Αρβανίτες. Απο πού ήρθαν;

Δείτε και άλλα θέματα στην ενότητα:
Αρβανίτες. Απο πού ήρθαν;

Άρρηκτα συνδεμένοι με τον Ιερό Αγώνα της Εθνεγερσίας είναι οι Αρβανίτες μας, ο πολεμικός κλάδος της Αλλόφωνης Ρωμιοσύνης μας όπως οι Βλάχοι.

Από πού ήλθαν;

Ο ποταμός Γενούσος, Σκούμπη στ’ αρβανίτικα, πηγάζει από τη λίμνη Αχρίδα, κόβει στη μέση, περίπου, τη σημερινή Αλβανία, και χύνεται στην Αδριατική.

Ανάμεσα στο ποτάμι και στην Ήπειρο, σε χώρα άγρια κι όμορφη, ζούσαν κι ακόμη ζουν πληθυσμοί πολεμικοί, κυρίως ποιμενικοί, αναγόμενοι πιθανόν στους εξ ίσου πολεμικούς αρχαίους Ιλλυριούς, που επί μακρούς αιώνες, από τα αρχαία κιόλας χρόνια του Βασιλέως Πύρρου της Ηπείρου, αναμιγνύονται με τους Έλληνες, νιώθουν μεταξύ τους συγγενείς, συχνά ταυτίζονται κιόλας και γίνονται αδελφοί.

Στα διαλείμματα, όμως, μάχονται εναντίον αλλήλων όπως ακριβώς και οι Έλληνες μάχονται εναντίον Ελλήνων επί χιλιάδες χρόνια έως και τον 20ό μ.Χ. αιώνα.

Τη γλώσσα τους δεν την έγραφαν, παρά μόνον τη μιλούσαν, κι όταν πολύ αργότερα την έστρωσαν στο χαρτί την έστρωναν με τα ελληνικά της γράμματα έως τα τέλη του 19ου αιώνα. Παλιά εκεί εδέσποζε μεγαλύτερη όλων η ελληνική πόλη Άρβανον. Γι’ αυτό οι πληθυσμοί αυτοί, πάντα νότια του Γενούσου ποταμού, ονομάσθηκαν Αρβανίτες, Αλβανίτες και Αλβανοί.

Τον 3ο αιώνα π.Χ. ο ιστορικός Πολύβιος (204-120 π.Χ.) σημειώνει:

«Οι δ’ άλλοι πάντες έφυγον εις ΄Αρβωνα». Πολύ αργότερα ο Στέφανος Βυζάντιος στο Λεξικό του εξηγεί: «Άρβων ή Αρβών ην Ιλλυρίας πόλις, ης ο κάτοικος Αρβωνίτης».

Έναν περίπου αιώνα μετά τον ιστορικό Πολύβιο, ο Πόντιος γεωγράφος Στράβων (67 π.Χ.-23 μ.Χ.) βεβαιώνει εξ ιδίας αντιλήψεως ότι οι κάτοικοι της περιοχής νότια από το Δυρράχιο και την Εγνατία Οδό «είχαν αναμιχθεί με τα ιλλυρικά έθνη αλλά ένοιωθαν πλησιέστεροι προς τους Μακεδόνες, τα ρούχα τους και τα ήθη τους ήσαν μακεδονικά, μιλούσαν την ίδια διάλεκτο με τους Μακεδόνες και μερικοί μάλιστα ήσαν δίγλωσσοι. Γι’ αυτό μερικοί ονόμαζαν Μακεδονία τη χώρα τους μέχρι και την Κέρκυρα».


Γράφει: «Οι μεν πλησιάζοντες τοις Μακεδόσι μάλλον αναμέμικται δε τούτοις τα ιλλυρικά έθνη. Ένιοι δε και σύμπασαν μέχρι Κορκύρας χώραν Μακεδονίαν προσαγορεύουσιν, αιτιολογούντες άμα ότι και κουρά και διαλέκω και χλαμύδι και άλλοις τοιύτοις χρώνται παραπλησίως.΄ Ενιοι δε και δίγλωτοί εισι».

Μετά ο γεωγράφος Κλαύδιος Πτολεμαίος (125-161μ.Χ.) αναφέρει: «Πόλεις δ’ εισίν εν Μακεδονία μεσόγειοι αίδε Ταυλαντίων ΄Αρνισσα, Ελιμιωτών Ελιμεία, Αλβανών Αλβανόπολις».

