Εθνεγερσία και θυσία της Μακεδονίας

Δείτε και άλλα θέματα στην ενότητα:
Εθνεγερσία και θυσία της Μακεδονίας
Η Άγια Ώρα εσήμανε στη Μακεδονία ταυτόχρονα με την Νότιο Ελλάδα, παραμονή του Ευαγγελισμού.

Όταν στις 23 Μαρτίου 1821 οι Μανιάτες κι άλλοι Μοραΐτες επαναστάτες έμπαιναν ελευθερωτές στην Καλαμάτα, ο αρχιστράτηγος της Μακεδονίας Εμμανουήλ Παπάς αποβιβαζόταν στο Άγιον Όρος με ένα καράβι όπλα και πυρομαχικά.



Στην Μονή του Εσφιγμένου εψάλη εν μέσω δακρύων πανηγυρική δοξολογία για την απελευθέρωση του Γένους.

Χίλιοι Αγιορείτες Μοναχοί πήραν τα όπλα. Η επανάσταση άρχισε. Οι Μακεδόνες καθίστανται πάλι Ελλάδος πρόφραγμα. Πράγματι. Τα ελληνικά καράβια είχαν αποκλείσει το Αιγαίο και τα οθωμανικά στρατεύματα της Ανατολής έπρεπε να διασχίσουν τη Μακεδονία για να καταπνίξουν την Εθνεγερσία στη Ρούμελη και στον Μοριά. Ο Σουλτάνος και Χαλίφης των πιστών Μαχμούτ κηρύσσει ιερό πόλεμο, τζιχάντ.

Τον Απρίλιο 1821 πέμπει δια της Μακεδονίας μια στρατιά υπό τον Χατζή Μπαϊράμ πασά του Αϊδινίου και του Σαροχάν. Καθηλώνεται, όμως, στη Μακεδονία διότι, μετά το Άγιον Όρος, τον Μάιο επαναστατεί ο Πολύγυρος, η Χαλκιδική και ολόκληρος ο σημερινός νομός Θεσσαλονίκης.

Μια φάλαγγα επαναστατών υπό τον Γιάννη Χάψα από τη Συκιά κινήθηκε προς την ίδια τη Θεσσαλονίκη, πλησίασε τις ανατολικές πύλες της και συνέτριψε τον Αγκούς αγά στα Βασιλικά, αλλά σταμάτησε.

Η μεγάλη φάλαγγα υπό τον Εμμανουήλ Παπά κινήθηκε προς την Ιερισσό και, μέσω Ολυμπιάδος, βγήκε στον Σταυρό. Έπιασε τα Στενά της Ρεντίνας, εισήλθε δυτικά στο Εγρή Μπουτζάκ (Νέα Απολλωνία) και κινήθηκε προς Λαγκαδά-Θεσσαλονίκη. Επήλθαν όμως, ο Μπαϊράμ πασάς από ανατολικά και ο Γιουσούφ μπέης από τα δυτικά. Ο Εμμανουήλ Παπάς βρέθηκε μεταξύ δύο πυρών και υποχρεώθηκε να υποχωρήσει στο Άγιον Όρος.

Ο Γιουσούφ μπέης και ο Μπαϊράμ πασάς κατέστρεψαν σαράντα δύο χωριά της επαρχίας Λαγκαδά, την Ιερισσό και τα Μαντεμοχώρια γύρω από το Στρατόνι. Έσφαξαν όλους τους άνδρες. Τις γυναίκες και τα παιδιά τους, πούλησαν στα σκλαβοπάζαρα της Θεσσαλονίκης. Η σκηνή της μακεδονικής τραγωδίας μόλις είχε ανοίξει. Την περιγράφουν επίσημα οθωμανικά έγγραφα στα ιεροδικεία Θεσσαλονίκης και Βεροίας.


Ο Μπαϊράμ πασάς αναφέρει στα τέλη Ιουλίου 1821: «Αφού διεπεράσαμεν εν στόματι μαχαίρας τους απίστους τεσσαράκοντα δύο χωρίων, εξαποστείλοντας τας ρυπαράς ψυχάς αυτών εις την κόλασιν, ηχμαλωτίσαμεν τας συζύγους και τα τέκνα αυτών και ελαφυραγωγήσαμεν τας πλουσίας περιουσίας αυτών, τα δε χωρία και στρατόπεδα αυτών παρεδώσαμεν εις τας φλόγας».

