Παροιμιώδεις εκφράσεις… γνωστής προέλευσης!

Δείτε και άλλα θέματα στην ενότητα:
- Με το «νι» και με το «σίγμα» - «Σιγά τον πολυέλαιο» - Άλλα λόγια ν’ αγαπιώμαστε


- Με το «νι» και με το «σίγμα»
- «Σιγά τον πολυέλαιο»
- Άλλα λόγια ν’ αγαπιώμαστε





 Με το «νι» και με το «σίγμα»


Παλαιότερα, όταν τα παιδιά μάθαιναν τα υποκοριστικά, ο δάσκαλος τούς έλεγε ότι η αρχική τους κατάληξη ήταν σε -ιo και ότι στα μεσαιωνικό χρόνια ήταν σε -ιον και -ιν, για να καταλήξει στο τέλος στο απλό -ι. Π.χ. παιδίον, παιδίν, παιδί.

Επίσης, τους δίδασκε ότι ο τύπος των θηλυκών τριτόκλιτων ήταν σε -ις και κατέληξε να φύγει το τελικό -ς. Π.χ. πόλις, πόλι.

Όταν στους τελευταίους αιώνες άρχισαν να γράφουν το χέρι, το πόδι, χωρίς το -ν και η πίστι, η πόλι χωρίς το -ς, οι τύποι που είχαν το νι και σίγμα θεωρούνταν οι πιο σωστοί και οι κομψότεροι.

Γι’ αυτό, όποιος μιλούσε με το νι και με το σίγμα, μιλούσε σωστό και τέλεια.

Απ’ αυτό, λοιπόν, βγήκε η φράση: «Του τα είπα με το νι και με το σίγμα», που σήμερα σημαίνει επακριβώς, αυτολεξεί, με κάθε λεπτομέρεια.

«Σιγά τον πολυέλαιο»

 
Και για αυτή τη φράση υπάρχουν δύο εκδοχές, ως προς τη προέλευσή της.

Η μία αναφέρεται σ’ ένα περιστατικό που συνέβη στην οικία Δεκόζη-Βούρου, γνωστό ως «Παλαιό Παλάτι» μια και αυτό λειτούργησε σαν ανάκτορο από το 1837 έως το 1843 και πρώτη κατοικία του Όθωνα, μετά τον γάμο του με την Αμαλία.


Εκεί, δόθηκε μία επίσημη χοροεσπερίδα, προς τιμή της νέας βασίλισσας με καλεσμένους ξένους αυλικούς, επιζώντες και απόγονους των αγωνιστών του ΄21, μεταξύ αυτών ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και το πρωτοπαλίκαρό του, Δημήτρης Πλαπούτας.

Ο Πλαπούτας, εξαιρετικός χορευτής είχε τη συνήθεια, όταν χόρευε και όταν το απαιτούσε η φιγούρα, να πετάει τα τσαρούχια του στον αέρα.

Μόλις λοιπόν άρχισε ο χορός μέσα στην φωτισμένη από κρυστάλλινους πολυελαίους αίθουσα και ο Πλαπούτας έτρεξε να σύρει τον «κλέφτικο» (τσάμικο), ακούστηκε από τον Κολοκοτρώνη, η παροιμιώδης φράση: «Το νου σου Μήτρο…σιγά τον πολυέλαιο».

Η άλλη, έχει τις ρίζες της στην εκκλησιαστική παράδοση και αναφέρεται στη συνήθεια που υπήρχε και ίσως υπάρχει ακόμη και στις μέρες μας, στις εκκλησίες και τα μοναστήρια, με το άναμμα των πολυελαίων στις μεγάλες γιορτές και συγκεκριμένα κατά τη δοξολογία.

Ο καντηλανάφτης αφού άναβε τους πολυελαίους τους κινούσε, χρησιμοποιώντας ένα κοντάρι, τον έναν από την ανατολή προς τη δύση και τον άλλον από το βορρά προς τον νότο έτσι ώστε να σχηματιστεί το σημείο του σταυρού. Αν όμως η κίνηση αυτή ήταν βιαστική, κινδύνευαν να σβήσουν τα φώτα του πολυελαίου και γιαυτό του έλεγαν «σιγά τον πολυέλαιο».


"Άλλα λόγια ν’ αγαπιώμαστε"


Η φράση αυτή ανήκει στον στρατηγό Μακρυγιάννη και ειπώθηκε σε μία συζήτηση του με τον Κώστα Αντύπα ο οποίος μόλις είχε έλθει τότε από την Ευρώπη.


Η συζήτηση αφορούσε το Σύνταγμα το οποίο ζητούσαν να παραχωρήσει ο Βασιλιάς Όθωνας.

Ο Αντύπας θεωρούσε ότι οι πολίτες δεν ήταν ώριμοι αρκετά και πρότεινε να αναβληθεί η συζήτηση.

Απαντώντας ο Μακρυγιάννης, εξοργισμένος είπε το: "άλλα λόγια ν’ αγαπιώμαστε".

Δηλαδή αλλάζεις την κουβέντα για να μην τσακωθούμε.

 

 

Επιστροφή