"Κάπου", στα Χάσια των Τρικάλων την περίοδο της κατοχής...

Δείτε και άλλα θέματα στην ενότητα:
Κάπου στα Χάσια, την περίοδο της κατοχής...

"Το μοίρασμα"

Του Νίκου Παλάτου*




Η µέρα κινούσε αργά, προς τα χιονισµένα βουνά.

Τέσσερα δυνατά ιδρωµένα μουλάρια διάβαιναν τον ανήφορο.
Οι κάπες σκέπαζαν τις χοντροφτιαγμένες σκιές των κυραντζήδων και πεζοί τραβούσαν δυο-δυο τα μουλάρια απ᾿ τα χαλινά.

Ένας ανήσυχος νεαρός άντρας κοίταζε ανεβασμένος στο δεύτερο μουλάρι προς τα πίσω.
Κάτι περίμενε.
Κάτι φοβόταν.
Τα βουνά όµως ήταν κοντά.

Οι αντάρτες τον περίμεναν.

Σε λίγη ώρα ο φόβος του θα γινόταν χαρά.

Τα δισάκια βαριά φορτωμένα, η βρεγµένη Άνοιξη έκαναν το χώμα γλιστερό και τις πέτρες μαχαίρια.
Ο ανήφορος γινόταν επικίνδυνος.

Ένα γκρεμισµένο ξωκκλήσι φάνηκε στην κορφή.
Οι κυραντζήδες κάναν το σταυρό τους.

Ο καβαλάρης χαμογέλασε ήρεμα, δεν σταυροκοπήθηκε.

Ήταν Εβραίος.
Ο κίνδυνος των φασιστών τους έστελνε στους αντάρτες.

Οι κυραντζήδες συμφωνήθηκε να τον περάσουν στα Χάσια.

Διαβήκαν το τελευταίο ρέμα.

-Εδώ θα πεζέψουµε. Έι, κατέβα.

Η φωνή τραχιά, σχεδόν επιτακτική.
Ο καβαλάρης ξεπέζεψε.
Κοίταξε ευτυχισμένος τον κάµπο.
Η µατιά του σκοτείνιασε.
Οι δικοί του στη Θεσσαλονίκη. τι γίνονταν άραγε;

Έχει ο Θεός για όλους.
Το βλέμμα του δειλά ξελάμπρυνε.
Έχει ο Θεός για όλους...

Ένας θόρυβος, µιά πέτρα από τα χέρια του κυραντζή άλλαξαν το τοπίο.


Ένας ματωµένος άνθρωπος, παραλίγο λεύτερος, παραλίγο ευτυχισµένος, βρέθηκε να κοιτάει µε γυάλινα µάτια τον ανοιξιάτικο ουρανό.

Ένα παράπονο.
Ένα "γιατί" αντανάκλασε στην άγονη φύση.
Τα πουρνάρια, οι κουµαριές τον απορρόφησαν.

Τα μουλάρια, οι κυραντζήδες ρίξαν το βλέμμα τους τριγύρω.
Κανείς... ήχος ανθρώπου, κανείς.

Ο δρόµος της επιστροφής έγινε νύχτα.
Οι κυραντζήδες δεν μιλούσαν.

Ο ανήσυχος άντρας τους είχε απαλλάξει από το σάρκινο φορτίο.
Η ώρα της "µοιρασιάς" ήταν σιµά...

Φτάσανε σ᾿ ένα μικρό πλίθινο σπίτι.
Σιγανά, υπόκωφα, µια γυναίκα σύρθηκε κοντά τους.

- Κοιμάντε τα παιδιά; Ξύπνα τον µεγάλο.

Οι τρεις άντρες και η γυναίκα ξεφόρτωναν προσεχτικά.
Στο χωμάτινο δωμάτιο, σταυροπόδι στρώθηκε ένα γεύμα φτωχικό.

Όμως ήταν όλοι τους ευτυχισμένοι.

Λίρες, λίρες πολλές σχημάτιζαν ένα µικρό σωρό.
Η νταμιτζάνα µε το κρασί είχε αδειάσει.

Οι σωροί έγιναν δυο.
Οι συνεταίροι μοιράστηκαν τη λεία τους.

Στρώθηκε ένα γιδόστρωµα για τον φιλοξενούμενο.
Ο ύπνος τον πήρε γρήγορα.
Δεν ξύπνησε ποτέ!

Η φτωχή οικογένεια, µε εργαλεία καθημερινού μόχθου, πατέρας, μητέρα, μεγάλος γιος τον έστειλαν παρέα στον νεαρό άντρα.

Το ματωμένο τσεκούρι θάφτηκε μαζί του στο κέντρο του χωμάτινου δωματίου.
Πρωί-πρωί το δωμάτιο παλαμίστηκε, η αυλή ασπρίστηκε.

Οι λίρες έγιναν ένα μερίδιο.

Κανένας δεν έψαξε τον νεαρό Εβραίο.
Κανένας δεν έψαξε τον δολοφονημένο δολοφόνο του.


Πέρασαν σαράντα χρόνια. |


Στα δόντια του εκσκαφέα καρφώθηκαν µισο-σαπισµένα τ᾽ ανθρώπινα κόκκαλα.

Ένα καινούριο σπίτι χτιζόταν.
Η φτωχή οικογένεια είχε πια μεγάλα παιδιά.
Μεγάλα εγγόνια... ακίνητα...

Η μητέρα άνθρωπος του Θεού, εκκλησιάζεται τακτικά.

Ο πατέρας πέθανε.

Τα παιδιά ευυπόληπτοι πολίτες της µικρής πόλης.

Η µικρή ιστορία επαληθευµένη επέζησε.

Το καινούριο σπίτι το έφτιαξα µόνος µου.

Την ιστορία την είχε πει πολλές φορές η µάνα µου.
Φυσικά δεν τη πίστεψα.

Όµως τα σαπισµένα κόκκαλα μ᾿ έπεισαν...


Νίκος Παλάτος

Τρίκαλα


*Δημοσιεύτηκε στο Τρικαλινό Ημερολόγιο 
της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Τρικάλων το 1984




 

 

Επιστροφή