική ενθύμηση πως ήταν «καπετάνιος» στα 1826: «͵αωκϛʹ, Δεκεμβρίου κεʹ: σημειώνω τὰ συλλείτουργα τοῦ καπετὰν Στάθη Μάνταλου. Κύριλλος ὁ γράψας τὰ ἄνωθεν.»[49]

Ο ίδιος πρέπει να είναι ο «Ευστάθιος Μανταλόπουλος Βλάχου» που αναφέρεται στη σελίδα 11 της αγιοστεφανίτικης πρόθεσης 104.[50]

1797: Αναφορά Νάσιου(;) Μάνταλου στον Πατριωτικό Ύμνο του Ρήγα

Στα έργα του Ρήγα που βρισκόταν στο τυπογραφείο και δεν πρόλαβαν να εκδοθούν μετά τη σύλληψή του στα 1797, και συγκεκριμένα στο έργο του «Στρατιωτικὸν Ἐγκόλπιον», μετάφραση από έργο του Αυστριακού στρατηγού Κεβενχύλλερ, επρόκειτο να τυπωθεί και ο «Ὕμνος πατριωτικὸς τῆς Ἑλλάδος καὶ ὅλης τῆς Γραικίας, πρὸς ξαναπόκτησιν τῆς αὐτῶν ἐλευθερίας», για το οποίο «ο Ρήγας χρησιμοποίησε τη μουσική (…) του γαλλικού La Carmagnole. ( …) Τονίζεται πως το ενοχοποιητικό στοιχείο για την κατάσχεση του τυπωμένου Στρατιωτικού Εγκολπίου ήταν η παρουσία του επαναστατικού άσματος “Ύμνος Πατριωτικός”.»[51]

«Στην Δʹ Ενότητα, που περιλαμβάνει δεκατέσσερις στροφές του Ύμνου Πατριωτικού, τις 19–32, ο Ρήγας μνημονεύει πολλούς κλεφταρματολούςτριάντα τρεις ονομαστικά, δίνοντας και τα σχετικά χαρακτηριστικά τους. Μνημονεύει μεταξύ των άλλων τον Μπότσαρη, τον Βλαχάβα, τον Κοντογιάννη, τον Μάνταλο, τον Κολοκοτρώνη. Και καταλήγει στην ενότητα αυτή πως οι κλεφταρματολοί αψηφούν τους τυράννους θέλοντας να ζουν ελεύθεροι».[52]

«Ο Ύμνος Πατριωτικός πρέπει να ολοκληρώθηκε το καλοκαίρι του 1797, μετά την είσοδο του Ναπολέοντα στην Ιταλία, όπως αυτό συμπεραίνεται από την αναφορά στη δεύτερη στροφή στην Ιταλία, που τότε με την είσοδο των γαλλικών στρατευμάτων αποτινάχτηκε η κυριαρχία της Αυστρίας.»[53]

«26. Σταθᾶς, Στερνάρης κὶ ὁ Παππούς, / κὶ ὁ Κοντογιάννης ποὺ ἀκοῦς, / ὡς ταῦροι αὐτοὶ μουγκρίζουν, / Τυράννους φοβερίζουν, / πατοῦν τὴν Τυραννίαν / μὲ χαρά, μπρὲ παιδιά! // 28.Τζαχίλας, Ψείρας κὶ ὁ Κοντός, / Δημόκας καὶ ὁ Κατζαρός, / ὁ Μάνδαλος καὶ Φώτης, / Τυράννων εἶν’ διώκτης. / Αὐτοὶ πάντα νικοῦνε / μὲ χαρὰ τὴν Τουρκιά!».[54]

Δεν είμαστε σίγουροι ποιον Μάνταλο εννοεί ο Ρήγας, τον Γεώργιο ή τον Νάσιο. Από τα 1745, που γεννήθηκε ο Νάσιος Μάνταλος, μέχρι τα 1797 που γράφτηκε ο Ὕμνος πατριωτικός, έχουν περάσει 52 χρόνια. Ίσως αναφέρεται γενικά στην οικογένεια των οπλαρχηγών Μανταλαίων, τους οποίους μάλλον δεν γνώριζε προσωπικά, αλλά είχε ακουστά από διηγήσεις άλλων.

Όσον αφορά τον «Στερνάρη» που αναφέρει στην 26η στροφή, αυτός πρέπει να είναι ο Νικόλαος (;) γερο–Στορνάρης, παππούς του Νικολού, που πέθανε, όπως είδαμε, γύρω στα 1800. Άλλωστε, ο γιος του, ο Ευθύμιος Στορνάρης, δεν φημιζόταν για την φιλοπατρία του!

1798.03.01: Αναφορά Νάσιου Μάνταλου στην αγιοστεφανίτικη πρόθεση 104

Στη σελίδα 11 της αγιοστεφανίτικης πρόθεσης 104, «ένα χάρτινο χειρόγραφο του έτους 1798 (1 Μαρτίου), (…) [όπου] είναι καταχωρισμένοι πολλοί οικισμοί και μονές με τα ονόματα των αφιερωτών τους κατά επισκοπική επαρχία»[55], «μεταξύ των 9 αφιερωτών του 1798, από το Τζιούγκρο / Άγιο Δημήτριο, συμπεριλαμβάνεται και ο Ευστάθιος Μανταλόπουλος Βλάχου, ένα μέλος, ασφαλώς, της οικογένειας του αρματολού Μάνταλου, και μεταξύ των 4 του 19ου αι., του ίδιου οικισμού, συμπεριλαμβάνονται ο Αλέξιος Μάνταλος (1823, Δεκεμβρίου 31), και ο αρματολός των Χασίων Αθανάσιος Μάνταλος. Η αναφορά αυτή, καθώς και άλλη μία στην πρόθεση 215 της Μονής του Βαρλαάμ, βεβαιώνουν ότι η πατρίδα των κλεφταρματολών Μανταλαίων είναι το Τσούγκουρο / Άγιος Δημήτριος της Καλαμπάκας.»[56]

Ο Αλέξιος, που αναφέρεται στις 31.12.1823 πρέπει να είναι ο ἱεροδιάκονος της βαρλααμίτικης πρόθεσης 215, ενώ για τον Ευστάθιο αναφερθήκαμε παραπάνω.

1798.04.25: Ο Μάνταλος μάρτυρας σε απόφαση του μητροπολίτη Σταγών Παϊσίου για τον οικισμό Χλαποί

Κατά τα έτη 1792, 1793 και 1798 ο Σταγών Παΐσιος εξέδωσε τρεις αποφάσεις διευθέτησης των συνοριακών διαφορών κάποιων οικισμών της Επισκοπής Σταγών, που βρίσκονταν 45 περίπου χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Καλαμπάκας (Χλαποί,[57] Γεωργίτσα[58] κ.ά.) Στην απόφαση του 1798 υπογράφει ως μάρτυρας και ο «Θανάσης καπετάνιος Μανταλόπουλος».[59]

1807.07: Αναφορά του Νάσιου Μάνταλου στο επαναστατικό σχέδιο που ακολούθησε ο Βλαχάβας

Όπως είδαμε σε προηγούμενη δημοσίευσή μας ο Νάσιος Μάνταλος «αναφέρεται στο γενικότερο επαναστατικό σχέδιο που είχε εκπονηθεί από Ρώσους, Γάλλους και Έλληνες και που προέβλεπε ξεσηκωμό ενός ευρύτατου τμήματος 47–48.000 ενόπλων από την Αλβανία και Μακεδονία μέχρι την Ρούμελη κι από την Αδριατική ως το Αιγαίο. Αντιγράφουμε από την προηγούμενη εργασία μας: “Στο σχέδιο καταγράφονται αναλυτικά οι περιοχές στην επικράτεια που αναφέραμε καθώς και ο αριθμός όσων θα μετείχαν από κάθε περιοχή με τα ονόματα των επικεφαλής τους, προεστών ή οπλαρχηγών. Στο 4ο φύλλο της αναφοράς διαβάζουμε: ‘Le Primat de Calambaca avec les Capitaines Mandalo et Spiro, à 4 heures de Tricala, s’engagent à fournir: 1.500 hommes.’[60] “Ο προεστός της Καλαμπάκας μαζί με τους καπεταναίους Μάνταλο και Σπύρο, σε απόσταση 4 ωρών από τα Τρίκαλα, αναλαμβάνουν να φέρουν 1.500 άντρες.” Ο προεστός της Καλαμπάκας είναι ο Γιαννάκης Καλαμπάκας,[61] όπως διαπίστωσε και o Martin William Leake τρία χρόνια πιο πριν. (…) Ο Σπύρος δεν γνωρίζουμε ποιος είναι, ξέρουμε όμως πως ένα από τα παιδιά του Γιαννάκη Καλαμπάκα (Κωνσταντίνος, Στάθης, Σπύρος, Δημήτρης) έφερε αυτό το όνομα.[62] Μπορεί όμως να πρόκειται για κάποιο πρωτοπαλίκαρο του Μάνταλου από τα Χάσια. Στο σχέδιο καταγράφεται συνολικά ένας αριθμός 47.800 ενόπλων ανδρών,[63] αριθμός που μάλλον ήταν πολύ δύσκολο να επιτευχθεί και ίσως να ήταν και σκόπιμα εξογκωμένος.»[64]

Δεν γνωρίζουμε ποια στάση κράτησε τελικά ο Νάσιος Μάνταλος κατά την βλαχάβεια επανάσταση του 1808, υποθέτουμε όμως τουλάχιστον ουδέτερη, καθώς πέντε χρόνια αργότερα, στα 1813, οι Μανταλαίοι έχουν ακόμα το αρματολίκι τους και συμβάλλουν στην είσπραξη φόρων στο κόλι του Κρατσόβου από τον Αλή πασά.

1813.06.15: Έγγραφο 664 αληπασαλίδικου αρχείου

Το έγγραφο 664 του αληπασαλικού αρχείου περιλαμβάνει έναν «λογαριασμό χρεωστικών υπολοίπων του “Κράτζοβο κόλι” προς τον Αλή πασά, για την περίοδο Οκτωβρίου 1811–Οκτωβρίου 1812.»[65] Τα γρόσια, αφού μαζευτούν από κάποιον Οικονόμο[66] από το Κακοπλεύρι, που έχει για την περίσταση το αξίωμα του βεκίλη,[67] θα καταβληθούν στον μπουμπασίρη[68] Σαλή Νισίτζα. Το όλο εγχείρημα διατάζεται να επιβλέπει η αρματολική οικογένεια των Μανταλαίων, από το κόλι του Κράτζοβου, ίσως και με χωριστό έγγραφο που δεν σώθηκε.

Πηγές

«Ὁ λογαριασμὸς τοῦ Κράτζοβο κόλι διὰ τοὺς δύο χρόνων μπεκαέδες[69] τοῦ Οἰκονόμου, καὶ διὰ τὸ χρονικὸν δεφτέρι ἀπὸ 1811, αϊ–Δημήτριον, ἕως 1812, αϊ–Δημήτριον, καὶ ἔμεινεν νὰ λάβῃ ὁ αὐθέντης μας: 1645,15 γρόσια ἀπό Βελεμίστι, 4246,20 γρόσια ἀπὸ Στρούτζια τζιφλίκι ἀφεντός μας, (μερικό σύνολο: 5891,35 γρόσια), 688,18 ἀπὸ Οἰκονόμον. (Τελικό σύνολο) 6580,13,[70] ἤτοι ἕξι χιλιάδες καὶ πεντακόσια ὀγδοῆντα, παράδες δεκατρεῖς. Ἀνέμειναν τοῦ ἀφεντός μας νὰ λάβῃ ἀπὸ τὰ σάικα[71] ὡς ἄνωθεν. | Ὁ Οἰκονόμος Κακοπλευρίου κρατεῖ[72] βεκίλην[73]

«(Συνέχεια, με άλλο χέρι:) Ἀπὸ τὸν ὑψηλότατον βεζίρη Ἀλῆ πασᾶν πρὸς ἐσᾶς τὰ ἄνωθεν χωρία καὶ τζεφλίκια: αὐτὰ τὰ ἄσπρα νὰ τὰ δώκετε τοῦ μπουμπασίρη Σαλῆ Νισίτζα καὶ εἰς 20 ἡμέρες νὰ γίνουν τεξέλι,[74] ὅτι, ἂν δὲν δοθοῦν, τὰ μαῦρα φίδια ἔχουν νὰ σᾶς φάγουν. Νὰ δώκετε καὶ τὸ παρὸν στὸ γρόσι[75] ἐξ ἀποφάσεως. | 1813, Ἰωάνινινα, Ἰουνίου 15. (επί του νώτουΜανταλαῖοι[76]

1813.06.18: Έγγραφο 666 αληπασαλίδικου αρχείου

Στο έγγραφο 666 του αληπασαλικού αρχείου, ένα «δεφτέρι φορολογικών προσόδων του Αλή πασά, από το “Κράτζιοβον κόλι”, για την περίοδο από τον Οκτώβριο 1812–Οκτώβριο 1813»,[77] αναφέρονται 17 χωριά από το κόλι Κράτζοβου με τα σπίτια τους (δυστυχώς όχι για όλα τα χωριά) ή τα ζευγάρια βόδια για το όργωμα των χωραφιών καθώς και τα γρόσια που χρωστάνε στον Αλή πασά.

Αν πολλαπλασιάσουμε τα σπίτια κάθε οικισμού με 5 μέλη περίπου που θα μπορούσε να έχει κάθε οικογένεια, έχουμε τον εξής πληθυσμό (με φθίνουσα σειρά): Οξύνεια 215 κάτοικοι, Αγιόφυλλο 165, Γεωργίτσα 125, Κακοπλεύρι 120, Αγναντιά 100, Κορυδαλλός 100, Μεγάλη Κερασιά 65, Ορθοβούνι 35, Καλαπόδι Τζίμπρα 10.

