Το λεξικό του fatsimare...!

Δείτε και άλλα θέματα στην ενότητα:
Το λεξικό του fatsimare...!

«Fatsimarato λεξικό» Απο το Α στο Ω...


Α αγκαλίτσας
Ο άνδρας που μόλις τα έχει φτιάξει με μια γκόμενα και είναι διαρκώς μαζί της αγκαλιά, αδιαφορώντας για τους γύρω του. Υπήρχε μια κούκλα παλιά που λεγόταν Φωτεινούλης-αγκαλίτσας, καθώς και μια ταινία του 1985 «Ο αγκαλίτσας λαγωνικό» με τον Σωτήρη Τζεβελέκο.
Β βρωμόπουστας
Ο κακός ομοφυλόφιλος. Με άλλη σημασία, χρησιμοποιείται υποτιμητικά απέναντι σε ομοφυλόφιλα άτομα. Και τουλάχιστον σε μια περίπτωση (πρόκειται για την cult ελληνική ερωτική ταινία Πάρτα όλα μωρό μου, αγνώστου χρονολογίας), χρησιμοποιείται ως δείκτης οικειότητας κατά την σεξουαλική πράξη...
Γ H Greeklish:
Ayto poy diabazete twra. Ellhnika me latinikoys xarakthres. Prosoxh, ginetai synh8eia kai meta den mporeite na grapsete me ellhnikoys xarakthres.
Δ δερβίσης, ο
Αρχικά ο άνθρωπος του Θεού, ένας μουσουλμάνος ασκητής ο οποίος έχει πάρει όρκο φτώχειας
Για λόγους άγνωστους και ανεξήγητους, ο όρος δερβίσης στη Θεσσαλονόκη χρησιμοποιείται μεταξύ ανδρών (στην κλητική πάντα) εναλλακτικά προς άλλες δημοφιλείς προσφωνήσεις όπως καρντάση, πρόεδρε, αρχηγέ, δικέ μου, ψηλέα, αδελφέ, φιλάρα κλπ.
Ε είμαι χώμα
Είμαι πολύ κουρασμένος, -η.
Ζ ζαμανφουτίστας, ο
Αδιάφορος.
Η ήττα
Το ξενέρωμα, η απογοήτευση, το πακέτο. Συνήθως την «τρώμε» αλλά πολλές φορές απλά εννοείται.
Θ θερμοσίφωνας (ηλιακός), ο
Ο κοντός, χοντρός και καραφλός άντρας
Ι (γιωτα) 5
Στον στρατό Ι5 είναι ο βαθμός σωματικής ικανότητας που δηλώνει τον ανίκανο να υπηρετήσει για σωματικούς η ψυχολογικούς λόγους. Απο εκεί βγαίνει και ο υποτιμητικός χαρακτηρισμός για τους γιωτάδες που απο το Ι3 μέχρι το Ι4 υπηρετούν.
Ι 5 δηλώνει τον εντελώς άχρηστο.
Κ κλάσε μάγκα να φουμάρω
Υβριστικότατη έκφραση που χρησιμοποιούσαν οι μάγκες στους τεκέδες για άτομα που θεωρούσαν ψευτόμαγκες και ψευτονταήδες.

Λ λούγκρα. η
Ο ομοφυλόφιλος άντρας. Χρησιμοποιείται ως ύβρις.
Στα καλιαρντά σημαίνει πολύ κακιά.
Μ μαλακοβιόλα, η
Η χαζογκόμενα.
Ν ντιλινός, ο, α
Κοινώς ο χαζός, ο βλάκας
Ξ ξέκωλο, το
Αναφέρεται σε γυναίκα με ιδιαίτερο γούστο στις ενδυματολογικές τις επιλογές, οι οποίες οπωσδήποτε αναδεικνύουν τα φυσικά της χαρίσματα.
Ο ούμπαλα, τα
Παλιά λέξη για τα ανδρικά γεννητικά όργανα.

Π παιδοβούβαλο, το
Σύνθετη λέξη (παιδί + βουβάλι), χρησιμοποιείται υποτιμητικά για να περιγράψει ιδιαίτερα εύσωμο και νεαρό άντρα
Ρ ρεμπεσκές, ο
Ο ανεπρόκοπος, αυτός που δεν έχει χαΐρι.
Σ σακουλεύομαι
Την ψυλλιάζομαι, διαισθάνομαι πως κάτι κακό σχεδιάζεται, καταλαβαίνω πως μου την έχουν στημένη.
Τ τράμπα, η
Η ανταλλαγή, η αλλαξοκωλιά (με την καλή έννοια)... Μαζί με το ρήμα κάνω σχηματίζει την έκφραση κάνω τράμπα.
Υ υδραυλικός, ο
1 ο υπερμέγιστος μπαλλαδόρος, ο ντριπλάρων μετά του τοπίου (=μπάλλας) 3 αντιπάλους, ακόμη και εντός τηλεφωνικού θαλάμου.
2 ο έχων το παντελόνι πεσμένο επιδεικνύοντας τριχωτή κωλοχαράδρα κατά τη διάρκεια επίκυψης (ή μη).
Φ φτωχομπινές, ο
Ο τσιγκούνης, ο ενδεής, αυτός που δεν διαθέτει πολλά χρήματα.
Χ χαμούρα, η
Η άσχημη γυναίκα. Συνώνυμα: μπουρούχα, μουφλόζα, πατόζα.
Ψ ψιψίνοια
Η ψυχοπνευματική κατάσταση των γυναικών που είναι μέχρι αηδίας ναζιάρες. Αντιπροσωπευτικό παράδειγμα τέτοιας γυναίκας : η Barbie.
Ω ωχαδερφισμός
Η κατάσταση του ανθρώπου που τον χαρακτηρίζει η φράση «ωχ αδερφέ μου...». Χαρακτηρίζει τους απαθείς ανθρώπους που ακόμα και χαμός να γίνεται γύρω τους αυτοί αδιαφορούν και ασχολούνται μόνο με τα δικά τους (και αυτό στην καλύτερη των περιπτώσεων).

 

 

Επιστροφή