Με το αίμα των Μακεδόνων ο Μοριάς και η Ρούμελη κερδίζουν χρόνο και νίκες. Είναι ήδη Σεπτέμβριος μήνας του 1821 και η επανάσταση στη Χαλκιδική και στην περιοχή της Θεσσαλονίκης δεν σβήνει, παρά τις συμφορές. Ο Εμμανουήλ Παπάς, αφού έλαβε βοήθεια 500 άνδρες, που του έστειλε ο αρματολός Διαμαντής από τον Όλυμπο, οχυρώθηκε στο στενό της αρχαίας Ποτίδαιας, το οποίο ενώνει τη χερσόνησο της Κασσάνδρας με την Καλαμαριά.


Ο Σουλτάνος τότε εξαπολύει κατά των Μακεδόνων μεγαλύτερη στρατιά υπό τον βεζύρη Μεχμέτ Εμίν, πασά της Νίγδης, του Γενή Σεχίρ και του Κρί Σεχήρ, στον οποίο εκχωρεί τα πασαλίκια της Θεσσαλονίκης και της Καβάλας για ν’ αντλήσει μεγάλες δυνάμεις.

Αιμοβόρος, αποκαλούμενος Εμπού Λουμπούτ, δηλαδή κρανιοθραύστης, ο Μεχμέτ Εμίν πασάς στις αρχές Νοεμβρίου 1821 απέκλεισε το επαναστατημένο Άγιον Όρος με 3.500 άνδρες, ιππικό και πυροβόλα. Με επιπλέον 14.000 άνδρες επετέθη στην Ποτίδαια, που κρατούσε ο Εμμανουήλ Παπάς με περίπου 1.500 πολεμιστές και απέρριψε όλες τις προτάσεις υποταγής. Την Δευτέρα 13 Νοεμβρίου 1821 όλες οι κατά μέτωπον επιθέσεις αποκρούσθηκαν, όμως μετά η άμυνα έσπασε και οι Τούρκοι χύμηξαν χιλιάδες. Ακολούθησε σφαγή των πολεμιστών και ερήμωση.

Οπισθοχωρώντας με ελάχιστους πολεμιστές, ο Εμμανουήλ Παπάς φτάνει στην Άθυτο μαζί με τον γιο του Αθανάσιο και επιβιβάζεται στο καράβι του Χατζή Βιζβίζη με πλώρη τα νησιά. Αλλά η μεγάλη καρδιά του δεν αντέχει τον πόνο. Στον δρόμο ο μεγάλος Μακεδών πεθαίνει.

Ενταφιάζεται στα Ψαρά. Ο Εμμανουήλ Παπάς από την Δοβίστα των Σερρών, βαθύπλουτος τραπεζίτης και έμπορος, με δίκτυα στην Μεσευρώπη και στην Κωνσταντινούπολη, είχε οκτώ γιους και μία θυγατέρα. Ο ένας ήταν ανήλικος. Οι άλλοι επτά άφησαν τα μέγαρά τους στην Ευρώπη και στην Κωνσταντινούπολη και συνέχισαν τον αγώνα στη Νότιο Ελλάδα.

Από τους επτά θυσιάσθηκαν μαχόμενοι οι έξι. Ο Αλέξανδρος πέφτει στο Μεσολόγγι στο πλευρό του Μάρκου Μπότσαρη. Ο Νικόλαος στο Φάληρο με τον Καραϊσκάκη. Ο Ιωάννης στο Μανιάκι με τον Παπαφλέσσα. Ο Γεώργιος έπεσε στη Λαμία. Ο Δημήτριος απαγχονίστηκε στο Νεόκαστρο.

Και ο Αθανάσιος αποκεφαλίζεται στη Χαλκίδα. Ο Αναστάσιος ήλθε από τη Βιέννη, αγωνίζεται στο πολιορκημένο Μεσολόγγι με τον Ελβετό φιλέλληνα Μάγιερ, που εκδίδει την εφημερίδα με το χρονικό της πολιορκίας, μοιράζει τα απομένοντα πλούτη του στην Ύδρα, χαρίζει τυπογραφείο και βιβλία στην Αθήνα και, μετά την απελευθέρωση, πεθαίνει πάμπτωχος, λησμονημένος από την Πατρίδα, στην Πάτρα.