Πηγές

«Δεφτέρι ἀπὸ τὸ Κράτζιοβον κόλι, διὰ τὸ χρονικόν, ἀφεντικὸν ἀλαντζάκι, καὶ διὰ τὸ μεντζίλι, ἀπὸ 1812, αϊ–Δημήτριον, ἕως 1813, αϊ–Δημήτριον. Καὶ ἔστησεν πρὸς 101 γρόσια τὸ σπίτι καὶ 55 τὸ ζευγάρι: Κερασιά Μεϊντάνησπίτια 13, γρόσια 1319½, Τζουραναῖοι, σπίτια 7, γρόσια 710½, Ντζενεράδες, σπίτια 20, γρόσια 2030, Μιγκρίτζα (Μερίτσα), σπίτια 43, γρόσια 4364½, Ὀστροβός, σπίτια 20, γρόσια 2030, Γιωργίτζα, σπίτια 25, γρόσια 2537½, Κακοπλεύρι, σπίτια 24, γρόσια 2436, Βελιμίστι, σπίτια 33, γρόσια 3349½, Καλαπόδι Τζίμπρα, σπίτια 2, γρόσια 203. Σύνολοσπίτια 187γρόσια 18.980½.[78] Μπάλτικας, ζευγάρια 3, γρόσια 165, Στρούτζια, ζευγάρια 15, γρόσια 825, Σταγιάδες, ζευγάρια 6, γρόσια 330, Καλαπόδι Τζίμπρα, ζευγάρια 2, γρόσια 110, Τζίγκορο, ζευγάρια 5, γρόσια 275, Ροξιόρι, ζευγάρια 4, γρόσια 220, Μοκόσι, ζευγάρια 4, γρόσια 220, Λιμπόχοβο, ζευγάρι 1, γρόσια 55. Σύνολοζευγάρια 40γρόσια 2200Γενικό σύνολο γροσίων21.180½[79]

«(συνέχεια, με άλλο χέρι) Ἀπὸ τὸν ὑψηλότατον βεζίρη Ἀλῆ πασᾶν πρὸς ἐσᾶς τὰ ἄνωθεν χωρία καὶ τζιφλίκια· αὐτὰ τὰ ἄσπρα νὰ τὰ δώκετε τοῦ μπουμπασίρη μου Σαλῆ Νισίτζα καὶ εἰς 20 ἡμέρες νὰ τελειώσουν, ὅτι, ἂν δὲν δοθοῦν, τὰ μαῦρα φίδια ἔχουν νὰ σᾶς φάγουν· καὶ ὅ,τι ἔχετε δώκει γιὰ τὸν μετζιλχανέν, νὰ τὰ κατεβάσετε, νὰ τὰ δώκετε καὶ τὸν παρᾶν στὸ γρόσι, ἐξ ἀποφάσεως. | 1813, Ἰουνίου 18, Ἰωάννινα.»[80]

1813.08.15: Έγγραφο 688 αληπασαλίδικου αρχείου

Το έγγραφο 688 του αληπασαλικού αρχείου είναι ένα «δεφτέρι φορολογικών προσόδων του Αλή πασά από το Κράτζοβον κόλι. Φέρει την υπογραφή του προεστού Γιαννακού Ζάρκου και στην αριστερή εσωτερική σελίδα του δίφυλλου ένα είδος λογιστικού ελέγχου και εξοφλητικής απόδειξης προς τον εισπράκτορα των φόρων Σαλήχ Νισίτζα, που την δίνει κάποιος άνθρωπος του Αλή πασά στο Τεπελένι στις 29 Αυγούστου 1813.»[81]

«1813, Αὐγούστου 15. Φανερώνω τὸ τεφτέρι χρονικὸν αὐθεντικὸν ἀλατζιάκι ὁμοῦ μὲ μεζίλι καὶ μπεκαέδες τοῦ ΟἰκονόμουΚρατζοβον κόλι. (…) Γιαννακὸς Ζάρκου[82]

1819: Μύηση στη Φιλική Εταιρεία

Όπως είδαμε και στη μελέτη μας για τον Χριστόδουλο Χατζηπέτρο, «κατηχηθέντων ὑπὸ τῶν Ἁποστόλων τῶν ἐξαδέλφων τοῦ Χατζηπέτρου Τουρτούρη καὶ Κωλέττου, δὲν ἐβράδυνε νὰ κατηχηθῇ τῷ 1819 ὑπὸ τούτων καὶ ἐκεῖνος. Ἔκτοτε σύμπας ὁ διαλογισμὸς τοῦ ζωηροῦ εὐπατρίδου περιεστρέφετο εἰς τὴν Μεγάλην Ἰδέαν καὶ τὴν ἀπελευθέρωσιν τοῦ Ἔθνους. Συνεννοηθεὶς μετὰ τοῦ πατρός του ἐκατήχησε δι’ αὐτοῦ καὶ τοὺς καπιταναίους Νικολὸ Στορνάρην, Γρηγόριον Λιακατᾶν, Νάσιον Μάνδαλον,[83] Βλαχάβαν καὶ Σταμούλην Γάτσιον.»[84]

1821.07.05: Επανάσταση στον Ασπροπόταμο

Όπως είδαμε,[85] ο εβδομηνταεξάχρονος (!) Νάσιος Μάνταλος πήρε μέρος στην ασπροποταμίτικη επανάσταση του 1821. «Ὁπλαρχηγὸς ἦν ὁ Νικόλαος Στορνάρης, ἀνὴρ διαφέρων ἐπὶ συνέσει, πατριωτισμῷ καὶ ἀνδρείᾳ· ἐτάσσοντο δὲ ὑπ’ αὐτὸν ὁ Ἀθανάσιος Μάνταλος (…). Τῇ 5ῃ Ἰουλίου ὁ Στορνάρης ἐπανέστη μεθ’ ὅλων αὐτῶν, οὗτος μὲν ἐν τῇ Πόρτᾳ, ἐξ ἐκείνων δὲ ὁ μὲν Λιακατᾶς ἐν τῇ Πρεβέντᾳ, ὁ δὲ Μάνταλος ἐν Καλαμπάκᾳ,[86] ὁ δὲ Χριστόδουλος ἐν τῷ Ἀσπροποτάμῳ. Τρισχίλιοι συνεποσώθησαν οἱ περὶ αὐτοὺς ὁπλοφόροι.»[87]

«Μετά το άδοξο τέλος της επανάστασης αυτής, οι αρχηγοί, ανάμεσά τους και οι Μανταλαίοι,[88] υπέγραψαν συνθήκη ειρήνης με τον δερβέναγα των Τρικάλων Σούλτζια Κόρτζια, σύμφωνα με την οποία οι Τούρκοι δεν θα ανέβαιναν στον Ασπροπόταμο και οι Έλληνες θα συγκέντρωναν μόνοι τους τούς φόρους και θα τους έδιναν σ’ αυτούς.»[89]

«Ο Νάσιος Μάνταλος, μετά τη συνθήκη επέστρεψε στα Χάσια έχοντας ως βοηθό του κάποιον Τζίνο. Ύστερα, όμως, από λίγο τού έγραψε ο Στορνάρης να αφήσει στα Χάσια τους πολιτάρχες του με μερικούς άντρες κι αυτός, με τους άλλους, να μεταβεί στον Ασπροπόταμο. Έτσι οι Μανταλαίοι πέρασαν ξανά στην περιοχή των συμπεθέρων τους Στορναραίων.»[90]

Πηγές

«Ὁ Στορνάρης (…) ἔγραψεν πρὸς τὸν Νάσιον Μάνδαλον νὰ ἀφήσῃ τοὺς πολιτάρχας του μὲ μερικοὺς εἰς τὰ Χάσια, καὶ ὁ ἴδιος μὲ τοὺς λοιποὺς νὰ μεταβῇ εἰς Ἀσπροπόταμον. Εἰδοποίησεν καὶ τὸν Γρηγόρην Λιακατᾶν νὰ εἶναι ἐγνοιασμένος.»[91]

1823.04.27: Κοινή επιστολή Στορνάρη, Μάνταλου και Λιακατά προς τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη

Στις 27 Απριλίου 1823 Στορνάρης, Μάνταλος και Λιακατάς συνυπογράφουν μια επιστολή προς τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη σε μια προσπάθεια «που καταβάλλουν και οι τρεις τους, από το μακρινό Ασπροπόταμο, να συνδεθούν με όλους που κείνη τη στιγμή, κατά τη γνώμη τους, διευθύνουν τα πράγματα της ΕλλάδαςΜπαίνουν δηλαδή ολόψυχα στον αγώνα και θέλουν ν’ αποκτήσουν επαφή με τους αρχηγούς της Επανάστασης, να πάρουν απ’ αυτούς εντολές για συντονισμένη δράση και να δείξουν ταυτόχρονα ότι πειθαρχούν στην Κεντρική Διοίκηση[92]

[93]

Υπογραφή και σφραγίδα του Νάσιου Μάνταλου.

1823.05–06: Νίκη Μάνταλου στον Κόρμπο, «καπάκια» με τους Τούρκους

«Τον χειμώνα του 1822–1823 οι Μανταλαίοι βρίσκονταν στον Ασπροπόταμο.[94] Στις 5.6.1823 οι Τούρκοι εισέβαλαν για άλλη μία φορά στην περιοχή αυτή. Τότε ο Μάνταλος τους ακολούθησε χωρίς να τον αντιληφθούν και τους κυνήγησε προς την Πύλη των Τρικάλων, από το βουνό Κόρμπος και από τα στενά του χωριού Κοτρόνι (τότε Δραμίζι). Η εξέλιξη της κατάστασης, την άνοιξη, δεν ήταν καλή. Γι’ αυτό ο Καραϊσκάκης και ο Στορνάρης υπέγραψαν νέα συνθήκη ειρήνης[95] με τον Σούλτζια Κόρτζια, τον δερβέναγα των Τρικάλων. Στη συνέχεια, με κοινή αναφορά τους προς την ελληνική κυβέρνηση, σταλμένη από τα Άγραφα, στις 12.6.1823, εξήγησαν τους λόγους για τους οποίους την υπέγραψαν. Στην αναφορά αυτή υπέγραψε, με τους άλλους αρχηγούς, και ο Νάσιος Μάνταλος.»[96]

Πηγές

«Ὄθεν ὁ Στορνάρης καὶ ὁ Γρηγόρης Λιακατᾶ, μὴ ἠξεύροντες τὸ σχέδιον τῶν Τούρκων, προκαταλάβαμεν τὴν Πέτρανἀπάνω ἀπὸ τὰ Κούτζιανα, δρόμον ὅστις καλοῦσεν νὰ διευθυνθῶσιν οἱ ἐχθροὶ καθ’ ἡμῶν, ὅπου ἦτον αἱ φαμελιὲς ὄπισθεν, νὰ ὠφεληθοῦν. Ὀχυρωθέντες ὅμως εἰς Πέτρανὁμοῦ δὲ καὶ οἱ μείναντες Σουλιῶται, οἵτινες ἔδειξαν τὴν μεγαλυτέραν προθυμίαν, κατασκευάσαντες οἱ ἴδιοι καὶ τὰ ὀχυρώματά των, οἱ Ἀλβανοί, λαβόντες ἄλλην διεύθυνσιν, καὶ προχωρήσαντες ἀπὸ τὸν δρόμον Κόρμπου πρός τὰ Πετρούλια καὶ Βιτρινίκου, ἀφεθέντα ἔρημα, ἕως εἰς χωρίον Πίραν, ἔβαλαν φωτιὰ καὶ ἔκαυσαν πολλὰς οἰκίας ἐξ αὐτῶν, καὶ τὰς καλυτέρας. Ἀπαντήσαντες δὲ ἐρχόμενον τὸν Νάσιον Μάνταλον πρὸς ἡμᾶς εἰς μίαν στενὴν σκάλαν καὶ τουφεκισθέντεςἔδωσαν τὰ νῶτα καὶ τζακίσθησαν ἕως νὰ περάσουν τοῦ Κόρμπου τὰ στενά καὶ Δραμιζίου, νὰ προλάβουν νὰ φύγουν μὴν κλεισθοῦνἸδοὺ ὁποίους ἥρωας ἐπροσμέναμεν νὰ μᾶς ῥιφθοῦν, καὶ δὲν τὸ προνοήσαμεν. Ἀγκαλὰ ἀνοητότεροι ἐφάνησαν οἱ Καπιταναῖοι, ὁποῦ δὲν ἐφρόντισαν καλύτερα.»[97]

1823–1824: Διένεξη με Ψειραίους για το αρματολίκι

Γεφύρι του Ψείρα. Φωτογραφία Σπυρίδωνος Βλιώρα, 18.10.2014.

Την Άνοιξη του 1823 ο «Νάσιος Μάνδαλος ἀπέρασεν εἰς τὰ Χάσια ὡς πολέμιος.[98] Ὅλοι οἱ Καπιταναῖοι ἐμβῆκαν εἰς ἐμπόλεμον θέσιν.»[99]

«Αυτόν, όμως, τον καιρό δρούσαν στα Χάσια, ως αρματολοί του βόρειου τμήματός τους, οι αδερφοί Ψειραίοι.[100] Η γειτνίαση των δύο αρματολικίων[101] είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί, ανάμεσα στους αρματολούς, μεγάλη αντιζηλία[102]

Υπήρξε καταγγελία ότι οι Ψειραίοι φιλοξενούσαν 40 περίπου οικογένειες των Λιακαταίων,[103] τη στιγμή που ο Γρηγόρης Λιακατάς και άλλοι συγγενείς και κάτοικοι χωριών από το κόλι του πολεμούσαν στο Μεσολόγγι. «Η φιλοξενία των Λιακαταίων δημιούργησε στους Ψειραίους προβλήματα. Οι αντίζηλοί τους (…), για να τους εκδικηθούν, φανέρωσαν το μυστικό τους στον αλβανό δερβέναγα των Χασίων Σιλιχτάρ Μπότα και κείνος αποφάσισε να τους εξοντώσει.»[104]

Σ’ ένα δημοτικό τραγούδι της συλλογής του Παναγιώτη Αραβαντινού αναφέρεται και ο Νάσιος Μάνταλος[105] μαζί με τον Αναστάση Μαντζαφλάρα από το Λουζέστι ως διώκτες των Ψειραίων στο πλευρό του Σιλιχτάρ Μπόδα και τη σύλληψή τους στο χωριό Λουμπινίτσα.[106]

Δημοτικό: Οι αδερφοί Ψειραίοι[107]

«Μην είν’ κατάρα του γονή, μην είναι και του νούνου,

μην είν’ απ’ τον Θεό γραφτό κι από τη μοίρα γράμμα,

μήνα ζουλούμια[108] έκαμαν όξου τα παλικάρια;

Πολλοί–πολλοί κλαφτήκανε στον Σιλιχτάρη Μπότα

κι ο Σιλιχτάρης το ’βαλε να πιάσει τους Ψειραίους.

