Μικρό φανταρίστικο λεξικό (του 1985)

Δείτε και άλλα θέματα στην ενότητα:
Μικρό φανταρίστικο λεξικό (του 1985)

Από το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου



Όταν πήγα φαντάρος, το 1984 με 1986 (εικοσιένα μηνάκια), είχα ήδη αρχίσει να ασχολούμαι με τα λογοτεχνικά, είχα βγάλει και την πρώτη μου συλλογή διηγημάτων, και πήγα στο στρατό (και) για να μαζέψω υλικό -πράγματι, έγραψα το βιβλίο «Μετά την αποψίλωση«, που είχε διηγήματα αλλά και άλλο (πρωτογενές, ας πούμε) υλικό όπως στιχάκια του στρατού, γράμματα, ημερολόγια, και ενα γλωσσάρι. Το γλωσσάρι αυτό περιείχε μόνο τις λέξεις της στρατιωτικής αργκό που εμφανίζονταν στο βιβλίο, αν και στους ορισμούς παίρνω αφορμή και αναφέρω και άλλες λέξεις.

(Για την ιστορία: Εγώ είχα υπηρετήσει στο Σώμα Εφοδιασμού Μεταφορών (ΣΕΜ), δεκανέας, από το 1984 έως το 1986 -ειδικότερα στην 172 σειρά, στη Σπάρτη, την Κομοτηνή και την Αθήνα. Το υλικό συγκεντρώθηκε κυρίως στο Κέντρο Εκπαιδεύσεως και στην πρώτη μονάδα, το 1985 το περισσότερο).

Αργότερα, με έναν ηλεφίλο που είχε παρόμοια ενδιαφέροντα, σκεφτήκαμε να φτιάξουμε συνεταιρικά ένα λεξικό της στρατιωτικής αργκό, πράγμα που έγινε -και είχαμε σχεδόν τελειώσει. Ωστόσο, ο εκδότης με τον οποίο είχε συμφωνήσει ο φίλος τελικά υπαναχώρησε, οπότε το σχέδιο δεν ευοδώθηκε και έμεινε στα ηλεσυρτάρια μας -πιθανώς για πάντα, διότι η στρατιωτική αργκό αλλάζει γρήγορα.

Σκέφτηκα να παρουσιάσω εκείνο το παλιό μου γλωσσάρι, που βέβαια έχει χάσει την αξία του, ιδίως επειδή η μεγάλη μείωση της θητείας (από τους 21 μήνες στους 9) έχει καταστήσει άνευ αντικειμένου αρκετούς όρους -για καλό βέβαια. Από την άλλη, η καταγραφή του 1985 έχει την αξία της -και έχει ενδιαφέρον να δούμε πόσοι από τους όρους του γλωσσαριού μου λέγονται ακόμα. Αν και, για να βεβαιωθούμε γι’ αυτό θα πρέπει να γίνουν σχόλια από φίλους που έχουν υπηρετήσει σχετικά πρόσφατα.

Παραθέτω το γλωσσάρι μου όπως περιλαμβάνεται στο βιβλίο μου, έχοντας κάνει ελάχιστες διορθώσεις, Προσθέτω επίσης δυο λινκ προς παλιότερα συναφή άρθρα του ιστολογίου.


 

άγραφη:
Η άδεια που δεν περνιέται στα χαρτιά, και επομένως δεν υπολογίζεται στο συνολικό όριο. Αμοιβή εκδούλευσης ή τσατσιλικιού ή σπανιότερα ένδειξη ξηγημένου διοικητή.

άκυρον:
Η έκφραση με την οποία ο αξιωματικός ακυρώνει προηγούμενο παράγγελμά του. Συχνά υποκαθιστά το (σπανίως λεγόμενο προς κατώτερο) «συγνώμη».

άλφα-άλφα:
Aδικαιολoγήτως απών, εννοείται από κάποιο προσκλητήριο. Ημιεπίσημη συντομογραφία, ιδιαίτερα διαδο­μένη στα Κέντρα, π.χ. «Θα σε βγάλω άλφα-άλφα!»

άλφα-ταυ: Αμερικάνικη πλατιά ζώνη. Λέγεται έτσι επειδή κλείνει με μια αγκράφα της οποίας το ένα άκρο έχει σχήμα άλ­φα και το άλλο σχήμα ταυ. Δεν μοιράζεται —αυτή την εποχή — στους φαντάρους, αλλά πολλοί την αγοράζουν μια και θεωρεί­ται το ουκ άνευ της αμφίεσης του παλιού.

Στο ναυτικό, ωστόσο, «άλφα-ταυ» είναι η επίσημη συντο­μογραφία που δηλώνει τα αντιτορπιλικά (Α/Τ).

αλφαμίτης: Ο φαντάρος της πύλης του στρατοπέδου. Φέρει κράνος με τα αρχικά AM (Ασφάλεια Μονάδος, θαρρώ) και από κει πήρε το όνομά του.

αναφέρομαι: Δηλώνω τα στοιχεία μου σε αξιωματικό, σαν προϋπόθεση για να του μιλήσω. Συνήθως (αλλά όχι μόνο) αυτό γίνεται στην πρωινή αναφορά* οπότε το τυπικό είναι ως εξής: «Δεκανέας Σαραντάκος Νικόλαος, 84 Ε’ ΕΣΣΟ, οδηγός-γραφεύς, λαμβάνω την τιμήν να παρουσιαστώ εις την αναφορά του λόχου κύριε διοικητά και να σας αναφέρω ότι…» Εννοείται ότι το μακρινάρι αυτό συχνά οδηγεί το φαντάρο στο να τα χά­σει (διότι αν το πει λάθος κινδυνεύει με τιμωρία) και να μην μπορέσει να διατυπώσει σωστά αυτό που θέλει να πει.

Το ρήμα «αναφέρομαι» στην παθητική φωνή σημαίνει «διατάσσομαι από ανώτερο να βγω στην αναφορά για κάποιο μου παράπτωμα» —για να μου αποδοθεί ποινή. Οι φαντάροι αυ­τοί λέγονται αναφερόμενοι.

αναφορά: Πρωινή συγκέντρωση της μονάδας στην οποία μαζεύονται όλοι οι στρατιώτες (εκτός από τους κωλυόμενους) και παρατάσσονται μπροστά στο διοικητή. Σε μιαν ιδιαίτερη γραμμή (τη σέντρα*) βγαίνουν όσοι θέλουν κάτι να ζητή­σουν (π.χ. άδεια) ή να παραπονεθούν (οι παραπονούμενοι) και, φυσικά, όσοι αναφέρονται για να τιμωρηθούν. Η όλη διαδικα­σία της αναφοράς λειτουργεί έτσι ώστε να αποθαρρύνει το φα­ντάρο· αμέτρητες είναι οι φορές που παραπονούμενοι φαντάροι που είχαν εξόφθαλμο δίκιο δεν το βρήκαν ή και τιμωρήθηκαν επειδή δεν αναφέρθηκαν «ζωηρά».

ανθύπας: Ο ανθυπασπιστής.

αντί (ο): Φαντάρικη σύντμηση του αντισυνταγματάρχη.

αντιπρόεδρος: Βλ. πρόεδρος.

άνχης: Ο αντισυνταγματάρχης. Η σύντμηση αυτή είναι της επίσημης ορολογίας και όποτε χρησιμοποιείται από τους φα­ντάρους κρύβει συνήθως μιαν υπόγεια ειρωνεία. Το ίδιο ισχύει για όλες τις παρόμοιες περιπτώσεις (π.χ. δκτής, σχης κτλ.).

αξκός: Σύντμηση του «αξιωματικός», επίσημη.

αξυπάδικο: Το δωμάτιο στο οποίο διανυκτερεύει ο αξιωματικός υπηρεσίας, ο «αξύπ» κατά τη σύντμηση. Η κατάληξη «-άδικο» είναι συχνή, π.χ. επιλοχάδικο, σιτιστάδικο.