Η επανάσταση, όμως, δεν έληξε στη Μακεδονία. Η Νάουσα επαναστατεί, παρ’ ότι από καιρό γνώριζε τις φρικώδεις σφαγές και τις καταστροφές της περιοχής Λαγκαδά, της Χαλκιδικής, της Καλαμαριάς και της Θεσσαλονίκης. Στις 19 Φεβρουαρίου 1822, Κυριακή της Ορθοδοξίας, ο Λογοθέτης της Νιάουστας Ζαφειράκης Θεοδοσίου υψώνει την σημαία της Επαναστάσεως μέσα στην εκκλησία.

Στο πλευρό του ορκίζονται οι αρματολοί της Βέροιας Καρατάσος, της Έδεσσας Αγγελής Γάτσος από τη Σαρακήνα, της Καστανιάς Διαμαντής Νικολάου, ο Ραμαντάνης και άλλοι. Εναντίον της κινείται ο Μεχμέτ Εμίν πασάς με 12.000 άνδρες και βαρύ πυροβολικό.

Χτυπάει τα τείχη της Νάουσας από όλες τις κατευθύνσεις αλλά επί τέσσερις βδομάδες η Νάουσα αντιστέκεται. Στις 18 Απριλίου 1828 οι Οθωμανοί κατόρθωσαν να μπουν στην πόλη από την πύλη του Αγίου Γεωργίου, αλλά η Νάουσα συνέχισε να ανθίσταται επί τρεις ολόκληρες μέρες ακόμη. Μάχες γίνονταν από σπίτι σε σπίτι. Η πόλη παραδινόταν κατά συνοικίες στη φωτιά και στις σφαγές.

Στην Μητρόπολη και στις εκκλησίες του Αγίου Γεωργίου και Αγίου Δημητρίου έχουν συγκεντρωθεί οι γέροντες με τα παιδιά ψάλλοντας «Τη Υπερμάχω Στρατηγώ». Οι εισβολείς τους σφάζουν όλους ανελέητα. Τελευταίος έπεσε ο Πύργος του Ζαφειράκη την 21η Απριλίου. Οι έγκλειστοι, μαζί με τις γυναίκες, έκαναν έξοδο, αφού πρώτα έπνιξαν πολλά παιδιά για να μην προδοθούν από τα κλάματά τους.

Γυναίκες με τα μωρά τους αγκαλιά πιάνονται στον χορό και ρίχνονται μία προς μία τους καταρράκτες της Αράπιτσας. Ακολούθησε γενική σφαγή. Δύο χιλιάδες άνδρες εσφάγησαν επί τόπου. Όσα γυναικόπαιδα σώθηκαν, πωλούνται σκλάβοι στη Θεσσαλονίκη.

Μαζί με τη Νάουσα είχαν εξεγερθεί όλα τα χωριά στο Ρουμλούκι, από τα Γιαννιτσά μέχρι τη Σκύδρα και από τη Έδεσσα μέχρι την Κουλακιά και από το Κίτρος έως τον Αλιάκμονα. Πάνω από τριάντα δύο χωριά αφανίζονται. Η Νάουσα κάπνιζε σε ερείπια, αλλά η επανάσταση δεν είχε σβήσει.

Όλοι οι καπετάνιοι, επικεφαλής ισχυρών δυνάμεων διέφυγαν στις ορεινές διαβάσεις της Καστανιάς στο Βέρμιο, του Ολύμπου και των Πιερίων, όπου μέχρι το τέλος του 1822 έκλειναν τον δρόμο των Τούρκων προς τη Νότιο Ελλάδα. Μονάχα στις 18 Αυγούστου 1823 ο αιμοσταγής Μεχμέτ Εμίν Εμπού Λουμπούτ πασάς κατόρθωσε να αναχωρήσει από τη Θεσσαλονίκη για τη νέα έδρα του, τη Λάρισα, φορτωμένος λάφυρα.