Τρία μπουλούκια ξέβγαλε, σύγνεφα τρία μαύρα.

Το ’να ’ν’ ο Νάσιος Μάνταλος, τ’ άλλο ’ν’ ο Μαντζαφλάρας,

το τρίτο το χειρότερο είν’ ο Ρακίπ Κολόνιας.[109]

Όθε διαβούν κι όθε σταθούν ρωτάνε κι εξετάζουν:

“Ποιος είδε τους περήφανους, ποιος είδε τους Ψειραίους,

σε τι χωριόν απέρασαν, σε τι τόπο κονεύουν;”

“Εμείς εψές τους είδαμε μέσα στη Νεμπενίτσα,

όπου είχαν σκόρπια τα παιδιά, σκόρπια τα παλικάρια.”

Σαν πήγαν και τους εύρηκαν, μια μπαταριά τούς ρίχνουν,

και ζωντανούς τούς έπιασαν, στα Τρίκαλα τους πάνε.

Στα Τρίκαλα τους έσφαξαν τους τρεις μέσ’ στο παζάρι,

κομμένο το κεφάλι τους , κι η γλώσσα ματωμένη,

ψηλή φωνίτσαν έβγαλαν, ψηλή λαλίτσα βγάνουν:

Νάσο, εσύ που γλύτωσες, πολύν καιρόν να ζήσεις,

μολύβι να μη σε κολνά, σπαθιά να μη σ’ εγγίζη,

και γλήγορα το αίμα μας βαριά να ξαγοράσεις.»

«Ἐπὶ δὲ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ὁ Ἠπειρώτης Σιλιχτὰρ Μπότας διωρίσθη τοποτηρητὴς τῆς Θεσσαλίας, ὑπέπεσον εἰς τὴν ὀργὴν αὐτοῦ καταμηνυθέντες ὡς προδόται καὶ ἅρπαγες παρὰ τοῦ συνεπαρχιώτου καὶ ἀντιζήλου των ΜαντζαφλάραΚαταδιωκόμενοι δὲ περιήρχοντο ἐντὸς τῆς περιοχῆς τῶν Χασίων μετ’ ὀλίγων ὀπαδῶν, ἐγκαταλελειμμένοι παρὰ τῶν φίλων καὶ συμπατριωτῶν. Τελευταῖον δὲ κατὰ τὸ χωρίον Νεμπενίτσαν περικυκλωθέντες ἠναγκάσθησαν ἵνα παραδοθῶσιν ἐπὶ ὑποσχέσει ἀμνηστίας, ἀλλ’ ἐθανατώθησαν εἰς Τρίκαλα, ὡς τὸ ἄσμά των παρίστησιν. Ὁ ῥηθεὶς Μαντζαφλάρας εἰς ἀμοιβὴν τῶν ἐκδουλεύσεών του προεχειρίσθη διάδοχος τοῦ Δημητρίου Ψείρα εἰς τὴν ὁπλαρχηγίαν, ἀλλ’ ὀλίγον ἐχάρη τοὺς καρποὺς τῆς προδοσίας του, δολοφονηθεὶς[110] καὶ οὗτος ὑπὸ τῶν ὀθωμανῶν διὰ τὴν πρὸς αὐτοὺς ἀφοσίωσίν του. Μετὰ τῶν Ψειραίων ἐφονεύθη τότε καὶ ὁ Γεώργιος υἱὸς τοῦ Τσολάκη, ὅστις ἐχρημάτισε πρωτοπαλίκαρον τοῦ Τσόγκα.»[111]

«Σχολιάζοντας το παραπάνω τραγούδι ο Αραβαντινός (…) δεν κάνει λόγο για τον Μάνταλο[112]

1824.07.31: Επιστολή Νάσιου Μάνταλου σε Στορνάρη

Ο Νάσιος Μάνταλος, πιθανόν από τη στάση που κράτησε προς τους Ψειραίους και από τη συνεργασία του με τους Τούρκους, φαίνεται ότι έχασε τη στήριξη του —συγγενούς του κατά τα άλλα— Νικολού Στορνάρη κι έτσι στις 31 Ιουλίου του 1824 τού γράφει μια επιστολή[113] για να του επισημάνει ότι είναι συγγενείς κι ότι θα είναι πάντα με το μέρος του.

Αν κρίνουμε από το πόσες φορές επαναλαμβάνει ότι ενδιαφέρεται για την υγεία του Στορνάρη, φαίνεται πως «είχε λερωμένη τη φωλιά του». Βέβαια, του επισημαίνει πως για εθνικούς λόγους συναντήθηκε τις προηγούμενες μέρες «μὲ ὅλους τοὺς καπεταναίους, Τζαραίους, Μπλαχαβαίους, Μπαλίνικον καὶ μὲ τὸν Παναγιώτην Σιαπέραν καὶ ὠμιλήσαμεν τὰ πάντα.»

Πηγές

«Πρὸς τὸν γενναιότατον καὶ τιμιώτατον ἀδελφόν μου Καπετὰν Νικολό. Προσκυνῶ κύριον τὸν μεγαλοδύναμον Θεόν παρακαλῶν διὰ νὰ σοῦ χαρίσῃ τὴν τιμημένην σου ὑγείαν μαζὶ μὲ τὰ ἀρχοντόπουλά σου. Ἂν ρωτᾶς διὰ λόγου μας, θείᾳ χάριτι τὴν ὑγείαν μας ἔχομεν. Τὸ τιμημένο γράμμα ἔλαβα καὶ ἐχάρηκα διὰ τὴν ὐγείαν σας καὶ ἐκατάλαβα τὰ πάντα, καὶ εἶδα νὰ μοῦ γράφετε μὲ κακοφανισμόν μου ὅτι μὲ χωρίζετε ἀπὸ τὴν ἀδελφικὴν ἀγάπηνποὺ ἐδῶ καὶ χρόνια ἔχομεν μαζί. Καπετὰν Νικολό, ἐγὼ μίαν φορὰν σᾶς ἔδωκα τὴν πίστιν μου καὶ ἀπὸ αὐτὸ τὸ χέρι δὲν τραβῶ. Ἂν ἡ τιμιότης σας μὲ ἀρνήθηκε, αὐτὸ ἀλλάζει. Ἐγὼ ὅμως ἤμουν καὶ εἶμαι καὶ θέλω εἶμαι σπίτι σας ἕως τέλους τῆς ζωῆς μου, καὶ διὰ νὰ πληροφορηθῆτε καλύτερα, ἰδοὺ στέλνω τὸν ἰδικόν μου καρανταΐρη[114] τόσον καὶ διὰ τὴν ξεχωριστὴν ἀδελφότητά μας, ὅσον καὶ διὰ τοὺς λοιποὺς καπεταναίους νὰ τοὺς κοινοποίησῃς ὅσα ἀνήκουν διὰ ἡμᾶς καὶ διὰ σᾶς διὰ τοῦ ἰδίου του καρανταΐρη, ὁποῦ νὰ ἠξεύρομεν καὶ ἡμεῖς ποῦ περπατοῦμεν καὶ ὄχι νὰ μὲ πειράζῃς ἀδίκως, ὅτι ὁ κόσμος νὰ τὸ θελήσῃ, ἡμεῖς δὲν χωριζόμασθε, ὅτι εἴμεθα συγγενεῖς. Ὅμως σᾶς παρακαλῶ νὰ μοῦ τὸ χωρίσετε φανερά, καὶ εἶμαι ἰδικός σας, μέσῳ τοῦ ἰδικοῦ μου καρανταΐρη, ὁποῦ μαξούς[115] τὸν στέλνομεν, καὶ αὐτὲς τὶς ἡμέρες ἔκαμα ἀντάμωσιν μὲ ὅλους τοὺς καπεταναίουςΤζαραίουςΜπλαχαβαίουςΜπαλίνικον καὶ μὲ τὸν Παναγιώτην Σιαπέραν καὶ ὠμιλήσαμεν τὰ πάντα καὶ γίνεσαι βουκούφης ἀπὸ τὸν ἰδικόν μου καρανταΐρην καὶ νὰ ἔχω τὴν τιμίαν σας ἀπόκρισιν διὰ νὰ χαίρομαι διὰ τὴν ὑγείαν σας καὶ ὑγίαινε. | Ὁ ἀδελφός σου ἀχώριστος γιὰ πάντα | Νάσος Μάνταλος. 1824, Ἰουλίου 31, Κράντζοβον.»[116]

«Όπως βλέπουμε στην επιστολή του αυτή, ο Νάσιος Μάνταλος δεν αναφέρει τους αντιζήλους του Ψειραίους, γεγονός που σημαίνει ότι ήδη είχε συντελεστεί, μάλλον, και με τη δική του συνδρομή, η εξόντωση των Ψειραίων.»[117]

1824.08.13: Ο Νάσιος Μάνταλος αναμένει οδηγίες για τον Αγώνα

«Τα επόμενα χρόνια ο Νάσιος τα περνάει στο αρματολίκι του στα Χάσια. Σύμφωνα με μια επιστολή των Στορνάρη και Λιακατά προς τον Μαυροκορδάτο στις 13 Αυγούστου 1824 οι Χασιώτες καπεταναίοι ζητούν οδηγίες για συντονισμό τού αγώνα: “Κατάλαβε καὶ ἀπὸ τὸ ἐσώκλειστον γράμμα, ὁποῦ μοῦ γράφει ὁ καπετὰν Νάσος Μάνταλος, ὅτι ὅλοι οἱ καπεταναῖοι καρτεροῦν τί νὰ τοὺς εἴπωμεν, καὶ εἶναι καλὸν νὰ τοὺς γράψητε ὅλους χωριστά.”»[118]

1824.11.12: Επιστολή Νάσιου Μάνταλου στο γιο του Γιαννούλα

Στις 12 Νοεμβρίου του 1824 ο Νάσιος Μάνταλος στέλνει μια επιστολή στο γιο του Γιαννούλα, για να μεριμνήσει για τη διευθέτηση κάποιου χρέους.

1825.01–02: Ο Μάνταλος στρατηγός, η Κυβέρνηση επιφυλακτική απέναντί του

Από τον Ιανουάριο του 1825 ο Νικολός Στορνάρης είχε στείλει τον γραμματικό του Κασομούλη στο Ναύπλιο, για «να μαθαίνουν άμεσα τις πολιτικές εξελίξεις και να πολιτεύονται αναλόγως».[119] Σε μία επιστολή που του έστειλε στις 18 Φεβρουαρίου 1825 τον ενημερώνει πως ο Ρούμελης βαλεσής Κιουταχής (Reşid Mehmed Paşa) από τη Λάρισα έστειλε στρατό με τον Σιλιχτάρ Μπόδα, αντικαταστάτη του Σούλτζε Κόρτζια, προκειμένου να χτυπήσει τους Ασπροποταμίτες.[120] Σε ασπροποταμίτικα χωριά είχαν καταφύγει και οικογένειες από άλλες περιοχές. «Ὁμοίως καὶ ὁ καπετὰν Νάσιος Μάνταλος τὲς ἀπέρασεν τὲς φαμελιὲς εἰς Πίρα χωρίον, καὶ ὅλοι ἦταν μαζί του, ὅμως ἦταν ἀκυβέρνητοι ἀπὸ ψωμὶ καὶ ἀπὸ πολεμοφόδια[121]

Από την Πίρα ο Νάσιος Μάνταλος ζήτησε με αναφορά του προς την Ελληνική Κυβέρνηση «ἕναν βαθμὸν στρατιωτικὸν καί τινας μισθοὺς διὰ τοὺς στρατιώτας του.»[122] Η Κυβέρνηση όμως ήταν επιφυλακτική, «γνωρίζοντας τον άστατο χαρακτήρα του»,[123] καθώς ο Μάνταλος είχε συνεργαστεί με τους Τούρκους στην εξόντωση των αντιζήλων του Ψειραίων.