Στους Μέσους Χρόνους, μετά τον 11ο αιώνα, πολλοί αυτόπτες μάρτυρες αναφέρουν Αρβανίτες. Στο χρονικό του Κεδρηνού ο Σκυλίτσης γράφει:«Στρατιάν αξιόλογον εκ τε Φράγκων και Βουλγάρων, Ρωμαίων τε και Αρβανιτών». Ο Γεώργιος Ακροπολίτης προσθέτει στο δικό του χρονικό: «Παραμείψας την Καστορίαν και περί την Αχρίδα παραγγείλας αφικόμην εις ΄Αλβανον ει πως αν δυνηθείην τα των Αλβανιτών διορθώσασθαι».

Και η ΄Αννα Κομνηνή γράφει: «Αυτού δε βαλλομένου απανταχόθεν παρά τε των καλουμένων Αρβανιτών».
Αυτούς τους Αρβανίτες, τον 11ο και τον 12ο αιώνα, καλούν διαδοχικά και εγκαθιστούν στα λίμιτα, δηλαδή στα σύνορα της Αυτοκρατορίας και σε ενδότερα στρατηγικά σημεία της, οι Αυτοκράτορες Βασίλειος Β΄ ο Βουλγαροκτόνος, Μιχαήλ Δούκας και Μανουήλ Κομνηνός. Πρόκειται, όμως, για επιλεκτικές εγκαταστάσεις. Τα οχυρά ακριτικά χωριά τους οι Αρβανίτες ονομάζουν στη λαλιά τους κατούνες και από τότε αυτή η λέξη εισήχθη στην ελληνική γλώσσα.

Η πρώτη, η καταστροφικότερη, Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως το 1204 από τους Σταυροφόρους αποτελεί ιστορική τομή -και- στην πορεία της Αρβανιτιάς που σταδιακά κατέρχεται και εγκαθίσταται μόνιμα στον κεντρικό ελλαδικό χώρο όπου, χάρις στις προγενέστερες προαναφερόμενες καταβολές της, συνδιαμορφώνει τον Νεότερο Ελληνισμό και τον υπερασπίζεται ηρωικά άχρι θανάτου με θαυμαστή αποφασιστικότητα κι αποτελεσματικότητα.

Μετά την πρώτη Άλωση, στον χώρο της πατρώας μας Αυτοκρατορίας, επικρατούν ποικίλα φραγκικά βασίλεια, δουκάτα, πριγκιπάτα κ.ά., όχι πάντοτε φιλικά μεταξύ τους, στα οποία αντιπαρατίθεται η Ρωμιοσύνη με την Αυτοκρατορία της Νικαίας στην Ανατολή και το Δεσποτάτο της Ηπείρου στη Δύση που κατά κανόνα, όμως, επιδίδονται δραστήρια και σε αιματηρούς εμφυλίους πολέμους.

Τότε οι Ρωμαίοι Αυτοκράτορες της Νικαίας και Δεσπότες της Ηπείρου καλούν σε επικουρία τους πολεμικούς Αρβανίτες κι αυτοί ανταποκρίνονται μαζικά συνοδευόμενοι από τις οικογένειές τους και τα κοπάδια τους. Τέτοια ρωμέικα χρυσόβουλλα και άλλα διατάγματα, όπως και γραπτές συνθήκες με επιχωρίους Λατίνους ηγεμόνες, διασώζονται αρκετά.

Δεν ευσταθούν, συνεπώς, οι εκδοχές μεταγενεστέρων ιστορικών και άλλων επιστημόνων ότι οι Αρβανίτες κατήλθαν είτε ως επιδρομείς ληστές για να λαφυραγωγήσουν είτε ως φερέοικοι μα ένοπλοι τσελιγκάδες για να καλύψουν έναν ελλαδικό χώρο τελείως τάχα αδειανό από τους Έλληνες. Η νόμιμη πάντως κάθοδος και εγκατάσταση δεν αποκλείει διόλου παράλληλα φαινόμενα βίας και πλιάτσικου, πολύ συνηθισμένα στους τσομπαναρέους πολεμιστές, όπως στους βλαχόφωνους αλλά και σε πολλούς ελληνόφωνους μέχρι και τον 19ο αιώνα.

Σ’ εκείνους τους καιρούς της καθόδου τους πολλοί Αρβανίτες και αρχηγοί τους, ήδη από τον 14ο αιώνα, επιγράφονται στην ελληνική γλώσσα, αισθάνονται Έλληνες και το διακηρύσσουν. Έτσι, επί παραδείγματι, ο πολέμαρχος Κάρολος Θώπιας το 1358 συντρίβει τον Νικηφόρο Β΄ Άγγελο στον Αχελώο, επανιδρύει εκ βάθρων στο Ελμπασάν την εκκλησιά του Αγίου Ιωάννου του Βλαδιμήρου και αφήνει στην ελληνική γλώσσα την κτητορική επιγραφή που καταλήγει: «Εν ημέραις αυθεντεύοντος πάσης χώρας Αλβάνου του πανυψηλοτάτου Πρώτου Κάρλα Θεωπία».

