Το... "αριστερό" χρονολόγιο της ελληνικής επανάστασης

Δείτε και άλλα θέματα στην ενότητα:
Το...

24 Φεβρουαρίου 1821: ο Αλέξανδρος Υψηλάντης εκδίδει επαναστατική προκήρυξη, με την οποία κηρύσσει την επανάσταση στις Παραδουνάβιες ηγεμονίες.

23 Μαρτίου 1821: η Καλαμάτα απελευθερώνεται από τον Κολοκοτρώνη και τους Μανιάτες. Πραγματική έναρξη της Επανάστασης.

23 Σεπτεμβρίου 1821: απελευθέρωση της Τριπολιτσάς υπό την αρχηγία του Κολοκοτρώνη.
1 Ιανουαρίου 1822: ψηφίζεται το πρώτο σύνταγμα του αγώνα από την Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου.

26 Ιουλίου 1822: οι επαναστατικές δυνάμεις συντρίβουν τη στρατιά του Δράμαλη στα Δερβενάκια.

Φεβρουάριος 1825: ο Αιγύπτιος Ιμπραήμ αποβιβάζεται στην Πελοπόννησο. Η επανάσταση οδηγείται στο χείλος της καταστροφής.

11 Απριλίου 1826: ηρωική έξοδος των πολιορκημένων του Μεσολογγίου.

20 Οκτωβρίου 1827: ναυμαχία στο Ναυαρίνο, ολοκληρωτική καταστροφή του τουρκοαιγυπτιακού στόλου.

8 Ιανουαρίου 1828: ο Ιωάννης Καποδίστριας αποβιβάζεται στο Ναύπλιο σε κλίμα ενθουσιασμού.

3 Φεβρουαρίου 1830: υπογράφεται το πρωτόκολλο Ανεξαρτησίας του ελληνικού κράτους.



Γιώργος Κρεασίδης


Όταν στις 24 Φλεβάρη 1821 ο Αλέξανδρος Υψηλάντης κήρυξε την έναρξη της Επανάστασης στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, το συνέδριο της Ιεράς Συμμαχίας στο Λάιμπαχ, τη σημερινή Λιουμπλιάνα της Σλοβενίας διαρκούσε ήδη ένα μήνα.

Οι μονάρχες της Ευρώπης και ο Βρετανός Πρέσβης συνεδρίαζαν ανήσυχοι για τα εξεγερτικά γεγονότα στη Νάπολη και το Πεδεμόντιο ενάντια στις αναχρονιστικές μοναρχίες της Ιταλίας, όταν έμαθαν εμβρόντητοι για τη νέα επανάσταση.

Η Ιερά Συμμαχία συγκροτήθηκε μετά την ήττα του Ναπολέοντα το 1815 και την παλινόρθωση της γαλλικής μοναρχίας. Η σύμπραξη των υπεραντιδραστικών μοναρχιών της Ρωσίας, της Αυστρίας, της Πρωσίας, με τη Βρετανία να παρακολουθεί από κάποια απόσταση, είχε σαν στόχο να καταπνίξει κάθε κίνημα με κοινωνικά ή εθνικά χαρακτηριστικά που αμφισβητούσε την τάξη πραγμάτων που είχαν επιβάλλει με τη νίκη τους στο Βατερλό. Δαιμονοποιήθηκε η Γαλλική Επανάσταση και οι ιδέες του Διαφωτισμού, αλλά και τα εθνικά κινήματα που γεννήθηκαν στον απόηχο τους, με ριζοσπαστικά κοινωνικά χαρακτηριστικά, πριν τα απολέσουν οριστικά στο τέλος του 19ου αιώνα μεταλλασσόμενα σε εθνικισμούς.

Η επιδίωξη της καθεστωτικής σταθερότητας, αλλά και της διεθνούς ισορροπίας δυνάμεων με τη δύναμη των όπλων και της μυστικής αστυνομίας, δεν ήταν απλά αλαζονική. Επιδίωκε ουσιαστικά να γυρίσει το χρόνο πίσω. Όπως έδειχναν οι αποστάσεις που κρατούσε η Βρετανία, η αναχρονιστική αυτή συμμαχία προσπαθούσε να συγκεράσει αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα. Η αναδυόμενη αστική τάξη, που αποκτούσε δύναμη, ενίσχυε τις αποκλίσεις.

Το συνέδριο του Λάιμπαχ αποφάσισε την εισβολή του αυστριακού στρατού στη Νάπολη και το Πεδεμόντιο και καταδίκασε την Ελληνική Επανάσταση, όπως και «κάθε υποτιθέμενη μεταρρύθμιση που πραγματοποιείται με κίνημα ή ανοιχτή βία».

Το 1822 το επόμενο συνέδριο της Ιεράς Συμμαχίας στη Βερόνα αποφάσισε να επιτρέψει την γαλλική εισβολή στην Ισπανία για να αποκατασταθεί ο βασιλιάς Φερδινάνδος Ζ’, ενώ στηρίχτηκαν οι αντιδραστικές δυνάμεις στα ιταλικά κρατίδια όπου ήταν σε εξέλιξη συγκρούσεις.