Οι Στορνάρης και Λιακατάς, με επιστολή που είχαν ήδη στείλει από τις 4 Ιανουαρίου 1825 από το Μεσολόγγι προς την «Ὑπερτάτην Διοίκησιν» εγγυόταν για τον Μάνταλο:[124] «Ὅσον διὰ τὸν κ. Νάσιον Μάνταλον, ἐκεῖνο ὁποῦ ἠμποροῦμε μερικῶς νὰ εἴπωμεν εἶναι αὐτό, ὅτι πάντοτε συνηγωνίσθη μεθ’ ἡμῶν καὶ εἶναι ἕτοιμος εἰς τὰς προσταγάς της καὶ νὰ γίνῃ καὶ περὶ αὐτοῦ ἡ ἀναγκαία προμήθεια[125]

Τελικά η Ελληνική Κυβέρνηση αποφάσισε «νὰ προβιβάσῃ τὸν κ. Νάσιον Μάνταλον εἰς τὸν βαθμὸν τῆς στρατηγίας καὶ νὰ τὸν διατάξῃ νὰ στρατολογήσῃ ὑπὸ τὴν ὁδηγίαν του ἑκατὸν πενῆντα στρατιώτας[126] Όμως μέχρι τα μέσα του Απριλίου 1825 η Κυβέρνηση παρέμενε επιφυλακτική και ζητούσε «νὰ μὴν δοθοῦν πρότερον τὰ διπλώματα τούτου εἰς χεῖρας αὐτοῦἂν δὲν δείξῃ πραγματικῶς τὰ ὅσα ὑπόσχεται, δηλαδὴ νὰ ἀποσπασθῇ ἀπὸ τοὺς Τούρκους,[127] νὰ ἔλθῃ νὰ ἑνωθῇ μετὰ τῶν ἀγωνιζομένων ὑπὲρ πατρίδος Ἑλλήνων, ν’ ἀφήσῃ τὰς σχέσεις καὶ συνεννοήσεις μετὰ τῶν Τούρκων καὶ νὰ πείθεται εἰς τὸ ἑξῆς εἰς τὴν Διοίκησιν ἀσμένως ψυχῇ τε καὶ σώματι.»[128]

Πηγές

«Περίοδος Γʹ, ἀριθμὸς 434. | Προσωρινὴ Διοίκησις τῆς Ἑλλάδος. | Τὸ Βουλευτικὸν Σῶμα. | Πρὸς τὸ Σεβαστὸν Ἐκτελεστικόν. | Ὁ Νάσος Μάνταλος ζητεῖ διὰ τῆς ἐγκλείστου ταύτης ἀναφορᾶς ἕναν βαθμὸν στρατιωτικὸν καί τινας μισθοὺς διὰ τοὺς στρατιώτας του. Τὸ Βουλευτικὸν Σῶμα προβάλλει πρὸς τὸ Σεβαστὸν Ἐκτελεστικὸν νὰ συμβουλευθῇ περὶ τούτου τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν μερῶν ἐκείνων καὶ οὕτω νὰ ἀποφασίσῃ, ὅπως κρίνει εὔλογον. | Τῇ 27ῃ Φεβρουαρίου 1825. | Ὁ Πρόεδρος Κ. Νοταράς.»[129]

«Περίοδος Γʹ, ἀριθμὸς 4080 | Πρὸς τὸ Σεβαστὸν Βουλευτικόν. | Ἀνεγνώσθη τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 434 καὶ τὸ ἀπὸ 27 ἀπελθόντος μηνὸς προβούλευμα τοῦ Σεβαστοῦ Σώματος καὶ ἐπαρατηρήθησαν τὰ αἰτήματα τοῦ Νάσιου Μάνταλου περὶ τῶν ὁποίων θέλει ἐνεργήσῃ τὸ Ἐκτελεστικὸν καὶ νὰ γνωμοδοτήσῃ τὸ Σεβαστὸν Βουλευτικόν. | Ὁ Πρόεδρος. | Ὁ Γενικὸς Γραμματεύς.»[130]

«Προσωρινὴ Διοίκησις τῆς Ἑλλάδος. | Πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ Πολέμου. | Ἐλήφθη ἡ ὑπ’ ἀριθμὸν 4996 ἀναφορὰ τοῦ Ὑπουργείου τούτου καὶ εἰς ἀπάντησιν διορίζεται τὸ Ὑπουργεῖον, κατὰ τὴν ἐγκλειομένην, νὰ προβιβάσῃ τὸν κ. Νάσιον Μάνταλον εἰς τὸν βαθμὸν τῆς στρατηγίας καὶ νὰ τὸν διατάξῃ νὰ στρατολογήσῃ ὑπὸ τὴν ὁδηγίαν του ἑκατὸν πενῆντα στρατιώτας. Τὸ δὲ δίπλωμα τῆς στρατηγίας καὶ τὴν διαταγὴν τῆς στρατολογίας νὰ φροντίσῃ τὸ Ὑπουργεῖον διὰ νὰ δοθοῦν μὲ τρόπον ἢ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Δυτικῆς Ἑλλάδος ἢ εἰς τὸν ἀρχηγόν τοῦ ἐκεῖ Στρατοπέδου καὶ νὰ μὴ δοθοῦν πρότερον εἰς χεῖρας αὐτοῦἂν δὲν δείξῃ πραγματικῶς τὰ ὅσα ὑπόσχεται καὶ εὐπείθειαν εἰς τὴν Διοίκησιν. | Ναύπλιον, 13 Ἀπριλίου 1825. | Ὁ Ἀντιπρόεδρος | Ὁ Γενικὸς Γραμματεύς.»[131]

«Ἀριθμὸς 5234. | Ὑπουργεῖον τοῦ Πολέμου. | Πρὸς τὴν ἐν Μεσολογγίῳ ἐνεργοῦσαν Τριμελῆ Ἐπιτροπήν. Ἡ Σεβαστὴ Διοίκησις, διὰ τοῦ Ὑπουργείου τούτου, προβιβάσασα τὸν Νάσιον Μάνταλον εἰς τὸν βαθμόν τῆς Στρατηγίας διέταξε συγχρόνως αὐτὸν μὲ διαταγὴν τῆς ὑπ’ ἀριθμὸν 6190 ὅπως στρατολογήσας ἑκατὸν πεντήκοντα στρατιώτας ἀπέλθει αὐτόσε ὑπὸ τὴν ὁδηγίαν τοῦ Στρατηγοῦ Νικολάου Στορνάρη. Σὺν τούτοις δὲ διέταξε καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο μὲ τὴν ἰδίαν ταύτην διαταγήν του νὰ διευθύνῃ πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην τὸ δίπλωμα τῆς Στρατηγίας καὶ τῆς στρατολογίας τοῦ ῥηθέντος καὶ νὰ σᾶς εἴπῃ ὅτι νὰ μὴν δοθοῦν πρότερον τὰ διπλώματα τούτου εἰς χεῖρας αὐτοῦἂν δὲν δείξῃ πραγματικῶς τὰ ὅσα ὑπόσχεται, δηλαδὴ νὰ ἀποσπασθῇ ἀπὸ τοὺς Τούρκους, νὰ ἔλθῃ νὰ ἑνωθῇ μετὰ τῶν ἀγωνιζομένων ὑπὲρ πατρίδος Ἑλλήνων, ν’ ἀφήσῃ τὰς σχέσεις καὶ συνεννοήσεις μετὰ τῶν Τούρκων καὶ νὰ πείθεται εἰς τὸ ἑξῆς εἰς τὴν Διοίκησιν ἀσμένως ψυχῇ τε καὶ σώματι. Ταῦτα ἀναγγέλει τὸ Ὑπουργεῖον τὴν Ἐπιτροπὴν ταύτην ἐκ μέρους τῆς Διοικήσεως, περὶ τοῦ Νάσιου Μαντάλου, ἐμπερικλεῖον καὶ τὰ διπλώματα αὐτοῦ καὶ τὸ πρὸς τὸν στρατηγὸν Στορνάρην συστατικόν του γράμμα καὶ Γενικὸν Φροντιστήν, διὰ νὰ τοῦ δίδῃ ἐν καιρῷ τὰς ἀνάλογους τροφὰς καὶ ἀναμένει ἀπάντησιν τῶν πραχθησομένων τοῦ ῥηθέντος. | Ἐν Ναυπλίῳ, τὴν 14ην Ἀπριλίου 1825[132]

1825.04.14: Ο Μάνταλος στρατηγός υπό τον Στορνάρη

Τελικά, στις 14 Απριλίου 1825 η «Σεβαστὴ Διοίκησις μὲ διαταγήν της ὑπ’ ἀριθμὸν 6190 ἐδιόρισε νὰ στρατολογήσῃς ὑπὸ τὴν ὁδηγίαν σου ἑκατὸν πεντήκοντα στρατιώτας καὶ νὰ ἀπέλθῃς εἰς τὴν δυτικὴν Ἑλλάδα ὑπὸ τὴν ἄμεσον ὁδηγίαν τοῦ στρατηγοῦ Νικολοῦ Στορνάρη, πειθόμενος εἰς τὰς διαταγὰς αὐτοῦ.»[133] Ταυτόχρονα με άλλο έγγραφο ενημέρωσε και τον Στορνάρη.[134]

«Ο Μάνταλος κατάφερε να στρατολογήσει 50, και όχι 150, άντρες και έμεινε για ένα διάστημα στο στρατόπεδο της Βόνιτσας με τους αρχηγούς Γεώργιο Τσόγκα, Νικολό Στορνάρη[135] και Γρηγόρη Λιακατά, που διέθεταν 600, 300 και 200 άντρες, αντιστοίχους. Από την Δυτική Ελλάδα κατέβηκε στην Αττική και τέθηκε κάτω από τις διαταγές του Γκούρα[136]

Πηγές

«Περίοδος Γʹ, ἀριθμὸς 5230. Πρὸς τὸν γενναῖον στρατηγὸν κύριον Νάσον Μάνδαλον. | Ἡ Σεβαστὴ Διοίκησις μὲ διαταγήν της ὑπ’ ἀριθμὸν 6190 ἐδιόρισε νὰ στρατολογήσῃς ὑπὸ τὴν ὁδηγίαν σου ἑκατὸν πεντήκοντα στρατιώτας καὶ νὰ ἀπέλθῃς εἰς τὴν δυτικὴν Ἑλλάδα ὑπὸ τὴν ἄμεσον ὁδηγίαν τοῦ στρατηγοῦ Νικολοῦ Στορνάρη, πειθόμενος εἰς τὰς διαταγὰς αὐτοῦ. Τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο σὲ ἰδεάζει τὴν θέλησιν ταύτην τῆς Διοικήσεως, βέβαιον ὂν ὅτι θέλει ἐκτελέσῃς τὴν διαταγὴν ταύτην ἐπαξίως τῆς ὑπολήψεως τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ Διοίκησις περὶ τοῦ ὑποκειμένου σου. | Ἐν Ναυπλίῳ, τῇ 14ῃ Ἀπριλίου 1825.»[137]

1826–1827: Ο Μάνταλος στην Αττική υπό τον Γκούρα

Γιάννης Γκούρας.

Τη διετία 1826–1827 ο Μάνταλος με τους άντρες του βρέθηκε στην Πολιορκία της Ακροπόλεως υπό τις διαταγές του φρούραρχου Γιάννη Γκούρα, κατά τη διάρκεια της οποίας ο Μάνταλος, αν και πολέμησε γενναία, δεν επέδειξε πάντοτε την αρμόζουσα συμπεριφορά.

«Ο Γκούρας έστειλε στη Σαλαμίνα “τὸν ἐπὶ ὠμότητι διαβόητον ὀπαδόν του Μάνταλον πρὸς φορολογίαν τῶν ἐκεῖ Ἀθηναίων, ὅστις ἐξετέλεσεν τὴν ἀποστολήν του (καὶ μὲ τὸ παραπάνω, ὡς λέγουν).”»[138]

Σε κάποιες περιπτώσεις και ορισμένοι στρατιώτες του λιποτάκτησαν, ενώ «κάποια στιγμή, φαίνεται ότι οι Μανταλαίοι δείλιασαν και επεδίωξαν να εγκαταλείψουν την Ακρόπολη της Αθήνας και να αποτραβηχτούν στον Πειραιά. Αυτό έγινε στις 27.1.1827μετά την ήττα των Ελλήνων στο Καματερό[139]



Αψιμαχία ιππικού στη μάχη του Χαϊδαρίου.

Πηγές

«Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, πρὶν ἢ εἰσβάλῃ ὁ Κιουταχῆς εἰς τὴν Ἀνατολικὴν Ἑλλάδα, εἶχε διορίσει ἀπ’ ἀρχὰς τοῦ Μαΐου τὸν Γκούραν ἀρχηγὸν αὐτῆς, διατάξασα αὐτὸν νὰ μὴν περιμένῃ τὸν ἐχθρὸν ἐν τῇ Ἀττικῇ, ἀλλὰ νὰ πολεμήσῃ αὐτὸν μακρὰν αὐτῆς, χορηγοῦσα αὐτῷ καὶ ἄφθονα μέσα. Οὗτος ὅμως, μὴ ἔχων, ὡς ἐῤῥέθη, εἰμὴ μόνον 300 ἄνδρας μισθωτούς, καὶ μᾶλλον ἐνασχολούμενος πρὸς φορολογίαν τοῦ λαοῦ, καὶ ἰδίως τῶν Ἀθηναίων, οὓς καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Σαλαμῖνι μετὰ τὴν ἐκεῖσε μετάβασιν αὐτῶν ἐφορολόγησε διὰ τοῦ διαβοήτου Μανδάλου, περιωρίσθη εἰς τὴν φύλαξιν τῆς ἀγαπητῆς αὐτοῦ Ἀκροπόλεως, ἣν καὶ ἐφωδίαζεν ἐπιμελῶς, καταλιπὼν τὴν ὑπεράσπισιν τῆς πόλεως εἰς τοὺς πολίτας Ἀθηναίους, ἰθυνομένους ὑπὸ τοῦ Μακρυγιάννη.»[140]

1830: Σφαγή Κλεφταρματολών από Κιουταχή· οι Μανταλαίοι γλύτωσαν

Πρωτόκολλο Ανεξαρτησίας.

«Στις 22 Ιανουαρίου / 3 Φεβρουαρίου 1830 η Διάσκεψη του Λονδίνου, ύστερα από αγγλική πρόταση, διακήρυξε την πολιτική ανεξαρτησία της Ελλάδος (…) “Ἡ Ἑλλὰς θέλει σχηματίσει ἓν Κράτος ἀνεξάρτητον (…) εἰς ἐντελῆ ἀνεξαρτησίαν”. (…) “Ἡ διοριστικὴ γραμμὴ τῶν συνόρων τῆς Ἑλλάδος, ἀρξαμένη ἀπὸ τὰς ἐκβολὰς τοῦ Ἀσπροποτάμου (…) θέλει καταντήσει πρὸς τὰς ἐκβολὰς τοῦ Σπερχειοῦ” (…) προκειμένου να ικανοποιηθεί η επιθυμία των Άγγλων αποικιοκρατών για κατοχύρωση των Ιονίων νήσων από τον κίνδυνο, τον απότοκο της κυριαρχίας των Ελλήνων στη γειτονική Ακαρνανία»,[141] αφήνοντας έτσι τη Θεσσαλία εκτός του ελληνικού κρατικού κορμού.