απολύομαι ρε! Συνηθισμένη κραυγή (σχετικά) παλιού φα­ντάρου. Ο νέος σε μίμηση καμιά φορά φωνάζει «δεναπολύομαι ρε!», φροντίζοντας όμως να μασήσει το «δεν».

αποξύλωση: Φαντάρικη παρερμηνεία της λέξης «αποψίλωση».

από τη σημαία: Ευφημισμός για την κοπάνα (σε έξοδο ή σε άδεια), και απάντηση στην ερώτηση «από πού πήρες άδεια;» Υποτίθεται ότι ο φαντάρος πρέπει να σταθεί προσοχή μπροστά στη ση­μαία και να πει: «Σημαία μου τιμημένη σου ζητάω την άδειά κτλ.» αλλά αυτό το τελετουργικό ουδέποτε τηρείται, φυ­σικά.

απόστρατος: Ο φαντάρος που υπηρετάει φυλακές και θα έπρεπε να έχει ήδη απολυθεί, ανώτερος όλων στην ιεραρχία των πα­λιών φαντάρων (γραμματέας – αντιπρόεδρος – πρόεδρος). Κατά άλλη ερμηνεία, απόστρατος είναι ο (παλιός) φαντάρος που έχει απαλλαχτεί από σκοπιές και αγγαρείες. Συνήθως οι δυο αυτές καταστάσεις περίπου ταυτίζονται.

αρβύλα: Ή ράδιο-αρβύλα, οποιαδήποτε ανυπόστατη φήμη από αυτές που κυκλοφορούν διαρκώς στις μονάδες, όπως π.χ. για μείωση της θητείας.

αρβυλοφύλακας: Σε μερικά κέντρα νεοσυλλέκτων βάζουν ειδικό σκοπό να φυλάει τη νύχτα τις αφημένες έξω από το θάλαμο αρβύλες. Αυτός λέγεται αρβυλοφύλακας. Πρόκειται για τυπικό παράδειγμα υπηρεσίας που βασικό σκοπό έχει να περιορίσει τον αριθμό των εξοδούχων.

αρχιγέρος: Βλ. γέρος.

ασιμί: Από τα αρχικά ΑΣΜ που σημαίνουν «Αριθμός Στρατιω­τικού Μητρώου», ένας κωδικός ταυτότητας που αποτελείται από τρεις αριθμούς και συνοδεύει το φαντάρο σ’ όλη του τη θη­τεία, π.χ. 141/127765/80 [το δικό μου]. Οι φαντάροι ονομάζουν, ωστόσο, «ασιμί» μόνο τον πρώτο αριθμό, που είναι τριψήφιος και δηλώνει τον νομό καταγωγής. Έτσι, η λέξη «ασιμί» αποκτά σημαντική φόρτιση μια και δηλώνει επίσης τον τόπο καταγωγής και κατ’ επέκταση τον συντοπίτη και, ειδικά τις πρώτες μέρες που κυριαρχεί η ερημία του πλήθους, η γνώση ότι υπάρχουν κάποιοι έστω και άγνωστοι με τους οποίους έχεις κάτι κοινό, την κατα­γωγή, είναι μεγάλη υπόθεση. Μεταξύ συντοπιτών υπάρχει ο χαιρετισμός «γεια σου ρε ασιμί!»

αστέρια: Τα διακριτικά των αξιωματικών. Εξ ου και αστεράς ή αστερίας, ο φέρων αστέρια, τριάστερος ο με τρία αστέρια κτλ.

άτομο: Ο φαντάρος, στη γλώσσα των αξιωματικών.

αφασία: Η κατάσταση του να μην καταλαβαίνεις —αλλά και να μην υπολογίζεις— τίποτα. Επίσης, αυτός που βρίσκεται σε μια τέτοια κατάσταση. Κατ’ επέκταση αφασία είναι η εύκολη μονά­δα, ο ιδιόρρυθμος αξιωματικός, ο φαντάρος που δεν υπακούει σε διαταγές κτλ. Μάλλον επαινετικό παρά το αντίθετο.

αφάσιος: Αυτός που βρίσκεται μονίμως σε αφασία («το παίζει αφασία»). Υπάρχει και το βυζαντινοπρεπές επιτατικό Πάτερ αφάσιος.

βιβλιοθήκη: Ο χώρος κάτω απ’ το στρώμα, όπου φυλάγονται εφημερίδες, πορνοπεριοδικά, βιβλία κτλ.

βύσμα: Το μέσον. Εξ ου και οι εκφράσεις «έπεσε βύσμα», «έχω βύσμα» και «βυσματούχος». «Το βύσμα μου» είναι ο γνωστός που προωθεί τη μετάθεση ή την όποια άλλη διακριτική μετα­χείριση επιδιώκω. Ωστόσο, το ρήμα βυσματώνω, εκτός από τη σημασία «έχοντας μέσον ρίχνω κάποιον άλλο για να επωφεληθώ εγώ» (π.χ. να πάρω άδεια στη θέση του), έχει πάρει και τη σημασία «μεταβάλλω επί το δυσμενέστερο την κατάσταση κά­ποιου», π.χ. «ο καινούργιος διοικητής μας βυσμάτωσε», δηλαδή π.χ. περιόρισε τις εξόδους. Και από εκεί το «βυσμάτωμα» ή και «βύσμα» με αυτήν τη δεύτερη έννοια.

γαλονάς: Ο αξιωματικός, μάλλον μειωτικά.

γερμανικό: Στη σκοπιά, το τρίτο νούμερο, 2 με 4 το πρωί. Ιδιαίτερα επώδυνο επειδή σου κόβει τον ύπνο στη μέση —επομένως, κατάλληλο για τους πειθαρχημένους και ανθεκτικούς Γερμα­νούς.

γέρος: Ο διοικητής. Μάλλον φιλική ονομασία, χωρίς να απο­κλείει και το αντίθετο. Όταν υπάρχουν πολλές μονάδες στον ίδιο χώρο, ο ανώτερος όλων διοικητής λέγεται και αρχιγέρος. Ωστόσο, συχνότερη είναι η συνώνυμη λέξη θείος (και υποθείος, ο υποδιοικητής), αν και «θείος» λέγεται επίσης το μέσον, το βύσμα* δηλαδή.

γιος: Ο φαντάρος που είναι νεότερος κατά ένα χρόνο (έξι σει­ρές) κάποιου είναι ο «γιος του». «Γιος» όμως λέγεται και ο αντι­καταστάτης ενός φαντάρου που πρόκειται ν’ απολυθεί. Επίσης, στη σχολή των ΥΕΑ* οι παλιοί (βητάδες) ΥΕΑ έχουν «γιους τους» τους νέους (αλφάδες). Βλ. και εγγονός.

γιωτάς: Ο στρατιώτης που έχει κριθεί ικανός τρίτης ή τετάρτης κατηγορίας (Ι3 ή Ι4) και επομένως δεν φέρει όπλο —ο βοηθητι­κός δηλαδή. Επισήμως, υπάρχει και πέμπτη κατηγορία σωματικής ικανότητας, η γιώτα πέντε, με την οποία απαλλάσσεσαι από την υπηρεσία. Ωστόσο στους στρατώνες γίνεται λόγος και για την (φανταστική) κατηγορία γιώτα τούρμπο που, φυσικά, υπο­δηλώνει πνευματική ανικανότητα. Σαν συνώνυμο του γιωτά χρησιμοποιείται και η ντακότα. Όμως, αυστηρά, «ντακότα» είναι ο φαντάρος που βρίσκεται σε κακή σωματική κατάσταση (ή προσποιείται ότι), ανεξάρτητα αν είναι επίσημα χαρακτηρι­σμένος ή όχι.

γκαβός: Μια απ’ τις πολλές ονομασίες του νέου φαντάρου, επει­δή δεν έχει ακόμα «ανοίξει τα μάτια του».