Στο μεταξύ, η Θεσσαλονίκη είχε μεταβληθεί σε μιαν απέραντη σκηνή τραγωδίας όπου σφαγιάζονταν οι κάτοικοί της και πωλούνταν στα σκλαβοπάζαρά της τα γυναικόπαιδα της Μακεδονίας. Ήδη ο διοικητής της Γιουσούφ μπέης, κρατούσε 400 ομήρους στον Πύργο του Αίματος, στον Λευκό Πύργο. Όταν στις 17 Μαΐου 1821 επαναστάτησε ο Πολύγυρος συνέλαβε ακόμη δύο χιλιάδες Θεσσαλονικείς και τον αναπληρωτή του Μητροπολίτη, Επίσκοπο Κίτρους.

Δεν τους χωρούσαν οι φυλακές και τους μάντρωσε στον ναό του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, στην Μητρόπολη, και στον αυλόγυρό της. Ο όχλος χύμηξε πάνω τους. Πάνω από τρεις χιλιάδες Θεσσαλονικείς εσφάγησαν. Ο Φιλικός Χρ. Μενεξές απαγχονίσθηκε σε πλατάνι στην πλατεία του Αγίου Γεωργίου. Ο Επίσκοπος Μελέτιος και ο παπα-Γιάννης του Αγίου Μηνά εσφάγησαν επί τόπου.

Εννέα δημογέροντες κρεμάσθηκαν στα τσιγκέλια στο Καπάνι: Χρ. Μπαλάνος, Πάικος, Γούναρης, Αχτάρης, Νάνος, Πεσές, Αναγνώστης, Παπάς και Αναστ. Κυδωνιάτης. Άλλη τραγωδία στα σκλαβοπάζαρα. Στις 10 Μαΐου 1822 ο Γάλλος Πρόξενος της Θεσσαλονίκης Φρανσουά-Μαρί Μποττύ αναφέρει:

«Oι γυναίκες και τα μικρά παιδιά, που γλύτωσαν στην πρώτη φάση των σφαγών, σκλαβώθηκαν. Κι από τότε τα μάτια μας κουράστηκαν από το καθημερινό θέαμα της επαίσχυντης αγοραπωλησίας των άτυχων θυμάτων. Κατά την επιστροφή του Αβδουλουμπούντ πασά εκτελέσθηκαν στις πύλες της πόλης πάνω από 60 αιχμάλωτο».

Στις 10 Ιουλίου 1822 η εφημερίδα «Γαλλικός Ταχυδρόμος» γράφει: «Βλέπεις φανατικούς Μουσουλμάνους να τρέχουν ομαδικά, να αγοράζουν 30 γρόσια το θύμα τους και να το σφάζουν αμέσως για να κερδίσουν σπουδαία θέση στους Ουρανούς. Χιλιάδες γυναίκες, κορίτσια και αγόρια πουλιόνται κάθε μέρα στο παζάρι. Πολλά από αυτά τα δυστυχισμένα πλάσματα αυτοκτόνησαν κατά την μεταφορά. Γυναίκες δεν δέχονται τροφή, μ’ όλο που μαστιγώνονται, για να πεθάνουν από την πείνα».

Στην Κεντρική Μακεδονία κάηκαν εκατόν είκοσι χωριά και κωμοπόλεις. Στην Καλαμαριά, ανάμεσα Θεσσαλονίκη-Χαλκιδική, ισοπεδώθηκαν τα πενήντα χωριά της. Όσοι διέφυγαν τη σφαγή, κατέφυγαν στα βουνά.

Η ερήμωση ήταν τέτοια, ώστε ο Μεχμέτ Εμίν πασάς τον Σεπτέμβριο 1822 επέτρεψε να επανέλθουν οι χωρικοί για να καλλιεργούν τη γη γιατί επέκειτο λιμός. Μετά από 16 χρόνια, όλα τα εύπορα οθωμανικά σπίτια της Μακεδονίας είναι γεμάτα με σκλάβους Μακεδόνες του ’21, όπως αναφέρει σε έκθεσή του στις 3 Φεβρουαρίου 1838 ο πρώτος Πρόξενος της Ελλάδος στη Θεσσαλονίκη Θεόδωρος Βαλλιάνος.

Παρ’ όλα αυτά τα δεινά, οι Μακεδόνες αγωνιστές κατέρχονται στην επαναστατημένη Νότιο Ελλάδα και μάχονται γενναία μέχρι τέλους. Στο επόμενο τελικό άρθρο.

Ν.Ι.Μέρτζος

 

 

Επιστροφή