Τον Μάρτιο ο Σκοτσέζος οροθέτης Ντέιβιντ Έρκαρτ (David Urquhart), αφού είδε έξω από την Καλαμπάκα κατατρεγμένους κατοίκους του Κλινοβού, ο οποίος είχε λεηλατηθεί μια μέρα νωρίτερα από τον καπετάνιο Σωτήρη Λιακατά, που εκδικούνταν μ’ αυτόν τον τρόπο την εκδίωξή του από το αρματολίκι του Ραδοβιζιού από τους Μπακολαίους,[142] συνάντησε στο Μεγάλο Μετέωρο δεκάδες κλεφταρματολούς και ιερείς να συζητούν, να ψάχνουν για προδότες (μεταξύ των οποίων τοποθετούσαν και τον Καποδίστρια) και να καβγαδίζουν για τις ευθύνες τής μη συμπερίληψης της περιοχής τους στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος, καθώς είχε καλλιεργηθεί η προσδοκία ότι θα έφτανε μέχρι τη Θεσσαλονίκη.

«Εἰς τὰ Τρίκαλα ἐξακολουθεῖ νὰ δυναστεύῃ τοὺς κατοίκους ὁ τοῦ σελιχτάρη[143] ἀνεψιὸς Μαχμοὺτ μπέης καὶ τὸν παρὰ τοῦ τῆς Λαρίσης Μαχμοὺτ πασᾶ ἀπεσταλμένον μουσελίμην[144] ἀπεδίωξεν. Εἰς τὰς πεδιάδας τῆς Θεσσαλίας κατατυραννοῦν τοὺς κατοίκους περιφερόμενοι ὡς ἔγγιστα χίλιοι Ἀλβανοὶ ὁμόφρονες τοῦ σελιχτάρη, οἱ δὲ χριστιανοὶ μὴν ὑποφέροντες καιροφυλακτοῦν διὰ νὰ προσφύγουν εἰς τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα[145]

Την περίοδο αυτή και υπ’ αυτές τις συνθήκες ο Νάσιος Μάνταλος είχε επιστρέψει και βρισκόταν στο αρματολίκι του στο Κράτζοβο Χασίων.[146]



Μεχμέτ Ρεσίτ πασά (Reşid Mehmed Paşa)

Για να καταπαύσει τις αναταραχές σε Θεσσαλία και Αλβανία αλλά και να εμποδίσει τη χάραξη βορειότερων συνόρων για την Ελλάδα o σουλτάνος Μαχμούτ Βʹ κατά τα μέσα του 1830 στέλνει τον μεγάλο βεζίρη του Μεχμέτ Ρεσίτ πασά (Reşid Mehmed Paşa), τον επονομαζόμενο Κιουταχή, με σχέδιο εξόντωσης των Θεσσαλών αρματολών, «διότι τους θεωρούσε υπαίτιους για τη συντήρηση του επαναστατικού πνεύματος στη Θεσσαλία και αποσκοπούσε στο να μην επιτρέψει στην κυβέρνηση του Καποδίστρια να διεκδικήσει τη χάραξη της μεθορίου στον Όλυμπο[147]

Στις αρχές Δεκεμβρίου του 1830 ο Κιουταχής κάλεσε όλους τους αρματολούς του Σαντζακίου των Τρικάλων στα Τρίκαλα, για να προσκυνήσουν και να τους αποδοθεί εκ νέου το αξίωμα του αρματολού. Πολλοί αντιλήφθηκαν την παγίδα και δεν εμφανίστηκαν, αλλά αρκετοί προσήλθαν και στις 12 Δεκεμβρίου εξοντώθηκαν. «Εἰς Τρίκαλα ὁ μουσελίμης[148] καλούμενος Γένζαγας ἐφόνευσε περίπου τῶν διακοσίων[149] Μεταξύ αυτών ο Στέριος Στορνάρης, αδερφός του Νικολού, Σωτήρης Λιακατάς, που διεκδικούσε το αρματολίκι Ραδοβιζίου, Σάββας Βούλγαρης, αρματολός του Δομοκού[150] κ.ά.

«Οἱ λοιποὶ Νάσιος ΜάνδαλοςΨειραῖοιΖιάκας (καπιταναῖοι) Χασίων, Σωτήρης Στράτου Ἀγράφων, Κατσαρός, Λιακατᾶς Κερασόβου, συμποσούμενοι ὅλοι εἰς 600, Κουτελίδας, Μῆτρος Γῶγος,[151] καπιταναῖοι εἰς Σκουληκαριάν, ἐσώθησαν. Ὅλοι οἱ Χασιῶται προσέφυγον ἐκεῖθεν εἰς Τζουμέρκα. (…) Ὁ Κιουταχὴς ἐκρέμασεν καὶ τὸν Νάσιον Καστανιώτην.[152]»[153]

«Ενώ ο Καποδίστριας, για ευνόητους λόγους, δεν γνώριζε πού κατέφυγαν οι αρματολοί, ο Εμίν πασάς[154] είχε ακριβείς πληροφορίες. Ο Θανάσης Μάνταλος, ο Δημήτρης Κατσαρός,[155] οι Κώστας και Μήτρος Κοκόσης, οι λοιποί Στορναραίοι, ο Μπλαχάβας[156] και ο Κουτελίδας είχαν βρει καταφύγιο στον Καρβασαρά (Αμφιλοχία) της Ακαρνανίας, οι Μετσοβίτες Δεληγιανναίοι στη Βόνιτσα και ο Ντούλας Γώγου[157] με τον Καλλίνικο Τσιάρα[158] στο Περδικάκι (Σακαρέτσι) του Βάλτου. Το κυνηγητό των αρματολών και τη διάλυση των αρματολικίων συνέχισε ο Εμίν πασάς μέχρι το 1836 τουλάχιστο.»[159]

Πηγές

«Κατὰ τὸ 1830, ὅταν ὁ Ρεσὶτ πασιᾶς, μέγας βεζίρης, διὰ διατάγματος τοῦ Σουλτάνου ἐπρόσταξεν νὰ φονεύσουν ὅλους τοὺς ἀρματολοὺς διὰ μιᾶς, προσκεκλημένος καὶ ὁ Στέριος νὰ μεταβῇ εἰς Τρίκαλα, μόλις εἰσῆλθεν μέχρι τῆς ἀγορᾶς, καὶ ἐν ἀγνοίᾳ τούτου καὶ ὅλων ἐπιπεσόντες οἱ Τουρκαλβανοὶ καὶ ὀθωμανοὶ κατ’ ἐπάνω ὅλων καὶ φονεύσαντες αὐτὸν καὶ ἄλλους 100 περίπου, τοὺς ὁποίους ἤφερεν μαζί του, καὶ συγχρόνως ὅσους ηὗρον εἰς τὸ χωρίον Πόρτας ἐκ τῶν συγγενῶν καὶ ὀπαδῶν των, πανστρατιᾷ τρέχοντες οἱ Τοῦρκοι καὶ πρὸς τοὺς λοιπούς. Ὅταν ἔμαθον τοῦτο τὸ τραγικὸν συμβάν, ἀπὸ ὅπου εὑρέθη ὁ καθένας φεύγοντες μὲ τὰς οἰκογένειάς των νὰ σωθοῦν, ἄλλοι πρὸς τὰς νήσους, ἄλλοι πρὸς τὴν Ἑλλάδα, τὸ δρᾶμα ἐφάνη τραγικώτερον δι’ αὐτοὺς τώρα καὶ ἀπὸ ἐκεῖνα τῶν Κοντογιανναίων, τῶν Σουλιωτῶν, τῶν Βλαχαβαίων καὶ τῶν Λαζαίων.»[160]

«Εἰς ταύτην τὴν περίστασιν ἐμάθομεν ὅτι ὁ Ῥούμελης Βαλισῆ Κιουταχὴς Μεχμέτ Ῥεσὶτ πασᾶς, συλλαβὼν τὴν ἰδέαν μίαν καὶ τὴν αὐτὴν ἡμέραν νὰ φονεύσῃ ἐν γένει τοὺς προσκυνημένους ἀρματολοὺς καπιταναίους τῆς Ῥούμελης, ἐξέδωκεν διαταγὴν μυστικὴν πρὸς ὅλους τοὺς Ἀλβανοὺς ντερβεναγάδες περὶ τούτου, ἀλλὰ μὴ ἐπιτυχὼν εἰς τὸ γενικὸν σχέδιον ἐφόνευσεν, τὴν 12ην Δεκεμβρίου 1830, τὸν Στέργιον Στορνάρην καὶ Σωτήρην Λιακατᾶν μὲ ἕως 100 ἀρματολοὺς εἰς τὰ Τρίκαλα καὶ κάποιον Σάββαν ἐπιστήθιόν του καπιτάνον Δομοκοῦ μὲ ἕως 300 ἔξωθεν τοῦ Δομοκοῦ. Οἱ λοιποὶ Νάσιος ΜάνδαλοςΨειραῖοιΖιάκας (καπιταναῖοι) Χασίων, Σωτήρης Στράτου Ἀγράφων, Κατσαρός, Λιακατᾶς Κερασόβου, συμποσούμενοι ὅλοι εἰς 600, Κουτελίδας, Μῆτρος Γῶγος, καπιταναῖοι εἰς Σκουληκαριάν, ἐσώθησαν. Ὅλοι οἱ Χασιῶται προσέφυγον ἐκεῖθεν εἰς Τζουμέρκα. Οἱ δὲ τοῦ Ὀλύμπου ἐσυγκεντρώθησαν εἰς Θεσσαλονίκην καὶ διὰ μεσιτείας τοῦ Μουστοξείδου, προξένου τῆς Ῥωσίας, προσκυνήσαντες ἐσώθησαν, καὶ διὰ Θεσσαλονίκης ἦλθαν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ὁ Κιουταχὴς ἐκρέμασεν καὶ τὸν Νάσιον Καστανιώτην.»[161]

«Ἔτος 1830Δεκεμβρίου 11, ἡμέρα ποὺ χάλασε ὁ Γέντζαγας τὸν καπιτὰν Στορνάρη μὲ ἄλλους ἑκατὸν ὀχτὼ εἰς τὰ Τρίκαλα· τὸ ὅμοιον οἱ ξένοι· καὶ τὸ πλέον κακότερο εἰς κάθε μέρος ὁποῦ βρίσκονταν καπιταναῖοι τοὺς ἐχάλασαν εἰς μία ἡμέρα ὅλους, ὅσους ἠδυνήθησαν· καὶ γράφουμε διὰ ἐνθύμηση. Νικολός Δασ<…>λα.»[162]

«Κάνω θύμηση τὸν καιρὸν ὁποῦ χάλασαν τὸν καπιτάνο Στέργιο Στορνάρη εἰς χωριὸν Πυργητό καὶ ἄλλα παλικάρια τὰ ἔκοψαν εἰς τὰ Τρίκαλα καὶ ἄλλα μερικὰ κράτησαν πόλεμον εἰς τὸ χωριὸν Καρυές καὶ στὶς δέκα ὧρες νυχτὸς[163] ἐτρύπησαν τὸ σπίτι καὶ ἔφυγαν τὸν καιρὸν τοῦ Γκέρτζαγα τοῦ 1829, Δεκεμβρίου 11. (sic)»[164]

«Ἐν ἔτει 1830Δεκεμβρίου 12. Ἀφ’ ὄντας ἐκυνήγησε ὁ Σατραζάμης[165] τοὺς καπεταναίους ὅλους καὶ δὲν ἄφησε οὐδὲ ἕναν καὶ ἔγιναν ῥαγιάδες. Καὶ ὅσοι ἐκρύβησαν εἰς τὰς τρύπας τοὺς ἔπιασαν μὲ τὲς φαμελιές των μὲ κακὸν τρόπο.»[166]

«1830, τὴν ἡμέρα τ’ ἁγίου Σπυρίδωνος σκότωσαν τὸν καπιτάνο Στορνάρη καὶ τὴν Ἄνοιξη ἔκαψαν τὰ χωριὰ τὸ ριζὸ ὅλου καὶ χάλεψαν νὰ ἐμποῦν στὰ Τρίκαλα καὶ τοὺς ἔδωσαν ἐξῆντα πουγκιὰ[167] ἄσπρα καὶ τὸ ψωμὶ[168] καὶ ἔπαψαν.»[169]

Επίλογος

Όπως είπαμε ήδη, ο Νάσιος Μάνταλος πέθανε στη Λαμία, στις 9 Δεκεμβρίου 1855, σε ηλικία 110 ετών. Το προτελευταίο έτος της ζωής του μάλιστα μετείχε, αν και υπεραιωνόβιος, στην επανάσταση του 1854 στη Θεσσαλία.

Τα καθέκαστα όμως της ζωής του από το 1830 ως το 1855 θα αποπειραθούμε να εκθέσουμε είτε στα 2024, όταν και θα τιμούμε σαν πόλη τα 170 χρόνια από τη θεσσαλική επανάσταση του 1854, είτε στα 2025, όταν θα τιμούμε τα 280 χρόνια από την γέννηση και τα 170 από τον θάνατο του Νάσιου Μάνταλου.

Οδοί Μανδάλου στην Καλαμπάκα

Με κόκκινο χρώμα, οι τρεις οδοί Μανδάλου στην Καλαμπάκα.

Στην Καλαμπάκα υπάρχουν τρεις οδοί με το όνομα Μάνδαλος, καμία όμως απ’ αυτές προς τιμήν του Νάσιου Μάνταλου.