Γκατζολία: Το διασημότερο φαντάρικο τοπωνύμιο. Με την αυ­στηρή έννοια Γκατζολία είναι η περιοχή του νομού Έβρου από το Σουφλί και πάνω, αλλά η ονομασία εύκολα επεκτείνεται (από αυτούς που υπηρετούν εκεί) σ’ ολόκληρο το νομό ή και στη Θράκη γενικά. Η ετυμολογία φαίνεται να προέρχεται από τη λέξη «γκατζόλι» που είναι η τοπική ονομασία για το γαϊδούρι. Ο κάτοικος της Γκατζολίας λέγεται γκάτζος ή γκατζόλης.

Σχετικά με το θέμα των φαντάρικων τοπωνυμίων αξίζει να προσθέσουμε ότι ο φαντάρος σχεδόν πάντοτε μισεί τον τόπο όπου υπηρετεί, όσο ωραίο μέρος κι αν είναι, το ίδιο και τους κα­τοίκους του, και αυτό το μίσος, που επιβάλλεται από τις συνθή­κες του στρατού, αποδεικνύει πόσο οξύμωρος είναι ο επίσημος «πατριωτισμός» των διαταγών. Η απέχθεια του φαντάρου φαίνε­ται και στα τοπωνύμια, που συχνότατα είναι ειρωνικά.

Παρα­δείγματα: Σουρδία (η περιοχή Κοζάνης), Μαλουρδία (η περιο­χή Κιλκίς), Ουργία (η Χίος), Κασμαδία (η Λήμνος και η Μυτιλή­νη, διότι πέφτει πολύ σκάψιμο), Κουδρία (η Κρήτη, μάλλον από τους «Κούρδους») και Μαλακωνια (προφανώς η Λακωνία). Ενδεικτικό είναι ότι τα «εύκολα» μέρη δεν έχουν παρατσού­κλια, εκτός ίσως από την Πενταγωνία, ειρωνικό παρατσούκλι του ΓΕΣ, ιδίως για περιπτώσεις μεταθέσεων εκεί κατ’ ευθείαν από το κέντρο εκπαιδεύσεως —κάτι που επίσημα απαγορεύεται (φυσικά οι συνθήκες ζωής στο ΓΕΣ για τους πολλούς φα­ντάρους είναι φρικτές).

Να σημειωθεί ότι αυτά τα τοπωνύμια δεν έχουν σχέση με τα σκωπτικά παρατσούκλια των κατοίκων διαφόρων περιοχών της χώρας (π.χ. «παγουράδες» οι Γιαννιώτες, «σαρδελάδες» οι Πρεβεζάνοι, κτλ.) τα οποία, κι αν λέγονται στο στρα­τό, εισάγονται απέξω. [Αυτό που λέω μπορεί να μην ισχύει. Για τα παρατσούκλια των κατοίκων διαφόρων τόπων έχουμε παλιότερο άρθρο, που ίσως αξίζει να ξαναδημοσιευτεί χτενισμένο]

γκοτζίλας: Η κονσέρβα κορν-μπιφ Αργεντινής, συνήθως με πε­ρασμένη ημερομηνία λήξεως και οπωσδήποτε φρικτή στη γεύ­ση. Ως γνωστόν, Γκοτζίλας είναι προκατακλυσμιαίο τέρας που εμφανίζεται σε σειρά ιαπωνικών ταινιών περιπέτειας.

γράσα: Γνώρισμα του νέου φαντάρου (επειδή δεν βλέπει ακόμα καθαρά) είναι να μην έχει «βγάλει τα γράσα απ’ τα μάτια του». Ο νέος λέγεται και «γρασαδόρος». Πρβλ. γκαβός.

ΔΕΑ: Αρχικά που σημαίνουν Δόκιμος Έφεδρος Αξιωματικός, κοινώς δόκιμος. Επίσημη ονομασία.

δέλτα-δέλτα-μι:
Αρχικά που σημαίνουν τον Διευθυντή Διοικητι­κής Μερίμνης, ανώτατο συνήθως αξιωματικό. Η λέξη ανήκει σαφώς στην επίσημη γλώσσα του στρατού.

δηλώνω μονιμότητα:
Έκφραση που χρησιμοποιείται σε περι­πτώσεις φαντάρου που παίρνει διαρκώς φυλακές («έτσι που πας θα δηλώσεις μονιμότητα!») μια και η ημέρα της απόλυσης διαρκώς απομακρύνεται αντί να πλησιάζει.

δίωρη: Παράταση της άδειας εξόδου κατά δύο ώρες. Στις περισσότερες μονάδες έξοδος και δίωρη ταυτίζονται στην πράξη, όμως ο κανονισμός κάνει σαφή διάκριση, δίνοντας στον διοι­κητή το δικαίωμα να κόβει τις δίωρες, αχρηστεύοντας την έξο­δο, είτε για ομαδική τιμωρία είτε από γενικότερη τζαναμπετιά του.

δκτής: Επίσημη σύντμηση του διοικητή, περνάει και στη διάλε­κτο των φαντάρων που καταφέρνουν να προφέρουν αυτά τα τρία συνεχόμενα σύμφωνα.

εγγονός: Κατ’ αναλογία με το «γιος*», εγγονός ενός φα­ντάρου είναι ο κατά δεκαοχτώ μήνες (εννιά σειρές) νεότερος του στο στρατό.

είναι πολλές;
Έκφραση παλιού που κομπάζει για τις λίγες μέ­ρες που του μείναν, π.χ. «Τριανταέξι είναι πολλές ρε;»

εκατόν οχτώ:
Στρατιωτικό έντυπο, βάσει του οποίου γίνονται οι χρεώσεις αυτοκινήτων, εργαλείων κτλ. στους φαντάρους. Όταν ένας φαντάρος μπαίνει συνέχεια σε μια σκοπιά, λένε ειρωνικά ότι την «έχει χρεωθεί με εκατόν οχτώ».

επιλοχίας τον λόχου:
Ο υπαξιωματικός που δρα ως ενδιάμεσο μεταξύ διοικητή και φαντάρων ενός λόχου, βγάζει δίωρες, υπη­ρεσίες, άδειες κτλ., και γενικά φροντίζει τα πάντα, γι’ αυτό και λέγεται η μαμά του λόχου. Δεν πρόκειται για βαθμό, αλλά για θέση (συνήθως την έχουν έφεδροι ή μόνιμοι λοχίες). Το γρα­φείο του λέγεται επιλοχάδικο.

θαλαμοφυλίκι: Η υπηρεσία του θαλαμοφύλακα, ο οποίος τελευ­ταία λέγεται και θαλαμοντόγκ (επιρροή της αγγλικής!).

ΚΑΑΥ: Τα θέρετρα των αξιωματικών. Λέγονται και ΚΑΟΑ ή ΘΑΛΑ. Πρόκειται για μάλλον πολυτελή παραθαλάσσια οικι­στικά συγκροτήματα στα οποία περνούν τις διακοπές τους σε τι­μές κόστους οι αξιωματικοί με τις οικογένειές τους και όπου το προσωπικό (σερβιτόροι, μάγειροι, καθαριστές) είναι σχεδόν αποκλειστικά φαντάροι. Αν στα θέρετρα, τα στρατιωτικά πρατήρια και τις λέσχες αξιωματικών δεν δού­λευαν φαντάροι, η θητεία θα μπορούσε αυτομάτως να μειωθεί, χώρια τις προσλήψεις χιλιάδων ανέργων. Οι περισσότεροι φαντάροι των ΚΑΑΥ περνούν φρι­χτά, μια και έχουν εξοντωτικό ωράριο αλλά και υφίστανται εξευτελισμούς από μερικές συμβίες αξιωματικών, οι οποίες φυσικά ποτέ δεν θα διανοούνταν να συμπεριφερθούν έτσι π.χ. στο γκαρσόνι ενός κανονικού εστιατορίου. Τα αρχικά ΚΑΑΥ, αν δεν κάνω λάθος, σημαίνουν «Κέντρα Αποκαταστάσεως Απωλειών Υγείας».

καναδέζα: Τζιπάκι του στρατού που χρησιμοποιείται κυρίως για ελαφρές δουλειές (ταχυδρομείο, μικροαγορές κτλ.) και συνήθως μέσα σε πόλη.