Έχει ανοίξει, έτσι, ένα καινούργιο, μεγάλο και συναρπαστικό, κεφάλαιο στην ελληνική Ιστορία. Όταν ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος το 1447, πριν στεφθεί Αυτοκράτωρ, εκστρατεύει από τον Μοριά κατά των Οθωμανών καταλαμβάνοντας την Αττική, τη Βιωτία και μέρος της Θεσσαλίας, τα ισχυρότερα στρατεύματά του είναι Αρβανίτες ήδη Μοραΐτες οι οποίοι και του προσδίδουν το θαυμαστικό προσωνύμιο Δραγάσης που στα αρβανίτικα σημαίνει θεριό. Τότε, μαχόμενοι στο πλευρό του τελευταίου Κωνσταντίνου μας, συναντώνται οι Αρβανίτες με τους Βλάχους πολεμιστές της Πίνδου. Από τότε οι δύο πιο πολεμικοί κλάδοι της Αλλόφωνης Ρωμιοσύνης δεν χωρίζουν ποτέ. Τον Σεπτέμβριο του 1611 θα πάρουν μαζί τα όπλα και θα εξεγερθούν κατά των Οθωμανών, όταν τους καλεί σε επανάσταση ο Μητροπολίτης Λαρίσης, Τρίκκης και Σταγών Διονύσιος ο Φιλόσοφος, ο επικαλούμενος από τους προσκυνημένους Σκυλόσοφος.

Στα τέλη του 18ου αιώνα οι Αρβανίτες, οργανωμένοι πλέον σε πολεμικές φάρες, είναι εγκατεστημένοι στην Ήπειρο με προπύργιο το απόρθητο Σούλι, ομοσπονδία χωριών και λίκνο των ενδοξοτέρων εθνικών αγωνιστών. Επίσης σε συμπαγείς πληθυσμούς βρίσκονται στη Βοιωτία με επίκεντρο τη Θήβα, στο μεγαλύτερο μέρος της Αττικής και μέσα στην Αθήνα, στα νησιά Εύβοια, Σπέτσες, Ύδρα, Σαλαμίνα, Άνδρο και σε χωριά άλλων νησιών, όπως η Ίος, η Αίγινα, η Κύθνος, η Κάσος, ακόμη και η Σάμος.

Στην Πελοπόννησο καλύπτουν το στρατηγικό τρίγωνο της ορεινής Κορινθίας, Αχαΐας και Αρκαδίας, ενώ ζουν επίσης σε μέρη της Αργολίδας και στην Κυπαρισσία και στη Μεσσηνία με επίκεντρο το Ψάρι. Κρατούν όλα τα δερβένια, τις κλεισούρες, της Αττικής και της Βοιωτίας με τα ονομαστά Δερβενοχώρια τους. Ο χώρος αναφέρεται ενδεικτικά αλλά είναι ο σημαντικότερος όπου θα διεξαχθεί ο Ιερός Αγώνας της Εθνεγερσίας. Σφραγίζουν τον τόπο με τα αρβανίτικα τοπωνύμιά τους τα οποία επικρατούν μέχρι και σήμερα. Π.χ. στην Αττική: Κριεκούκι, Κάζα, Λιόπεσι, Σπάτα, Λιόσια, Κορωπί, Πικέρμι, Μαρκόπουλο κ.ά.

Μέσα στην Αθήνα κυριαρχούν στην καρδιά της στη συνοικία Πλάκα. Πλάκα στ’ αρβανίτικα σημαίνει παλαιά: πράγματι απλώνεται κάτω από το παλαιότερο μνημείο της Αθήνας, τον Παρθενώνα. Αρβανίτες είναι οι Γκάγκαροι, όπως ονομάζονταν οι αυτόχθονες Αθηναίοι μέχρι τα χρόνια μας. Ωστόσο μειοψηφούν στο σύνολο της πόλεως, όπου το 1674 ο Γάλλος Πρόξενος Ζαν Ζιρώ αναφέρει «1.300 σπίτια Ελλήνων, 600 Τούρκων και 150 Αρβανιτών».

Επιδίδονται με επιτυχία στην κτηνοτροφία και στη γεωργία, ιδιαίτερα στην αμπελουργία και στην ελαιουργία. Δεν ξεχνούν, όμως, και την ληστεία. «Στους πενήντα κλέφτες που παλουκώνουν στη Τουρκία, οι σαράντα εννέα είναι Αρβανίτες», αναφέρει ο ίδιος Πρόξενος. Πλησιάζει η Εθνεγερσία. Στο επόμενο.

Ν.Ι.Μέρτζος

 

 

Επιστροφή