Οι δύο πρώτες δόθηκαν με την απόφαση 21 του Δημοτικού Συμβουλίου στα 1960, επί Δημαρχίας Χρήστου Σουλεϊμάνη (05.04.1959–23.08.1964) και προεδρίας του Δημοτικού Συμβουλίου Νικολάου Λάπα (1959–1964), ενώ η τρίτη με την απόφαση 219 του 1964, επί δημαρχίας Γεωργίου Κομματέα (23.08.1964–05.05.1967) και προεδρίας του Δημοτικού Συμβουλίου Γεωργίου Τσιαντίκου Λιάτου (1964–1966).[170]

Οδός Ιωάννη Μανδάλου

Απόφαση Δημοτικού Συμβουλίου 21/60, Απόφαση Υπουργείου Εσωτερικών 84793/60, Παρατηρήσεις: Εκ του ηρώου


Ηρώο Αγίου Βησσαρίωνος.

Το όνομα του Ιωάννη Μανδάλου είναι αναγραμμένο στο Ηρώο της πρώην κεντρικής πλατείας Καλαμπάκας, που σήμερα βρίσκεται στον αύλειο χώρο της εκκλησίας του Αγίου Βησσαρίωνος.

Πρόκειται για τον Ιωάννη Μάνδαλο «που απεβίωσε, εκ τραύματος προφανώς, στις 15 Ιουλίου 1922 στο νοσοκομείο του Οδεμησίου της Μικράς Ασίας[171]




Αυτός ο Ιωάννης Μάνδαλος ήταν δισέγγονος του Νάσιου, γιος του εγγονού του Αλκιβιάδη που ακολουθεί.

Οδός Αλκιβιάδη Μανδάλου

Απόφαση Δημοτικού Συμβουλίου 21/60, Απόφαση Υπουργείου Εσωτερικών 84793/60, Παρατηρήσεις: Τέως πρόεδρος Κοινότητας


Στις 20 Δεκεμβρίου 1881 έγιναν εκλογές —οι πρώτες από την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας στο Ελληνικό Κράτος. Από την περιφέρεια Καλαμπάκας, που είχε 20.746 κατοίκους, εκλέχτηκαν τρεις βουλευτές: Γεώργιος Σιβιτανίδης, Δημήτριος Τσαχτσίρης και Αλκιβιάδης Μάνδαλος.[172]

Αυτός ο τελευταίος πρέπει κάποια στιγμή —είτε πριν την εκλογή του ως βουλευτή είτε μετά— να διετέλεσε και πρόεδρος της Κοινότητας Καλαμπάκας. Κι έτσι με την 21/1960 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου αποφασίστηκε να ονομαστεί μία καλαμπακιώτικη οδός με τ’ όνομά του.


Οι σελίδες 6–7 των Πρακτικών Συνεδριάσεων της Βουλής των Ελλήνων κατά τα έτη 1882–1883. Στις 27.10.1882, στη δεύτερη συνεδρίαση, ο βουλευτής Αλκιβιάδης Μάνδαλος εκλέγεται, με 100 ψήφους, ένας από τους τέσσερις γραμματείς της Βουλής.

Πρόκειται για εγγονό του Νάσιου Μάνταλου από τον γιο του Γιαννούλα. Ο Αλκιβιάδης γεννήθηκε στα 1846. «Μετά την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας στην ελεύθερη Ελλάδα το 1881, ο Αλκιβιάδης Μάνδαλος εκλέγεται βουλευτής Καλαμπάκας στην Βουλή των Ελλήνων για μια τετραετία (20 Δεκεμβρίου 1881–1885) και διετέλεσε για μακρύ χρονικό διάστημα γραμματέας της Βουλής.»[173]

Οδός αεροπόρου Δημητρίου Μανδάλου

 Απόφαση Δημοτικού Συμβουλίου 219/64, Απόφαση Υπουργείου Εσωτερικών 130994/64, Παρατηρήσεις: Αεροπορικό δυστύχημα 15/10/64

1920. Αθηνά και Αθανάσιος Μάνδαλος, Καλαμπάκα.[174]

Οικογένεια Μανδάλου υπήρχε στην Καλαμπάκα και κατά τον 20ό αιώνα, όπως βλέπουμε σε σχετική φωτογραφία του 1920, που απεικονίζει κάποιον Αθανάσιο Μάνδαλο με την σύζυγό του ή ίσως αδερφή του Αθηνά, καθώς υπήρχε Αθηνά Μάνδαλου, κόρη του Γιαννούλα και αδερφή του Αλκιβιάδη.

Υποσμηναγός Δημήτριος Μάνδαλος.

Συγγενής αυτών (ίσως γιος τους) πρέπει να ήταν και ο υποσμηναγός Δημήτριος Μάνδαλος, ο οποίος γεννήθηκε το 1940 στην Καλαμπάκα. Εισήλθε στη Σχολή Αεροπορίας τον Οκτώβριο του 1958 και αποφοίτησε τον Αύγουστο του 1961 με το βαθμό του ανθυποσμηναγού. Στις 15 Οκτωβρίου 1964 ο υποσμηναγός πλέον Δημήτριος Μάνδαλος σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια διατεταγμένης πτήσεως με αεροσκάφος Republic F-84F Thunderstreak, το οποίο προσέκρουσε σε αποστραγγιστική τάφρο, στην προέκταση του αεροδρομίου της 116 Σμηναρχίας Μάχης στον Άραξο και κάηκε.[175]



Αεροσκάφος Republic F-84F Thunderstreak.

Βιβλιογραφία

Η βιβλιογραφία θα παρατεθεί στο βιβλίο με τις δέκα σημαντικές προσωπικότητες της περιοχής Καλαμπάκας, που διαδραμάτισαν σπουδαίο ρόλο πριν από την επανάσταση του 1821 και κατά τη διάρκειά της, και το οποίο θα εκδοθεί προσεχώς…



[1] «Προς τα Δυτικά η προς εξέταση περιοχή οριοθετείται από τον Πηνειό ποταμό και τις υπώρειες του όρους Κράτσοβο (δομείται από σερπεντινίτεςδυτικά του Οστρόβου (σημερινή Αγναντιά).» Philippson 2014, 219. «Προς δυσμάς όμως ανέρχεται ένα μέχρι 1564 μ. ψηλό βουνό αποκομμένο και παρατεταγμένο προς ΒΔ· ονομάζεται Κράτσοβο, το οποίο, συμπεραίνοντας από το κοκκινωπό χρώμα διάβρωσης του μαζώδους πετρώματος, αποτελείται από σερπεντινίτη ή από ηφαιστειογενή πετρώματα, τα οποία στην Ελλάδα δείχνουν να σχετίζονται στις εμφανίσεις. Στην ανατολική πλευρά στο χωριό Κακοπλεύρι εμφανίζεται ασβεστόλιθος, πιθανόν κάτω από τα ηφαιστειακά πετρώματα. Εδώ μπροστά μας έχουμε μία από τις πρώτες, προς αυτή τη πλευρά οροσειρές της Πίνδου.» Philippson 2014, 247–248. «Τα Χάσια όρη καταλαμβάνουν ένα τμήμα του νομού Τρικάλων, στα σύνορα με το νομό Γρεβενών. Πρόκειται για βουνά μέσου υψομέτρου, με ψηλότερη την κορυφή Κράτσοβο (1554 μ.). Τα πετρώματα είναι πυριγενή, με κυρίαρχο το σερπεντίνη. Οι πλαγιές και οι κορυφές των βουνών σκεπάζονται από πυκνά δρυοδάση που προς τα ψηλότερα μέρη αντικαθίστανται μερικές φορές από μαυρόπευκα και έλατα. Ανάμεσα στις βελανιδιές υπάρχουν συχνά και άλλα φυλλοβόλα είδη.» Επιχειρησιακό 2015, 64.

[2] «Πλησίον δ᾽ ἤδη τῆς τε Μακεδονίας καὶ τῆς Θετταλίας περὶ τὸ Ποῖον ὄρος καὶ τὴν Πίνδον Αἴθικές τε καὶ τοῦ Πηνειοῦ πηγαί, ὧν ἀμφισβητοῦσι Τυμφαῖοί τε καὶ [οἱ] ὑπὸ τῇ Πίνδῳ Θετταλοί· καὶ πόλις Ὀξύνεια παρὰ τὸν Ἴωνα ποταμόν (…) πλησίον δὲ καὶ Ἀλαλκομεναὶ καὶ Αἰγίνιον καὶ Εὔρωπος καὶ αἱ τοῦ Ἴωνος εἰς τὸν Πηνειὸν συμβολαί.» ΣτράβωνΓεωγραφικά, 7, 9

[3] Stählin 2002, 209 (& υποσημείωση 5). Πρώτη έκδοση του έργου στα Γερμανικά στα 1893.

[4] Λέγεται και Βίγλα από τους ντόπιους.

[6] Μύτικας λέγεται η προεξοχή που σχηματίζεται σ’ έναν τόπο είτε καθ’ ύψος (κορυφή) είτε κατά μήκος (π.χ. ακρωτήρι). Έτσι π.χ. ονομάζεται επίσης η ψηλότερη κορυφή του Ολύμπου (και της Ελλάδας) αλλά και το ακρωτήριο Μύτικας Αιτωλοακαρνανίας και ο ομώνυμος οικισμός πάνω σ’ αυτό.

[7] Αυτό θεωρεί πως είναι το Κράτσοβο ο Δούσμανης (1933, 48). Τα Βαλκανάρια έχουν υψόμετρο 1283 μ. και βρίσκονται στη θέση 39°47'23.5"N 21°26'50.0"E. Βλ. επίσης Νέζης 2010, 95, Μπουρλής 2010, 12.

[11] Πιθανόν εννοεί το ρέμα της Μπουντιάς, που στην ουσία πηγάζει από τον Προφητ–Ηλία και παρακάμπτει το Κράτσοβο. Χύνεται στον Κακοπλευρίτικο, ο οποίος εκβάλλει στον Ίωνα (Μουργκάνη, Μήκανη) ποταμό.

[13] Κι αυτό από το πρωτοϊνδοευρωπαϊκό *krey– (κοσκινίζω, χωρίζω, διαιρώ)

[14] Που χρησιμοποιείται σε κτητικά επίθετα και δηλώνει «κάτι που ανήκει σε κάποιον» ή χρησιμοποιείται σε οικογενειακά ονόματα, προκειμένου να δηλώσει καταγωγή ή συγγενική σχέση. Προέρχεται με τη σειρά του από το –vъ κι αυτό από το πρωτοϊνδοευρωπαϊκό *–wós (πβ. αρχαιοελληνικό –ος)· βλ. σλαβικά επιθήματα –ово / –ов / –ów / –owy.

[15] Διοικητική ενότητα, στην οποία οι κάτοικοι όφειλαν να καταβάλλουν συγκεκριμένη φορολογία, υποδιαίρεση του αρματολικίου (< τουρκική kol (βραχίονας, χέρι, κλάδος, τμήμα) < οθωμανική τουρκική قول  (qol) < πρωτοτουρκική *kōl: βραχίονας)

[16] Βλιώρας 2021 (Λιακατάς).

[17] Πιθανόν εννοεί τον Κακοπλευρίτικο, που πηγάζει νοτιοανατολικά του χωριού Μπόζοβο (σημερινά Πριόνια, στη θέση 39.882526, 21.366811). Κοντά στο ποτάμι αυτό και έξω από τον Ξηρόκαμπο υπάρχουν τα ερείπια της αρχαίας Οξύνειας, που βρισκόταν σε διαφορετική θέση από την σημερινή· Γιάννης Πίκουλας, «Καὶ πόλις Ὀξύνεια παρὰ τὸν Ἴωνα ποταμόν», 9ο Συμπόσιο Τρικαλινών Σπουδών, Τρίκαλα 4–6.11.2011, Τρικαλινά, 32 (2012) 81–100.

[18] Δεσκάτη.

[19] Σημερινή Παλιουριά.

[20] Leake 1996.29, 35–37.

[21] Στουρνάρας 2018 (κόλια), 156.

[25] Εμμανουήλ Κριαράς, Λεξικό της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100–1669), λήμμα μάνταλος.

[26] Λάμπρος 1910 (Ενθυμήσεις), 208, ενθύμηση υπ’ αριθμόν 347 & 297: «Μάνταλος: θεσσαλός αρματολός»· βλ. Σπανός Κ. 2011α (Ενθυμήσεις), 85, Σπανός Κ. 1991 (Μανταλαίοι), 369.

[27] «Η αρχαιότερη μαρτυρία για την κλεφταρματολική οικογένεια των Μανταλαίων ανάγεται στις αρχές του 18ου αιώνα. Μία σύντομη ενθύμηση της εποχής αυτής μας πληροφορεί ότι το Ο Μάνταλος αυτός ήταν, ασφαλώς, ένας κλέφτης των Χασίων ή της Πίνδου, η δράση του οποίου είχε ενοχλήσει πολύ τους Τούρκους και γι’ αυτό αποφάσισαν να τον εξοντώσουν. Καθώς η εξόντωσή του έγινε στις 29.3.1712, συμπεραίνουμε ότι είχε αρχίσει τη δράση του γύρω στα 1700, τουλάχιστο.» Σπανός Κ. 2005 (κλεφταρματολοί), 251.

[28] «Γερο–Βλαχάβας: (…). Διάδοχοι, ὀπαδοὶ ἢ πρωτοπαλίκαρα: Αʹ. Ψείρας, υἱὸς αὐτοῦ Παναγιώτης, ὀπαδοί: Τόσκας, Σιαπέρας. Βʹ. Μάνταλος Κροτζοβίτης (sic· γράφε Κρατζοβίτης), υἱὸς αὐτοῦ Νάσιος.» Κασομούλης Α, 11–12.

[30] «Ένα πιστοποιητικό, το οποίο εκδόθηκε στη Λαμία, την 1η Ιουνίου του 1865, από τους “οπλαρχηγούς της Θεσσαλίας”: Ν. Ζιάκα, Πετράκη Χατζηπέτρο, Θεόδ. Στορνάρη, Θεόδ. Ζιάκα και Η. Βάγια, με επικύρωση της γνησιότητας των υπογραφών τους, στις 2.6.1865 από τον δήμαρχο της Υπάτης. Οι πέντε οπλαρχηγοί πιστοποιούν την μεγάλη περιουσία των Μανταλαίων στα χωριά Μερίτσα–Οξύνεια και Τσούγκουρο–Άγιο Δημήτριο, περιουσία που ξεπερνούσε τις 300.000 δρχ., χωρίς να υπολογίζεται η κινητή.» Σπανός Κ. 2005 (κλεφταρματολοί), 279.