κάνω ζωή:
Περνάω καλά, ή πάντως πολύ καλύτερα από το μέσο όρο. Συνήθως σε παρελθόντα χρόνο («τότε που έλειπε ο διοικη­τής κάναμε ζωή»), υποδηλώνει σύντομο και αλησμόνητο χρονι­κό διάστημα όπου π.χ. χαλάρωσαν οι σκοπιές ή δίνονταν γεν­ναιόδωρες άδειες. Όπως προκύπτει, οι μέρες που ο φαντάρος «κάνει ζωή», δηλαδή ζει κάπως σαν άνθρωπος είναι εξαίρεση.

κανονισμός:
Εννοείται ο Στρατιωτικός Κανονισμός (ΣΚ 20-1). Η πρόσφατη αλλαγή του έθιξε κυρίως τη γλώσσα με την οποία ήταν διατυπωμένος, αφήνοντας τις αντισυνταγματικές διατάξεις στο απυρόβλητο. Ο κανονισμός σπανίως εφαρμόζεται κατά γράμμα, μια και κάτι τέτοιο θα έκανε αβίωτη τη ζωή στα στρατό­πεδα (και αδύνατη τη λειτουργία τους). Μάλιστα, ορισμένες διατάξεις του μπορούν να χρησιμεύσουν στο φαντάρο σαν κρι­τήριο αξιολόγησης της ανθρωπιάς και της ευφυΐας των αξιωμα­τικών, μια και οι ξηγημένοι αξιωματικοί δεν τις εφαρμόζουν — συχνά επιδεικτικά.

καραβανάς:
Ο αξιωματικός εξ υπαξιωματικών —και όχι από τη σχολή Ευελπίδων.

καραπουτσαριό: Λέξη πιο πολύ των αξιωματικών. Χαρακτηρί­ζει το έσχατο σημείο ακαθαρσίας ή/και αταξίας στο οποίο μπορεί να φτάσει κατά τη γνώμη τους μια μονάδα, ένας θάλαμος κτλ.

κατοστάρα: Οι εκατό μέρες υπόλοιπο θητείας. Μεγάλο ορόση­μο (βλ. σπάω).

καψιμί: Κέντρο Ψυχαγωγίας Μονάδος. Ο χώρος που μαζεύο­νται οι φαντάροι κατά τον ελάχιστο ελεύθερο χρόνο τους, με κυλικείο, τηλεόραση, τηλέφωνο και κάδρα ηρώων.

καψιμιτζής: Ο φαντάρος που είναι υπεύθυνος για το καψιμί. Συνήθως θεωρείται προνομιούχος. Λέγεται και ξεσκονίστρα, μια και η βασικότερη απασχόλησή του (φαίνεται ότι) είναι να ξε­σκονίζει τα ράφια του.

καψόνι: Οποιαδήποτε δοκιμασία γίνεται για τιμωρία και όχι για εκγύμναση. Η ποικιλία των καψονιών είναι τεράστια, από τις αλλεπάλληλες μεταβολές ή το τρέξιμο με τα όπλα χιαστί, που είναι και συγκαλυμμένες μορφές μια και αιτιολογούνται σαν άσκηση, μέχρι ανοιχτούς εξευτελισμούς της προσωπικότητας του φαντάρου όπως τα λαγουδάκια, το «εν-δύο-κάτω», το ξύρι­σμα των ηρώων στα κάδρα, και ό,τι άλλο μπορεί να σκαρφι­στεί ένας διεστραμμένος νους. Καψόνια γίνονται και από πα­λιούς φαντάρους, με-την ενθάρρυνση των αξιωματικών εννοεί­ται, αλλά τελευταία και ύστερα από την πάλη τον φαντάρων το φαινόμενο έχει περιοριστεί σημαντικά, τουλάχιστο στη δεύτε­ρη μορφή του. Το πιο απλό και συχνό καψόνι, ίσως, είναι να σε βάζει ο ανώτερος να αναφερθείς δυνατά κι ακόμα πιο δυνατά, δήθεν πως δε σ’ ακούει. Μια καλή μέθοδος άμυνας σ’ αυτό (θέ­λει όμως κότσια και υποστήριξη από τους γύρω) είναι όταν σου πουν «Πιο δυνατά!» να απαντήσεις «Δεν άκουσα;» —και να τον πληρώσεις με το ίδιο νόμισμα.

Το καψόνι λέγεται και σωβέ (που ενίοτε προφέρεται και «σουθή») εκ του «σωματική βελτίωση» —που είναι το πρόσχη­μα για πολλά καψόνια— ενώ το σχετικό ρήμα είναι καψονάρω.

κηδεία: Υβριστική προσφώνηση ανώτερου προς «ράθυμο» φα­ντάρο (που βέβαια τη νύχτα φύλαγε σκοπιά).

κληρούχα: Προσφώνηση ισοδύναμη του «σειρά» στο ναυτικό.

κορδόνι: Το διακριτικό των δόκιμων.

κολέγιο: Κατά τη γνώμη των αξιωματικών, το αντίθετο του στρατού (π.χ. «εδώ δεν είναι κολέγιο!»). Φαίνεται πως ενδιάμε­ση κατάσταση δεν υπάρχει.

κολλητός: Φίλος. Η πιο συχνή προσφώνηση μεταξύ (άγνωστων ή σχεδόν) φαντάρων τις πρώτες μέρες, αντικαθίσταται μετά βαθμιαία από το «σειρά». Συνώνυμα: κολλητάρι και τσιμπητός.

λόχας: Ο (έφεδρος συνήθως) λοχίας, πιο πολύ σε προσφώνηση. Ελαφρά μειωτικό.

λούφα: Η έντεχνη ή απροσχημάτιστη προσπάθεια αποφυγής των στρατιωτικών υποχρεώσεων και ιδιαίτερα της αγγαρείας. Χωρίς να επιχειρήσουμε ανάλυση της λούφας, σημειώνουμε ότι οι ίδιοι οι φαντάροι έχουν αλάνθαστο κριτήριο στο να ξεχωρί­ζουν ποια λούφα βλάπτει το σύνολο και άρα είναι μεμπτή και ποια όχι, άρα είναι δικαίωμα. Η λούφα πολύ συχνά συνδέεται με την παραλλαγή, εξ ου και η πασίγνωστη έκφραση «λούφα και παραλλαγή». Παραλλαγή είναι λέξη του επίσημου λεξιλογίου και σημαίνει το καμουφλάζ, αλλά στη γλώσσα των φαντάρων εννοεί οποιαδήποτε δραστηριότητα γίνεται για να συγκαλύψει τη λούφα. Π.χ. μια καλή παραλλαγή είναι, όταν πλησιάζει αξιωματικός για να μαζέψει κόσμο για αγγαρεία, να αρχίσεις να τρέχεις, δήθεν ότι ήδη εκτελείς αγγαρεία κάποιου άλλου. Λού­φα δεν λέγεται, κανονικά, η επίσημη, έστω και χαριστική, απαλλαγή κάποιου από τις υποχρεώσεις, εκτός από τη φράση π.χ. «η θέση του σιτιστή είναι μεγάλη λούφα». Κανονικά, η λούφα εμπεριέχει πάντα «παρανομία» και ρίσκο.

Το ρήμα της λούφας είναι λουφάρω. Αμετάβατο και μετα­βατικό. Ως μεταβατικό σημαίνει ότι βοηθώ άλλον να λουφάρει («λουφάρω τον κολλητό μου»), ή απλώς ότι κρύβω κάτι («λου­φάρω μαλλί», δηλαδή προσπαθώ να κρύψω ότι μεγάλωσε, για να μην το κουρέψω).

Αυτός που λουφάρει, ιδίως εκ συστήματος, λέγεται λουφα­δόρος.

λυβίτης: Ο φαντάρος που υπηρετεί στο Λόχο Υποψηφίων Βαθ­μοφόρων, τα ΛΥΒ, από όπου θα βγει λοχίας ή δεκανέας. Οι λυβίτες λέγονται και καναρίνια επειδή φέρουν ένα μικρό κίτρινο διακριτικό (το λεγόμενο κιτρινάκι) στη θέση που αργότερα θα βάλουν τη σαρδέλα*.

λχίας: Η επίσημη σύντμηση του «λοχίας». Αξιοπρόσεκτη η συντόμευση κατά ένα γράμμα, που φαίνεται θα οδηγεί σε εξοικονόμηση …τόνων χαρτιού και μελανιού.

μαύρος: Ο φαντάρος των τεθωρακισμένων, και κατ’ επέκταση οποιουδήποτε δύσκολου όπλου ή μονάδας.

μετράω: Το …συνηθέστερο ρήμα στο στρατώνα μια και ο φα­ντάρος αδιάκοπα μετράει μέρες. Το μέτρημα σχεδόν πάντα είναι αντίστροφο, δηλαδή ο φαντάρος δεν μετράει πόσες μέρες πέρασαν αφότου παρουσιάστηκε —παρά μόνο ο πάρα πολύ νέος— αλλά πόσες μέρες μένουν για να απολυθεί. Μέρες μετράει — φωναχτά τουλάχιστο— ο παλιός φαντάρος· ο νέος, πιο πολύ μετράει μήνες, αλλιώς θα γίνει καταγέλαστος, π.χ. «δεκάξι και ο τρέχων», όπου τρέχων είναι ο παρών μήνας, που δεν πιάνεται στο μέτρημα. Το ίδιο ισχύει και με τις μέρες: η παρούσα δεν πιάνεται, έτσι λέμε π.χ. «εβδομηνταεφτά και μία», με παραλλα­γές όπως «τριάντα και νύχτωσε» κτλ. μέχρι τη θρυλική κραυγή της τελευταίας μέρας «μία και καμία!» Έτσι, η ερώτηση «πόσες μετράς;» παίρνει πάντα σαν απάντηση τις μέρες που μένουν ως την απόλυση.

Ο φαντάρος βρίσκει διάφορα ορόσημα για να βοηθιέται ψυ­χολογικά στο μέτρημα (βλ. σπάω) και χρησιμοποιεί πλήθος «μονάδες μετρήσεως» των ημερών του (βλ. και τσάι). Για παρά­δειγμα, σαν απάντηση στο «πόσες μετράς;» μπορεί κανείς να ακούσει ευρηματικές εκφράσεις όπως «μια νηστεία (= 40 μέρες) μας απόμεινε», ή «ένα μάρλμπορο (= τόσες μέρες όσες η τιμή του πακέτου) έμεινε», ή ακόμα «είμαι απύρετος» (μου μένουν κάτω από 37 μέρες).

μηνάκια: Υποκοριστικό των μηνών του υπολοίπου της θητείας, ιδίως όταν λιγοστεύουν (π.χ. «δυο μηνάκια»),

μία-μία: Απάντηση στην ερώτηση «πόσο σε πάει η υπηρεσία;» και συντόμευση της έκφρασης «μία μέσα-μία έξω» που σημαί­νει, φυσικά, ότι μία μέρα ο φαντάρος έχει υπηρεσία και την άλ­λη έξοδο (μάλλον αξιοζήλευτη κατάσταση). Κατ’ αναλογία, «δύο-μία» κτλ. όπου το «δύο» κτλ. συνήθως αναφέρεται στο «μέσα», εκτός από τις πολύ ευνοημένες μονάδες. Όταν ο φα­ντάρος Βγαίνει πολύ σπάνια, είτε από πολλές υπηρεσίες είτε από τιμωρίες, λέει ότι τον πάει μία κι εμπλοκή.

μισοφάνταρο: Ο φαντάρος που υπηρετεί δωδεκάμηνο ως προ­στάτης οικογενείας. Κοινότερη ονομασία υπέκ (απ’ το «υπό­χρεος εκγυμνάσεως» που είναι και ο επίσημος όρος) ή υπέκι — με διάφορα σχετλιαστικά πρώτα συνθετικά, μια και οι μειωμέ­νης θητείας γίνονται αναπόφευκτα αντικείμενα γενικού φθόνου.

μοδίστρα: Υποτιμητική (και ζηλόφθονη) ονομασία για τους φαντάρους με βολική ειδικότητα. Αυστηρά ο όρος ισχύει μόνο για τους διαβιβαστές, που όλο μπλέκονται με καλώδια (κλωστές). Να σημειωθεί ότι μια από τις πολλές αντιθέσεις τις οποίες το σύστημα του στρατού υποθάλπει ανάμεσα στους φαντάρους (π.χ. παλιοί-νέοι, ντόπιοι-ξένοι, υπαξιωματικοί-απλοί φαντά­ροι, φαντάροι κανονικής θητείας-προστάτες οικογενείας, κτλ.), είναι κι αυτή ανάμεσα σε «εύκολα» και «αντρίκια» όπλα και σώματα (ή ειδικότητες). Από εκεί και τα περιφρονητικά παρα­τσούκλια που έχουν βγει, π.χ. τζιτζικάδες οι πεζικάριοι, μογγόλοι οι (νομαδικοί και απειθάρχητοι) οδηγοί, ξεσκονίστρες οι αποθηκάριοι ή οι καψιμιτζήδες, αλευράδες οι σεμτζήδες, κτλ.

νέος: Ο φαντάρος που είναι καινούργιος στο στρατό ή στη συ­γκεκριμένη μονάδα. Λέξη με άπειρα υποτιμητικά συνώνυμα. νέου: Κλητική πτώση της λέξης «νέος». Πιο συχνά: «νέος!». Ποτέ «νέε!».

νεούλι: Υποκοριστικό του νέου, χωρίς να εκφράζει απαραίτητα συμπάθεια.

νούμερο: Η σειρά με την οποία φυλάνε σκοπιά οι σκοποί (πρώ­το νούμερο 10-12 βράδι, δεύτερο νούμερο 12-2 κ.ο.κ.) και κατ’ επέκταση αυτή η ίδια η υπηρεσία του σκοπού. Το ρήμα εί­ναι «χτυπάω (ή φυλάω, ή πετάω) νούμερο» και συνηθέστατος είναι ο ευφημιστικός υποκορισμός νουμεράκι.

νταχάου: Το πολύ μαύρο στρατόπεδο.

ντεμέκ: Δήθεν. Δεν είναι ωστόσο λέξη του στρατού.



ξεψάρωμα: Η διαδικασία με την οποία ο νέος φαντάρος παύει να είναι ψάρι*.

ξεψαρώνω: Παύω να φέρομαι σαν ψάρι. Δεν είναι συνώνυμο με το «παλιώνω».

ξεψαρωσάμεν; Ιδιωματικός μάγκικος τύπος της ερώτησης «ξεψαρώσαμε;» που απευθύνεται ως μομφή από παλιό σε «προπετή» νέο. Κατά το «μαγκεψάμεν» της «έξω» γλώσσας. Παρό­μοιος μάγκικος παρατονισμός υπάρχει και στη λέξη απολυομάστε.

ξεψάρωτος: Αυτός που δεν είναι ψαρωμένος*. Η λέξη χρησιμοποιείται συνήθως για φαντάρους που δεν είναι ψαρωμένοι ενώ «θα έπρεπε» (ως νέοι) να είναι, και κυρίως για τους νεοφερμένους στις μονάδες που φέρονται θαρραλέα.

οδοιπορικά: Οι μέρες που δίνονται επιπλέον της άδειας για να καλύψουν το πηγαινέλα από τη μονάδα στο σπίτι του φαντάρου. Δεν γράφονται, δηλαδή δεν υπολογίζονται στον συνολικό αριθ­μό ημερών αδείας που έχει να παίρνει ο φαντάρος. Ο κανονι­σμός αφήνει το θέμα στην κρίση του κάθε διοικητή, έτσι το αυ­θαίρετο κόψιμο των οδοιπορικών, που αχρηστεύει ουσιαστικά την άδεια, είναι αποτελεσματική απειλή. Ή και το αντίθετο: γράφτηκε πρόσφατα ότι φαντάρος που κάρφωσε συνάδελφό του πήρε μία μέρα άδεια με είκοσι μέρες οδοιπορικά!