[31] Σπανός Κ. 2005 (κλεφταρματολοί), 252.

[32] Σπανός Κ. 2005 (κλεφταρματολοί), 285–286.

[33] Σπανός Κ. 1993α (215), 81.

[34] Για την ετυμολογία του Τσούγκουρου από την αρωμουνική λέξη giuguri, βλ. Βλιώρας 2021 (ετυμολογικά), 15.

[35] Σπανός Κ. 2005 (κλεφταρματολοί), 251–252.

[36] Σπανός Κ. 2004 (πρόθεση 236), 107.

[37] Σπανός Κ. 2004 (πρόθεση 236), 127.

[38] Διαλυμένος σήμερα οικισμός (Σπανός Β. 2000 (Οικισμοί), 225–227) στη θέση 39.778946, 21.484898 και σε υψόμετρο 570 μ.

[39] Σπανός Κ. 2005 (κλεφταρματολοί), 254.

[40] Παπακωνσταντίνου 1998 (Βλαχάβας), 14.

[41] Σπανός Κ. 2005 (κλεφταρματολοί), 254.

[42] Αραβαντινός 1880 (Δημώδη), 85.

[43] «Ὁ Νάσιος Μάνταλος ἢ Ἀθανάσιος Μιχαὴλ Παπαποστόλου (1745–1855), κατὰ τὸν Σαράντη, ἦταν γόνος οἰκογενείας τοῦ Περιβολίου, κλάδος τῆς ὁποίας εἶχε ἐγκατασταθεῖ στὴ Μερίτσα τῆς Καλαμπάκας. Κατὰ τὸν ἴδιο, ἔλαβε τὸ ἐπώνυμο τοῦ Κλέφτη τοῦ 18ου αἰῶνα, ποὺ εἶχε φονευθεῖ ἀπὸ τοὺς Τούρκους (1712), ἡ δράση του δὲ ἐκτεινόταν ἀρχικὰ στὴν Πίνδο.» Παπαδημητρίου 2014β (Γρεβενά), 368.

[44] Πιθανόν σ’ αυτόν ανήκει το τρίτο όνομα που αναφέρεται στην βαρλααμίτικη πρόθεση 215, όπως την αναφέραμε πιο πάνω.

[45] «Συνδεόταν, με τους γάμους των δύο παιδιών του, με τους αρματολούς του Ασπροποτάμου, στα νοτιοδυτικά, και των Γρεβενών, στα βόρεια. Είναι εύκολο να καταλάβουμε τη σκοπιμότητα αυτών των γάμων. Με αυτούς δημιούργησε φίλους και συμπαραστάτες για να αντιμετωπίσει ενδεχόμενες δυσκολίες και προστριβές, είτε με τους Τούρκους είτε με τους γείτονές του και αντίζηλους Ψειραίους, οι οποίοι κατείχαν το ανατολικό τμήμα του βόρειου αρματολικιού των Χασίων.» Σπανός Κ. 2005 (κλεφταρματολοί), 256.

[46] «Ὁ Στέργιος εἶχεν σύζυγον τὴν θυγατέραν τοῦ Γώγου Μπακόλα ἀπὸ Ῥαντοβίζι. Ὁ Γιακωβάκης εἶχεν τὴν ἀδελφὴν τῶν Κουτελιδαίων ἀπὸ Τζιομέρκα. Ὁ Γρηγόρης Λιακατᾶ, κολιτζὴς τοῦ τμήματος Κλινοβοῦ, εἶχεν σύζυγον τὴν θυγατέραν τοῦ Νικολάου Στορνάρη. Ὁ υἱὸς τοῦ Νάσιου Μάνταλου εἶχεν τὴν θυγατέραν τοῦ Ζαρκαλῆ Στορνάρη, ἀδελφὴν τοῦ Γιακωβάκη. Αἱ τέσσαρες αὐτὲς συμπεθεριὲς ἔδεναν τοὺς Στορναραίους συγγενικῶς μὲ τὸ Ῥαδοβίζι, μὲ τὰ Τζιομέρκα, μὲ τὸ Κλινοβόν καὶ μὲ τὰ Χάσια.» Κασομούλης Α, 267.

[47] Κασομούλης Α, 288.

[48] Σπανός Κ. 2005 (κλεφταρματολοί), 254–255, Παπαδημητρίου 2014β (Γρεβενά), 32, Παπαχρήστος 2021 (Μάνταλος), 20.

[49] Βέης 1988 (χειρόγραφα Μεταμορφώσεως), 634 (χειρόγραφο 611), Σπανός Κ. 2005 (κλεφταρματολοί), 255–256.

[50] Σπανός Κ. 2012 (104), 180–181.

[51] Καραμπερόπουλος 2020, 2.

[52] Καραμπερόπουλος 2020, 10, 11.

[53] Καραμπερόπουλος 2020, 5.

[54] Καραμπερόπουλος 2020, 15.

[55] Σπανός Κ. 2012 (104), 177.

[56] Σπανός Κ. 2012 (104), 180–181.

[57] 39°51'15.9"N 21°22'25.4"E, σε υψόμετρο 930 μ.

[58] 39°53'06.8"N 21°26'01.6"E, σε υψόμετρο 900 μ.

[59] Σπανός Β. 1994 (Χλαποί), 77, 78.

[60] Βερνίκος 2017, 53.

[61] Βλιώρας 2021 (Κοτζάμπασης).

[62] Βλιώρας 2019 (Αρχοντικό), 58.

[63] «Αριθμός ιδιαίτερα σημαντικός, αν αναλογισθεί κανείς πως τον Αύγουστο του 1806 ο Καραγιώργης με 9.000 αντάρτες και 2 πυροβόλα κατανίκησε την οθωμανική στρατιά της Βοσνίας στην πεδιάδα του Μισάρ.» Βερνίκος 2017, 53.

[64] Βλιώρας 2021 (Βλαχάβας), Βλιώρας 2021 (Κοτζάμπασης).

[65] Αρχείο Β 2007, 349.

[66] Ο Οικονόμος αυτός ίσως «να ταυτίζεται με τον σχετικώς γνωστό προεστό του βιλαετιού των Τρικάλων Οικονόμο από το Κράτζοβο κόλι, ο οποίος διαχειρίστηκε ανάλογες υποθέσεις.» Αρχείο Β 2007, 342–343.

[67] Εκπρόσωπος, πληρεξούσιος, εντολοδόχος, φοροεισπράκτορας (< τουρκική vekil).

[68] Απεσταλμένος, κλητήρας (< τουρκική mübaşir).

[69] Υπόλοιπα.

[70] Επισημαίνεται πως το τελικό σύνολο είναι 6.579,53 γρόσια, δηλαδή ο γραφέας έκανε ένα (μικρό) λάθος στην πρόσθεση!

[71] Σωστά (< τουρκική sağ > ελληνική σά(γ)ικο).

[72] Επέχει τη θέση του βεκίλη, αναπληρώνει τον βεκίλη, εκτελεί τα σχετικά καθήκοντα.

[73] Αρχείο Β 2007, 349–350.

[74] Είσπραξη (< τουρκική tahsil).

[75] Μέχρι και το τελευταίο γρόσι, να το εξοφλήσετε όλο.

[76] Αρχείο Β 2007, 350.

[77] Αρχείο Β 2007, 351–352.

[78] Εδώ ο υπολογισμός είναι σωστός.

[79] Αρχείο Β 2007, 352.

[80] Αρχείο Β 2007, 353.

[81] Αρχείο Β 2007, 382.

[82] Αρχείο Β 2007, 382–384.

[83] «Στα 1819, σε ηλικία δηλαδή 74 ετών, (ο Νάσιος Μάνδαλος) μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία με άλλους αρματολούς, από τον γραμματικό, τότε, του Αλή πασά Χριστόδουλο Χατζηπέτρο.» Σπανός Κ., Κλεφταρματολοί, 2005, 257.

[84] Γούδας Η 1876, 302–303, Γιαννούλης 1992 (Χατζηπέτρος), 33.

[85] Βλιώρας 2021 (Στορνάρης).

[86] Θυμίζουμε ότι το νοτιοανατολικό άκρο από το κόλι του Κράτζοβου ήταν στο χωριό Ροξιόρι (39.730970, 21.624560), τουτέστιν δίπλα από την Καλαμπάκα.

[87] Φιλήμων Δ, 150.

[88] «Την πλαστή συμφωνία περί υποταγής, που την είχε υπογράψει και ο Μάνταλος.» Κασομούλης Α, 264, υποσημείωση 7.

[89] Σπανός Κ. 2005 (κλεφταρματολοί), 256–257, Βλιώρας 2021 (Στορνάρης).

[90] Σπανός Κ. 2005 (κλεφταρματολοί), 257.

[91] Κασομούλης Α, 266.

[92] Γιαννούλης 1981 (Στορναραίοι), 104–105, 113–114.

[93] Γιαννούλης 1981 (Στορναραίοι), 163.

[94] «Κατὰ συγκαιρίαν ὑπανδρεύετο καὶ ἕνας τῶν συγγενῶν του, καὶ ἦτον προσκαλεσμένοι ὅλοι οἱ ἐπίσημοι τῆς ἐπαρχίας, καθὼς καὶ οἱ Καπιταναῖοι Τόλιος Λάζου, Γούλας Δράσκου, Ὀλύμπιοι, καὶ Νάσιος Μάνταλος Χασιώτης, οἵτινες εἶχον καταφύγει φαμελλικῶς ἐκεῖ καὶ ξεχείμαζον εἰς Ἀσπροπόταμον.» Κασομούλης Α, 257.

[95] «Εξαιτίας σοβαρής αρρώστιας του Καραϊσκάκη και έλλειψης εφοδίων και πολεμοφοδίων κλείστηκε προσωρινή ειρήνη με τους Τούρκους, οι οποίοι μυστικά ετοίμαζαν την εκστρατεία του Σκόδρα πασά που ακολούθησε.» Βλιώρας 2021 (Στορνάρης).

[96] Σπανός Κ. 2005 (κλεφταρματολοί), 257–258, Γιαννούλης 1981 (Στορναραίοι), 61.

[97] Κασομούλης Α, 303.

[98] «Τὸν ἀγῶνα ἀμαύρωσαν ἀδελφοκτόνες συρράξεις μεταξὺ ὁπλαρχηγῶν καὶ στὴν περιοχὴ τῶν Γρεβενῶν. Κατὰ τὸ 1824 οἱ Ψειραῖοι τῆς Δισκάτας φιλοξενοῦσαν μέλη τῆς οἰκογενείας τῶν Λιακαταίων. Τὸ γεγονὸς κατήγγειλε ἀπὸ ἀντιζηλία στοὺς Τούρκους ὁ Νάσιος Μάνταλος, ὁ ὁποῖος εἶχε προσκυνήσει ἤδη τὸ 1823 καὶ εἶχε τεθεῖ στὴν ὑπηρεσία τῶν Τούρκων, ὅπως ἀναφέρει ὁ Κασομούλης. Μάλιστα, ἔλαβε μέρος στὴν καταδίωξη τῶν Ψειραίων, τοὺς ὁποίους συνέλαβαν κοντὰ στὴ Νουμπενίτσα.» Παπαδημητρίου 2014β (Γρεβενά), 25.

[99] Κασομούλης Α, 303.

[100] Σπανός Κ., Ψειραίοι, 1980, 7–12.

[101] «Ἡ ἀντιπάθεια μεταξὺ τῶν Κλεφτῶν ποὺ διεκδικοῦσαν τὸν ἴδιο χῶρο ἐλέγχου, κατέληγε πολλές φορὲς σὲ ἄσπονδο μίσος.» Παπαδημητρίου 2014β (Γρεβενά), 370.

[102] Σπανός Κ. 2005 (κλεφταρματολοί), 258.

[103] Σπανός Κ. 1991 (Μανταλαίοι), 374.

[104] Σπανός Κ., Ψειραίοι, 1980, 42.

[105] «Ο Μάνταλος, στην προσπάθειά του να εξοστρακίσει τους Ψειραίους, από τα Χάσια, και να επεκτείνει τα όρια του αρματολικιού του, τους κατήγγειλε ότι φιλοξενούσαν τις οικογένειες των Λιακαταίων, που υπερασπίζονταν το Μεσολόγγι. Σε ένα έγγραφο του φακέλου “Νάνος Ψείρας», του Αρχείου των Αγωνιστών της Ε.Β.Ε., το οποίο υπογράφουν ο Γιώργος Ζαχείλας και ο Θεόδωρος Ζιάκας, γαμπρός του Μάνταλου, αναφέρεται ότι κάποιος πρόδωσε στους Τούρκους το ότι οι Ψειραίοι φιλοξενούσαν στα 1825 (το σωστό στα 1824), 40 οικογένειες των Λιακαταίων. Δεν αναφέρεται το όνομα του προδότη, για ευνόητους λόγους. Ό,τι, όμως, έκρυψαν αυτοί το φανερώνει η λαϊκή Μούσα. Στο ένα, λοιπόν, από τα δύο τραγούδια των Ψειραίων, της συλλογής του Αραβαντινού, αναφέρονται ως αίτιοι της καταστροφής τους ο Νάσιος Μάνταλος, κάποιος Μαντζαφλάρας και ο Τουρκαλβανός Ραγκίπ Κολόνιας. Αυτοί οι τρεις, επικεφαλής ισάριθμων στρατιωτικών τμημάτων, κυνήγησαν τους Ψειραίους και τους συνέλαβαν στο διαλυμένο σήμερα, χωριό Νεμπενίτσα ή Ομπενίτσα ή Λουμπινίτσα.» Σπανός Κ. 2005 (κλεφταρματολοί), 258–259.