οχτάρα: Η επίσημη στολή (η υπ’ αριθμόν οχτώ, όπως επίσημα λέγεται) των αξιωματικών. Φοριέται μόνο σε εορτές, επετείους κτλ.

ούφο: Πρόσωπο που δεν επικοινωνεί και δεν εναρμονίζεται με το περιβάλλον του, δρα παράξενα και γενικά συμπεριφέρεται σαν να ήρθε από άλλο πλανήτη. Κοινότατη λέξη και όχι μόνο του στρατώνα, χρησιμοποιείται κατά κόρον και από τους αξιω­ματικούς που επιδιώκουν να χαρακτηρίσουν «ούφο» όποιον διεκδικεί τα δικαιώματα του μια και κάτι τέτοιο το θεωρούν ως το άκρον άωτο του αφύσικου φερσίματος. Επίσης: ούφο με κε­ραίες, ουφάκλα κτλ.

παιγμένος: Ο φαντάρος που «τα ‘χει παίξει», αδυνατεί δηλαδή να αντέξει άλλο. Συνηθέστατη είναι η έκφραση «τα ’χει παίξει ο παλιός».

παλιός: Ο φαντάρος που κοντεύει να απολυθεί, αν και η έκφρα­ση είναι άκρως σχετική, ανάλογα με την ύπαρξη παλιότερων. Έτσι, ένας νεοσύλλεκτος μπορεί να χαρακτηρίσει «παλιό» έναν φαντάρο των έξι μηνών. Επίσης, υπάρχει διάκριση ανάμε­σα στον παλιό γενικά και στον παλιό στη συγκεκριμένη μονά­δα, μια και ένας παλιός μπορεί να είναι νέος σε μια δεδομένη μονάδα. Ενδιαφέρον έχει μια άλλη απόχρωση της λέξης, που πλησιάζει στο «έμπειρος» ή «στο επιδέξιος». Όταν π.χ. κά­ποιος νέος δείξει στους συναδέλφους ένα έξυπνο κόλπο, αυτοπαινεύεται με τη φράση «είδες τι ξέρει ο παλιός;» —χωρίς φυ­σικά να έχει τα τυπικά προσόντα για να χαρακτηριστεί έτσι. Το ρήμα: παλιώνω.

παλιοσείρι: Ο παλιός φαντάρος. Επίσης παλιοσειρά.

παρθενοσπάστης: Το διατρητικό των γραφείων. Η επίσημη ονομασία του, άλλωστε, είναι «διακορευτής». Σε διάφορες μονάδες έχει και όνομα, ας πούμε «Κωνσταντινίδης» (λένε πως έτσι λεγόταν ένας γιατρός που βίαζε τις ασθενείς του αφού τις νάρκωνε). Στα γραφεία υπάρχει μια ιδιαίτερη, έστω και με περιορισμένο εύρος, «γλώσ­σα» με λέξεις όπως ράφτης (το συρραπτικό), ασβέστης (το διορ­θωτικό), κτλ.

πήζω: Φτάνω σε δυσχερή κατάσταση χωρίς να βλέπω δυνατότη­τες να την αλλάξω. Υπονοείται και ψυχική κούραση, βαρεμάρα κτλ. Συχνότατη η φράση-απειλή «Θα πήξεις!» Το ρήμα εκτός από αμετάβατο είναι και μεταβατικό (πήζω άλλον), π.χ. «θα σας πήξω στην αγγαρεία».

πιάνο πάνω στο τζόκεϊ: Οι φαντάροι συχνά σημειώνουν στο γείσο του τζόκεϊ* πόσους μήνες έχουν να υπηρετήσουν και, κάθε ένας που περνάει, βάφουν το αντίστοιχο σημάδι με διορθωτικό για να ασπρίζει και να φαίνεται. Έτσι, το τζόκεϊ ενός παλιού έχει πολλά άσπρα σημάδια που όπως εναλλάσσο­νται με το σκούρο του υφάσματος θυμίζουν όντως πλήκτρα πιά­νου. Από εκεί προέρχεται και η —ακαθόριστη, ωστόσο— απειλή του παλιού προς ασεβή νέο «Θα σε βάλω να παίξεις πιάνο πάνω στο τζόκεϊ». Γενικά, το τζόκεϊ του παλιού θεωρείται «βαρύ».

πιλάφι: Στο ναυτικό, οι μόνιμοι υπαξιωματικοί. Συνώνυμο του καραβανά* του στρατού ξηράς. Η λέξη ετυμολογείται από το διαιτολόγιο της σχολής υπαξιωματικών. Και πίλαφος.

πλοίο της αγάπης: Το απορριμματοφόρο, κοινώς σκουπιδιάρα.



ποντίκι: Μια από τις ονομασίες του νέου φαντάρου, ίσως επειδή τρέχει πέρα-δώθε (τρελά, σαν ποντίκι) στις διαταγές διαφόρων άλλων. Επίσης, ποντικαράς και αρούρι. Βλ. και πρόεδρος.

πουλάδα: Ειδικό διακριτικό που φέρει όποιος έχει εκπαιδευτεί στα αλεξίπτωτα.

πούστης: Εκτός της κυριολεξίας, «πούστης» αποκαλείται το κοτόπουλο του συσσιτίου, επειδή περιέχει ορμόνες θηλυκές. Συνήθως το κοτόπουλο σερβίρεται με ρύζι, οπότε το μενού λέγεται πούστης με κινέζο.

πουτανιάρης: Ο γλόμπος που φέγγει στο θάλαμο τη νύχτα, επει­δή είναι συνήθως χρωματιστός (ιδίως κόκκινος) και αχνός.

πρόεδρος: Ο φαντάρος που είναι σε σειρά απολύσεως (χαλαρό­τερα, ο παλιότερος φαντάρος της μονάδας). Αν ωστόσο ο απο­λυόμενος είναι μειωμένης θητείας, τότε αποκαλείται ποντικοπρόεδρος. Γενικά, οι παλιοί φαντάροι μιας μονάδας έχουν πολύ συχνά μια ιεραρχία, το συμβούλιο, με πρόεδρο, αντιπρόεδρο (το φαντάρο της αμέσως πιο νέας σειράς), γραμματέα κτλ.

ρεγκόβερ: Μεγάλο φορτηγό για τη ρυμούλκηση άλλων αυτοκι­νήτων. Ρεγκοβερίστας, ο φαντάρος με την αντίστοιχη ειδικότη­τα (επίσημη ονομασία: οδηγός οχήματος περισυλλογής).

σαλτέρνω: Χάνω πλήρως τον έλεγχο της κατάστασης, σαν αποτέλεσμα καψονιών, βαριάς δουλειάς ή σκοπιάς κτλ., κοντεύω να τρελαθώ.

σαρδέλες: Τα διακριτικά του δεκανέα (μία) και του λοχία (δύο). Λέγονται έτσι επειδή μοιάζουν με ψαροκόκκαλο σε σχήμα «V».

σειρά: Από τις πιο κοινές λέξεις του στρατού, με ιδιαίτερη φόρτιση και πάνω από μία σημασίες. Κατ’ αρχήν, σειρά είναι η σει­ρά κατάταξης, η επίσημα λεγόμενη ΕΣΣΟ. Στα στρατόπεδα υπάρχει ένας ιδιαίτερος τρόπος αρίθμησης των σειρών, παράλ­ληλος και επικρατέστερος της επίσημης αρίθμησης των ΕΣΣΟ. Για παράδειγμα, ο συγγραφέας αυτού του βιβλίου, της 84 Ε’ ΕΣ­ΣΟ, ανήκε στην 172 σειρά, για συντομία 72. Αυτός ο αριθμός χαρακτηρίζει το φα­ντάρο, τον εντάσσει σε μια ομάδα ομοιοπαθών, του δίνει την ψευδαίσθηση ότι έχει ανθρώπους με τους οποίους έχει μια συγ­γένεια. Έτσι, ακούγονται εκφράσεις όπως «ένας εβδομηνταδυάρης» (= ένας φαντάρος της 172 σειράς), «είναι σειρά μου» (άρα και φίλος μου), «πες μου τη σειρά σου να αρρωστήσω» (από παλιό προς νέο), κτλ. Όταν δε ο παλιός ακούσει τη σειρά του νέου, συχνά προσποιείται πως δεν καταλαβαίνει τι σημαίνει αυτό το (τόσο μεγάλο δήθεν) νούμερο και ρωτάει αν είναι αριθ­μός τηλεφώνου ή κάτι ανάλογο, ή απορεί αν «υπάρχει και τέτοια σειρά ρε;»

Εκεί όμως που η λέξη έχει μεγάλη φόρτιση είναι στην προσφώνηση «ρε σειρά!» Σημαίνει «ρε φίλε», «ρε συνάδελφε», και υπονοεί την έκκληση στα αισθήματα αλληλεγγύης του άλ­λου. Η προσφώνηση χρησιμοποιείται ιδίως μεταξύ αγνώστων (ή σχεδόν) φαντάρων που συναντιούνται στους κοινούς χώρους μεγάλων στρατοπέδων, στην πόλη, στο σταθμό του τρένου και, φυσικά, δεν προϋποθέτει ότι οι δύο φαντάροι είναι όντως της ίδιας σειράς. Αντίθετα, μεταξύ φαντάρων της ίδιας μονάδας, συ­νήθως το «ρε σειρά!» χρησιμοποιείται μόνο από φαντάρους της ίδιας σειράς.

Το υποκοριστικό ρε σειρούλα είτε προσθέτει φόρτιση και εισάγει παράκληση, είτε χρησιμοποιείται προστατευτικά από παλιό φαντάρο προς εμφανώς νεότερο του.

σειρά αυτοκτονίας: Οι φαντάροι που κατατάχτηκαν πιο πρόσ­φατα, επειδή τους έρχεται να αυτοκτονήσουν όταν αναλογίζονται πόσος καιρός χρειάζεται για να απολυθούν.

σεμτζής: Ο φαντάρος του Σώματος Εφοδιασμού Μεταφορών (ΣΕΜ). Και αλευράς, μια και ασχολείται με τον εφοδιασμό. Επί το ευφωνικότερον, σεμιτζής.

σέντρα: Η αναφορά και ακριβέστερα η γραμμή στην οποία στέκονται οι αναφερόμενοι στρατιώτες (για να τιμωρηθούν). Το ρήμα είναι σεντράρω, π.χ. «ο επιλοχίας χτες σέντραρε τέσσερα άτομα». Η σέντρα διακρίνεται σε σέντρα μικρή (αναφορά λό­χου), σέντρα μεγάλη (αναφορά τάγματος ή γενικά ανώτερης μο­νάδας) και σέντρα Λουνς (αστεϊσμός για «άκρως ειδεχθή παρα­πτώματα», από την εποχή που ο Λουνς ήταν διοικητής του ΝΑ­ΤΟ, δηλαδή πλήρης εξάντληση της ιεραρχίας!).

σκηνάκια: Η υπαίθρια διαβίωση, θερινή ή χειμερινή. Π.χ. «πά­με για σκηνάκια».

σπάω: «Σπάω» ένα ορόσημο σημαίνει «μου μένουν να υπηρετή­σω τόσες μέρες όσες το ορόσημο δηλώνει μείον μία». Έτσι, «σπάω την κατοστάρα» όταν μου μένουν να υπηρετήσω 99 μέ­ρες. Επίσης, «σπάω το ασιμί» (που για ασιμί* π.χ. 141 θα ήταν οι 140 μέρες) κτλ.

στραβάδι: Άλλη μια ονομασία του νέου φαντάρου. Από τις πιο μακρόβιες λέξεις του στρατού. Με άφθονες παραλλαγές όπως π.χ. το παλιότερο στραβόγιαννος.

στρατιωτικός περίπατος:
Στην έκφραση «Θα πέσει γαμήσι και στρατιωτικός περίπατος», σκοτεινή απειλή των αξιωματικών. Η φύση του απειλούμενου καψονιού μού έμεινε άγνωστη, πάντως πρέπει να προέρχεται από τη Σχολή Ευελπίδων.

στροφάρισμα: Οι αλλεπάλληλες μεταβολές δίκην καψονιού.

στροφάρω: Κάνω σε άλλους το ως άνω καψόνι.

στρτης: Η επίσημη σύντμηση του «στρατιώτης».

σφαιράτος: Γρήγορος σαν σφαίρα (π.χ. κάποιος που τρέχει). Το διατάζουν αξιωματικοί.

σχης: Η επίσημη συντομογραφία του συνταγματάρχη, περνάει περιστασιακά και στη διάλεκτο των στρατιωτών.

Σχολή Φωτομοντέλων: Φανταρίστικη ερμηνεία των αρχικών Σ.Φ., δηλαδή των στρατιωτικών φυλακών. Γενικά οι φαντάροι παραλλάζουν, συχνά πολύ γουστόζικα, τα επίσημα ακρώνυμα απ’ τα οποία βρίθει ο στρατός. Πάρα πολλές ερμηνείες έχουν τα «Τ.Ε.» και «Τ.Π.» του πεζικού (π.χ. «Τάγμα Εξορίας» αντί «Εκ­στρατείας»), ενώ η ΣΕΑΠ (Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών Πεζι­κού) ερμηνεύεται «Σήμερα έρχεσαι αύριο πεθαίνεις». [Περισσότερα για τα «φανταρώνυμα», στο παλιό μας άρθρο]

σώβρακο και γραβάτα:
Στην έκφραση «εσύ έχεις μπερδέψει το σώβρακο με τη γραβάτα». Τυπικά χυδαία ειρωνεία, αποκλειστι­κά των αξιωματικών, που απευθύνεται σε φαντάρο που διεκδικεί τα δικαιώματα του. Υπονοεί ότι «εδώ είναι στρατός, δεν περνάν αυτά που ήξερες» (π.χ. το Σύνταγμα της χώρας).

τάλιρο: Οι πέντε μέρες φυλακή.

τα χάπια μου!:
Κραυγή απελπισίας «παιγμένου» φαντάρου που ζητάει (υποτίθεται) ηρεμιστικό για να μην τρελαθεί.

τηγανίζω σαρδέλες: Εξομοιώνω έναν βαθμοφόρο (δεκανέα ή λοχία) με τους άλλους φαντάρους σε ότι αφορά τις σκοπιές κτλ., δηλαδή του ακυρώνω τα διακριτικά (τις σαρδέλες). Ο όρος εν­νοεί όχι την επίσημη έκπτωση που είναι σπάνιο φαινόμενο, αλ­λά μια ειδική άτυπη περίπτωση: όταν ο νέος δεκανέας ή λοχίας φτάσει από τα κέντρα νεοσυλλέκτων στη μονάδα, δεν έχει πάρει επίσημα τον θαθμό του (δεν έχει έρθει, όπως λένε, η ονομασία του). Για να γίνει αυτό μεσολαβεί μια περίοδος ενός περίπου μήνα. Αν σ’ αυτό το μήνα τον αντιμετωπίσουν σαν κοινό φα­ντάρο, έχουμε το τηγάνισμα. Λέγεται ότι μερικές φορές το τηγάνισμα είναι κυριολεκτικό, με τηγάνι, λάδι, κτλ. αλλά δεν έχω προσωπική αντίληψη επ’ αυτού.

τζόκεϊ: Το καπέλο της φόρμας αγγαρείας, δηλαδή της καθημε­ρινής αμφίεσης του φαντάρου. Ο φαντάρος σχεδιάζει εκειπάνω τους μήνες που του μένουν, τον αριθμό της σειράς του και του ασιμί του κτλ. διακινδυνεύοντας έτσι φυλακές από αξιωματι­κούς που θεωρούν ότι έτσι υπονομεύεται το αξιόμαχον.