[106] Χωριό στη θέση 39.879499, 21.680870, ανατολικά της Τρικοκκιάς και δυτικά της Δεσκάτης. Το όνομά του προέρχεται από την παλαιοσλαβική *Ljubinište (Vasmer 1941, 184), όπως και άλλων ανάλογων σλαβικών τοπωνυμίων (π.χ. Љубињ / Ljubinje).

[107] Αραβαντινός 1880 (Δημώδη), 82.

[108] Ζουλούμι: βία, καταπίεση, αδικία (< τουρκική zulüm (τυραννία, βία) < οθωμανική τουρκική ظلم (zulm, zülm, zülüm) < αραβική ظُلْم (ẓulm) αδικία).

[109] «Τουρκαλβανός στην υπηρεσία του Σιλιχτάρ Μπότα, για τον οποίο δεν έχουμε άλλα στοιχεία.» Σπανός Κ., Ψειραίοι, 1980, 42.

[110] Διαβάζουμε σε μεγαλομετεωρίτικο χειρόγραφο για τη θανάτωση στα 1827 του Μαντζαφλάρα: «1827, μῆνα Ἰούλιον· ἐσηκώθηκεν κλέπτης ἕνας ἄνθρωπος, Ἀνάστασης Μαντζαφλάρας ἀπὸ χωρίον Λεζέστι καὶ ἔκαμε κακοσύνες πολλές· καὶ μετὰ 6 ἡμέρας ἦλθεν εἰς τὴν πατρίδα αὐτοῦ καὶ ἐχάλασεν 4 συμπατριώτας καὶ ἕναν παπᾶν Ἰωάννην καλούμενον· καὶ βιὸς πολύ ἐπῆρεν καὶ ἔφυγεν· καὶ μετὰ 3 ἡμέρας κακός ὡς κακὸν ἐσκὀτωσαν αὐτόν.» Βέης 1984 (χειρόγραφα Μεταμορφώσεως), 378–379 (χειρόγραφο 280).

[111] Αραβαντινός 1880 (Δημώδη), 83–84.

[112] Σπανός Κ. 2005 (κλεφταρματολοί), 259.

[113] «Την οποία έχει γράψει, μάλλον, κάποιος κληρικός ή λόγιος της περιοχής.» Σπανός Κ. 2005 (κλεφταρματολοί), 260.

[114] Εκπρόσωπο.

[115] Επίτηδες, ιδιαίτερα (< τουρκική maxsus < αραβική مَخْصُوص: maḵṣūṣ)

[116] Σπανός Κ. 2005 (κλεφταρματολοί), 375–376.

[117] Σπανός Κ. 2005 (κλεφταρματολοί), 261.

[118] Παπαχρήστος 2021 (Μάνταλος), 23.

[119] Βλιώρας 2021 (Στορνάρης).

[120] Δύο ημέρες αργότερα, όπως είδαμε (Βλιώρας 2021 (Στορνάρης)), θα πετύχει να εκδιώξει 750 περίπου συγγενείς του Στορνάρη και λοιπούς Ασπροποταμίτες, οι οποίοι κατέφυγαν στο Μεσολόγγι, όπου ήδη βρισκόταν οι Στορνάρης, Λιακατάς κ.ά.

[121] Κασομούλης Β, 34.

[122] Σπανός Κ. 2005 (κλεφταρματολοί), 262.

[123] Σπανός Κ. 2005 (κλεφταρματολοί), 263.

[124] Αν και απ’ ό,τι φαίνεται από την επιστολή του Μάνταλου στις 31 Ιουλίου 1824 ο Στορνάρης τον είχε επιπλήξει για τη στάση του.

[125] Γιαννούλης 1981, 133, Σπανός Κ. 2005 (κλεφταρματολοί), 261.

[126] Σπανός Κ. 2005 (κλεφταρματολοί), 263.

[127] Δυστυχώς, στο σημείο αυτό ο Νάσιος Μάνταλος με τη στάση του θυμίζει την «αγάπη» του Καραϊσκάκη για το αρματολίκι του, που για ένα διάστημα τον οδήγησε σε επικίνδυνους χειρισμούς.

[128] Σπανός Κ. 2005 (κλεφταρματολοί), 264.

[129] Σπανός Κ. 2005 (κλεφταρματολοί), 262.

[130] Σπανός Κ. 2005 (κλεφταρματολοί), 262–263.

[131] Σπανός Κ. 2005 (κλεφταρματολοί), 263.

[132] Σπανός Κ. 2005 (κλεφταρματολοί), 264.

[133] Παπαχρήστος 2021 (Μάνταλος), 59.

[134] Παπαχρήστος 2021 (Μάνταλος), 61.

[135] «Τὸν Νικολὸν Στορνάρην, μὲ τὴν ἀπὸ 21 Φεβρουαρίου 1825 διαταγὴν τὸν διέταξαν νὰ στρατολογήσῃ 300 στρατιώτας καὶ νὰ ἑνωθῇ μὲ τὸν στρατηγὸν Τζιόγκαν ἐκστρατεύοντες κατὰ τὴν Βόνιτζαν.» Κασομούλης Β, 16, Γιαννούλης 1981 (Στορναραίοι), 82.

[136] Σπανός Κ. 2005 (κλεφταρματολοί), 265.

[137] Παπαχρήστος 2021 (Μάνταλος), 59.

[138] Σπανός Κ. 2005 (κλεφταρματολοί), 265.

[139] Σπανός Κ. 2005 (κλεφταρματολοί), 267, Παπαχρήστος 2021 (Μάνταλος), 27.

[140] Βυζάντιος 1901, 132–133.

[141] Ιστορία ΙΒ 1975, 536, 537.

[142] «Στο Ραδοβίζι, οι Έλληνες οπλαρχηγοί Γώγος (Σ.Σ. μάλλον ήταν ο Ντούλας (Κωνσταντίνος), γιος του Γώγου) Μπακόλας και Σωτήρης Λιακατάς ανταγωνίζονταν για το καπετανάτο (αρματολίκι) του.» Βακαλόπουλος 1988 (Θεσσαλία 1830), 127.

[143] Στρατιωτικός αξιωματούχος (< τουρκική λέξη silâhdâr).

[144] Διοικητικός αξιωματούχος υπό τον βαλή (Velî, velîsi) (< τουρκική λέξη müsellim).

[145] Βακαλόπουλος 1988 (Θεσσαλία 1830), 132.

[146] Σπανός Κ. 2005 (κλεφταρματολοί), 267.

[147] Σπανός Κ. 2016 (Σφαγή), 330.

[148] Διοικητής μιας επαρχίας ή μικρής περιφέρειας, τοπάρχης, έπαρχος, τοποτηρητής ή υποδιοικητής του βιλαετιού (< τουρκική müsellim).

[149] Από έγγραφο της 16.12.1830 του Μάρκου Κερκυρόπουλου από το Ζιτούνι «Πρὸς τὸν Ἔκτακτον Ἐπίτροπον τῆς Ἀνατολικῆς Ἑλλάδος Κωνσταντῖνον Μεταξᾶν.» Σπανός Κ. 2016 (Σφαγή), 335.

[150] Σκοτώθηκε στα Φάρσαλα με 180 άνδρες του.

[151] Μήτρος Μπακόλας, γιος του Γώγου.

[152] Βλιώρας 2021 (Διονύσιος).

[153] Κασομούλης Γ, 345, υποσημείωση 1.

[154] Εμίν (Ιμίν) πασάς των Ιωαννίνων, γιος του Κιουταχή.

[155] Ο Δημήτρης Κατσαρός διατέλεσε κατά διαστήματα αρματολός του Κλινοβού (1827–1835). «Ὁ Κατσαρὸς οὗτος, Σαρακατσάνος τὸ γένος, ἐχρημάτισε τρομερὸς εἰς Θεσσαλίαν κλέπταρχος, καὶ ἐκ τοῦ τρόμου ὃν ἐνέπνευσεν ἐπέτυχε τὴν θέσιν ἀρχηγοῦ τῶν ἀρματολῶν τοῦ τμήματος «Κόλι Γκλίνοβου» τῆς χώρας τοῦ Ἀσπροποτάμου κατὰ τὸ 1827 (…), ἣν καὶ διετήρησεν μέχρι τοῦ 1835Τότε δὲ ἐκδιωχθεὶς τῆς θέσεώς του, ὡς καὶ οἱ ἄλλοι τῆς Θεσσαλίας ἀρματολοί, ἐπανέλαβε τὸ τῆς λῃστείας ἔργον, ἀλλὰ διωκόμενος ἐντόνως περιωρίσθη εἰς μόνους δέκα ὀπαδοὺς καὶ τὸν ἀνεψιόν του Καταραχιᾶν, μεθ’ ὧν ἀπεκρύπτετο ἀπὸ θέσεως εἰς θέσιν, ἔφερε δὲ μεθ’ ἑαυτοῦ καὶ τὴν γυναῖκα του καὶ τὴν ἀδελφὴν αὐτῆς ἐνδεδυμένην ἀνδρικῶς, (μεθ’ ἧς σχέσεις αἰσχραὶ ἀπὸ καιροῦ τὸν συνέδεον). Τελευταῖον ὁ γενικὸς τῆς Θεσσαλίας δερβέναγας καταδιώκων ἀδιαλείπτως τὴν συμμορίαν ταύτην, καὶ ἔμπειρον ἰχνηλάτην ἔχων τὸν Ἀσπροποταμίτην Γεώργιον Κόρακαν, ἐλόχευσεν αὐτὴν καὶ ἐφόνευσεν τὸν Κατσαρὸν καθ’ ἣν στιγμὴν ἐνίπτετο εἰς τὴν πηγὴν περὶ ἣν διενυκτέρευεν, ὁ δὲ Καταραχιᾶς μετὰ τῶν ἄλλων διέφυγεν. Πρωτοπαλίκαρα τοῦ Κατσαροῦ ὑπῆρξαν οἱ Ρουπακιᾶς καὶ Γεροχουσάδας, γνωστοὶ διὰ τὴν σκληρότητα αὐτῶν καὶ τὴν τόλμην· ὁ Ῥουπακιᾶς ἐδολοφονήθη ὑπὸ τοῦ ψυχογιοῦ του τῷ 1833, πληγωμένος ὢν ἐν τῇ μάχῃ, ἣν ἐκρότησαν τότε οἱ μετὰ τοῦ Ν. Ζέρβα ἀποστατήσαντες κατὰ τοῦ Ὄθωνος.» Αραβαντινός 1880 (Δημώδη), 94.

[156] Νικόλαος Μπλαχάβας, εγγονός του παπα–Θύμιου.

[158] Αδερφός του Νικοτσάρα.

[159] Σπανός Κ. 2016 (Σφαγή), 334–335. «Ἐπληροφορήθημεν μετὰ βεβαιότητος ὅτι ὁ Μάνταλος, ὁ Κατζαρός, ὁ Κώστας καὶ Μῆτρος Κοκόσης καὶ λοιποὶ Στουρναραῖοι, ὁ Μπλαχάβας καὶ ὁ Κουτελίδας, εὑρίσκοντο εἰς τὸν Καρβασαρᾶν, οἱ Δεληγιανναῖοι Μετσοβῖται εἰς τὴν Βόνιτσαν.» Από επιστολή που έγραψε «ὁ εἰλικρινὴς φίλος Μεχμὲτ Ῥεσὶτ πασᾶς ζαδὲς» και ο γιος του «Μεχμὲτ Ἐμίνης, πασᾶς ἐπιτροπικῶς τῶν πασαλικίων Ἰωαννίνων, Αὐλῶνος καὶ Δελβινίου» προς τον Έλληνα Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια. Σπανός Κ. 2016 (Σφαγή), 345.

[160] Κασομούλης Α, 92.

[161] Κασομούλης Γ, 345, υποσημείωση 1.

[162] Σπανός Κ. 2014β (Ενθυμήσεις), 160–161.

[163] «Δέκα ώρα της νύχτας είναι η 4η πρωινή.» Σπανός Κ. 2016 (Σφαγή), 329.

[164] Σπανός Κ. 2014β (Ενθυμήσεις), 161.

[165] «Σατραζάμης < τουρκική sadrazam: ο μεγάλος βεζίρης, ο επικεφαλής της Υψηλής Πύλης. Εδώ είναι ο αρχηγός των οθωμανικών στρατευμάτων της Θεσσαλίας, ο Κιουταχής Μεχμέτ Ρεσίτ πασάς

[166] Σπανός Κ. 2014β (Ενθυμήσεις), 161.

[167] «Τα 60 πουγκιά είναι 30.000 γρόσια.»

[168] «Τους παραχώρησαν κατάλυμα με διατροφή.»

[169] Σπανός Κ. 2014β (Ενθυμήσεις), 162.

[170] Καλαμπάκα 2006 (Ταξίδι), 241.

[171] Παπαχρήστος 2021 (Μάνταλος), 39, Θεόδωρος Νημάς, «Οι εκ του Νομού Τρικάλων θανόντες εν πολέμω: 1897–1922 (Πόλεμος 1897, Μακεδονικός Αγώνας 1904–1908, Βαλκανικοί Πόλεμοι 1912–1913, Αʹ Παγκόσμιος Πόλεμος 1914–1918, Εκστρατεία εις Ουκρανίαν 1919, Μικρασιατική Εκστρατεία 1919–1922), Τρικαλινά, 21 (2001) 352, Θεόδωρος Νημάς, Η συμμετοχή των Τρικαλινών στους εθνικούς αγώνες και οι πεσόντες υπέρ πατρίδος (1600–1944), εκδ. Σταμούλης, Θεσσαλονίκη 2021, σελ. 178–179.

[172] Σφήκα 1988, 53.

[173] Παπαχρήστος 2021 (Μάνταλος), 38.

[174] Καλαμπάκα 2004 (Διαδρομή), 252.



 

 

Επιστροφή