του αγίου πούτσου: Έκφραση που χαρακτηρίζει κάτι που θα συμβεί στο απώτερο μέλλον, π.χ. η απόλυση κάποιου νέου, ιδίως όταν παίρνει φυλακές. Για περισσότερη έμφαση: «Δεν θ’ απολυθείς ούτε του αγίου πούτσου ανήμερα.» Παρόμοια απο­καρδιωτική για νέο φράση είναι το «για σένα δεν έχει βγει ακό­μα ούτε το συνοπτικό», εννοώντας ότι δεν έχει ακόμα τυπωθεί όχι το ημερολόγιο αλλά ούτε καν το συνοπτικό ημερολόγιο (της επόμενης χρονιάς) που γράφει τη μέρα της απόλυσης του νέου.

τούρμπο: Συνώνυμο του ούφο*, ίσως κάπως εντονότερο. Βλ. και γιωτάς.

τρέιλερ: Οι μέρες φυλακής, επειδή παρατείνουν τη θητεία.

τρελές: Στην έκφραση «κάτι τρελές μείνανε», εννοούνται οι (λίγες) μέρες που μένουν ως την απόλυση ή την άδεια (στην περίπτωση της άδειας και οι ώρες, το πρωί πριν φύγεις), επειδή δεν μπορείς να ελέγξεις τη χαρά σου ή επειδή δεν φαίνονται να περνάνε. Για αυτό το δεύτερο λόγο λέγονται και «νευρικές», π.χ. «Πόσες μετράς;» «Σαράντα νευρικές».

τρέχω: Σαν μεταβατικό (τρέχω κάποιον), σημαίνει ταλαιπωρώ. Υπάρχει μια λεπτή διάκριση: με την αυστηρή έννοια, «τρέξιμο» είναι η ταλαιπωρία που οφείλεται στην κατά γράμμα εφαρμογή των κανονισμών, πράγμα που είναι στη διακριτική ευχέρεια του κάθε γαλονά.

τρέχων: Βλ. μετράω.

τσάι: Το καθημερινό πρωινό ρόφημα· για το λόγο αυτό το τσάι χρησιμοποιείται συχνά στα αστεία και ως μονάδα μετρήσεως του υπολοίπου της θητείας. Έτσι, η έκφραση «μια λεκανίτσα τσάγια μας απόμεινε» πρέπει να σημαίνει περίπου 50-60 μέρες! Για τον ίδιο σκοπό χρησιμοποιείται και το επίσης καθημερινό ψωμί.

τσάτσος: Χαλαρά, ο φαντάρος που απολαμβάνει οποιασδήποτε χαριστικής μεταχείρισης. Αυστηρά, όταν η μεταχείριση είναι αποτέλεσμα γνωριμίας με κάποιον γαλονά (ή, ακόμα χειρότερα, όταν ο τσάτσος είναι και χαφιές) και όταν είναι μόνιμη. Το ρή­μα, τσατσεύω, σημαίνει γίνομαι τσάτσος (ή και το παίζω τσά­τσος, όπου εδώ υπονοείται μια προσωρινότητα στη συ­μπεριφορά αυτή), ενώ η πράξη αλλά και η ιδιότητα του τσάτσου λέγεται τσατσιλίκι. Σε μονάδες που τα πράγματα είναι δύσκολα από πλευράς εξόδων, αδειών κτλ., τα χαρτιά της άδειας λέγο­νται τσατσόχαρτα, μια και εκεί μόνο οι τσάτσοι παίρνουν άδεια. Υποκοριστικά ο τσάτσος έχει π.χ. το τσατσάκι ή το τσατσόπουλο. Ο τσάτσος δεν συμπίπτει υποχρεωτικά με το καρφί, αλλά καμιά φορά οι λέξεις χρησιμοποιούνται σαν συνώνυμα. Επίσης, ο φαντάρος που όλο παρακαλάει (γλείφει) αξιωματικούς χωρίς ωστόσο να έχει βύσμα* κτλ. δεν είναι, αυστηρά, τσάτσος. Ούτε και αυτός που κάνει κάποιαν εκδούλευση στον γαλονά παίρνοντας έναντι μιαν άδεια, όπως γίνεται πολύ συχνά με φα­ντάρους τεχνίτες που αναλαμβάνουν (υποχρεώνονται ουσιαστι­κά) να βάψουν το σπίτι του διοικητή κτλ., με αντάλλαγμα κάποιες εξόδους ή άδειες.

ΥΕΑ: Αρχικά που σημαίνουν Υποψήφιος Έφεδρος Αξιωματι­κός. Επειδή οι ΥΕΑ κατά τη διάρκεια της σκληρής και ανόητης εκπαίδευσής τους υποχρεώνονται από τους εκπαιδευτές να φω­νάζουν κάθε τόσο, δίκην ιαχής, «υέα», στο στρατόπεδο που υπηρέτησα ονομάζονταν επίσης παγώνια, μια και τα παγώνια (που επίσης υπήρχαν στο στρατόπεδο) βγάζουν ακριβώς την ίδια κραυγή.

υπηρεσιακό: Υπηρεσιακό σημείωμα, δηλαδή άδεια εξόδου από το στρατόπεδο με στολή και σε ώρα υπηρεσίας, συνήθως για δουλειές της μονάδας, αλλά πιθανόν και του ίδιου του φαντάρου. φαιοπράσινη: Η φόρμα αγγαρείας ή η εσωτερική της φανέλα, από το χρώμα τους. Όρος επίσημος, αλλά πολύ διαδομένος.

Φι:
Ημιεπίσημη σύντμηση της φυλάκισης. Επίσης, Φι και Κάπα: Φυλακή και κράτηση.

χάνω λάδια: Είμαι λειψός στα μυαλά, κοινώς ούφο. Έκφραση κυρίως των οδηγών, οι οποίοι, παρεμπιπτόντως, έχουν μια δική τους, πολύ πλούσια και κλειστή διάλεκτο, με πολλές λέξεις από την ορολογία των αυτοκινήτων. Π.χ. λεβιές λέγεται ο μαλάκας.


ψάρι:
Ο φαντάρος που δεν μιλάει, που φοβάται (ιδίως να παραβεί ανόητες διαταγές), που δεν διεκδικεί τα δικαιώματά του. Επειδή όλα αυτά είναι γνωρίσματα του νέου φαντάρου, η λέξη χρησιμοποιείται και σαν συνώνυμο του «νέος». Πρόκειται για κοινότατη λέξη με πολλές παραλλαγές, όπως ψάρακας, ψαράκι, σκυλόψαρο, κολόψαρο, χρυσόψαρο (υποδηλώνει λεπτεπίλεπτο φαντάρο) και, περιέργως, ψαράς. Στην τελευταία περίπτωση υπάρχει μια λεπτή διάκριση που φυσικά δεν τηρείται πάντα: ψάρι είναι ο φαντάρος λόγω απειρίας, ενώ ο ψαράς μπορεί να είναι και παλιός φαντάρος που, παρ’ ελπίδα, δεν έχει ακόμα «ξεψαρώσει».

ψαρώνω: Αμετάβατο, το ρήμα σημαίνει ότι φέρομαι σαν ψάρι*. Μεταβατικό (ψαρώνω άλλον), ότι τον κάνω να φερθεί σαν ψάρι.

ψαρωμένος: Αυτός που έχει ψαρώσει. Αντίθετο του ξεψάρωτος*.

ψαρωτικός: Αυτός που προκαλεί ψάρωμα. Περί προσώπων, η λέξη λέγεται συνήθως για επίφοβους και στην όψη ακόμα αξιω­ματικούς, με μουστάκες, αυστηρή πόζα, απειλές και άλλες τέτοιες αηδίες. Ακόμα, «ψαρωτική» λέγεται η τιμωρία, η συ­μπεριφορά κτλ. που αποσκοπεί στο να ψαρώσει τους παρευρισκόμενους. Αν π.χ. στη γραμμή ο λοχαγός μοιράσει φυλακές για να γίνει ησυχία, οι φαντάροι μετά ρωτούν: «ψαρωτικές (ει­κονικές) ήτανε ή γραφτές;» (δηλαδή αληθινές).

Πηγή: sarantakos.wordpress

 

 

Επιστροφή