Δεν κατάφερε το συνέδριο να συμφωνήσει στην πρόταση για στρατιωτική επέμβαση στις επαναστατημένες ισπανικές αποικίες της Νότιας Αμερικής λόγω των βρετανικών αντιρρήσεων. Η ανεξαρτητοποίηση των χωρών της λατινικής Αμερικής και η διάλυση της αποικιοκρατικής αυτοκρατορίας της Ισπανίας ήταν εξέλιξη που η Βρετανία έβλεπε θετικά, ώστε να ανοίξει ο δρόμος για τα συμφέροντα της αστικής της τάξης. Παράλληλα τα ανταγωνιστικά συμφέροντα της Αγγλίας και της Ρωσίας στην ανατολική Μεσόγειο, οδήγησαν σε μια φραστική μόνο καταδίκη της Ελληνικής Επανάστασης.

Οι αντιθέσεις μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων έδωσαν χώρο για την ανάπτυξη του επαναστατικού αγώνα στην Ελλάδα

Το συνέδριο της Βερόνας ήταν και το τελευταίο, καθώς η Ιερά Συμμαχία απαξιώθηκε και η Ελληνική Επανάσταση συνέβαλλε καθοριστικά σε αυτό. Καθώς έδειχνε αντοχή, άρχισε να διαφοροποιείται η στάση των λεγόμενων Μεγάλων Δυνάμεων. Το 1824 οι βρετανικές τράπεζες αναγνωρίζουν τους επαναστατημένους Έλληνες σαν εμπόλεμη δύναμη και χορηγούν το πρώτο από τα «Δάνεια της Ανεξαρτησίας», όπως ονομάστηκαν, για να ακολουθήσει ένα δεύτερο την επόμενη χρονιά. Ασφαλώς οι όροι ήταν ληστρικοί, ενώ από το 60% περίπου του ποσού που εκταμιεύτηκε ελάχιστα ξοδεύτηκαν για το σκοπό τους, που ήταν η χρηματοδότηση του επαναστατικού πολέμου.

Καταχρήσεις, σπατάλες, ρουσφέτια ήταν η κατάληξή τους, φαινόμενα που είχαν ισχυρή συμβολή στο ξέσπασμα των εμφυλίων συγκρούσεων. Γεγονός όμως παραμένει ότι έτσι ήρθε η διεθνής αναγνώριση. Ο διπλωματικός ανταγωνισμός για το ποιος θα ωφεληθεί από την Ελληνική Επανάσταση, οδήγησε στη Ναυμαχία του Ναβαρίνου και την καταστροφή του Οθωμανικού Στόλου το 1827 από τον κοινό στόλο Ρωσίας, Αγγλίας και Γαλλίας. Ο Ρωσοτουρκικός Πόλεμος του 1828-29 και η ήττα του Σουλτάνου, επιτάχυναν τις εξελίξεις που οδήγησαν το 1830 στο Πρωτόκολλο του Λονδίνου και την πλήρη ανεξαρτησία της Ελλάδας, αντί του καθεστώτος της αυτονομίας. Αντίστοιχα το 1829 αναγνωρίστηκε η αυτονομία της Σερβίας και έκλεισε η εκκρεμότητα για το μέλλον της μετά το συμβιβασμό που ακολούθησε τη σερβική επανάσταση του 1804-1815.



Νίκησε η επανάσταση χάρη στην επέμβαση των «προστάτιδων δυνάμεων»;

Συχνά μπαίνει το ερώτημα αν τελικά η Επανάσταση νίκησε χάρη στην επέμβαση στο Ναβαρίνο από τις «προστάτιδες δυνάμεις», όπως αυτοανακηρύχτηκαν. Το ερώτημα ενισχύεται και από το αποτέλεσμα της καταστροφικής για την ελληνική πλευρά εκστρατείας στην Πελοπόννησο (1825-28) του Ιμπραήμ πασά, γιου του Μοχάμετ Άλι, ηγεμόνα της αυτόνομης Αιγύπτου.

Το ερώτημα αυτό τίθεται συχνά με ιδεολογική στόχευση είτε για να αποδείξει τη ζωτική σημασία για την Ελλάδα της ανισότιμης σχέσης με τις δυτικές δυνάμεις ή τη Ρωσία είτε για να αποδειχτεί ότι η εξάρτηση, νοούμενη ως αποικιοκρατία, ξεκινά πριν καν την επίσημη ίδρυση του ελληνικού κράτους. Άρα εκκρεμεί η εθνική ανεξαρτησία.

Στην πραγματικότητα η Ελληνική Επανάσταση δεν θα μπορούσε να είναι απλά μια ελληνοτουρκική σύγκρουση, με τον υπόλοιπο κόσμο, τα κράτη και τους λαούς απλά θεατές. Στεγανά στην πορεία της ιστορίας δεν υπάρχουν. Εφόσον η Ελληνική Επανάσταση κατάφερε όχι απλά να μην καταπνιγεί στο ξέσπασμά της, αλλά και να κρατήσει σχεδόν μια δεκαετία, ήταν λογικό οι κοινωνικές δυνάμεις που βρίσκονταν στην ηγεσία να αξιοποιήσουν το διεθνές περιβάλλον επιδιώκοντας κάθε δυνατή συμμαχία. Από τα διαφοροποιημένα συμφέροντα της Βρετανίας σε σχέση με αυτά της Ιεράς Συμμαχίας, μέχρι το κύμα φιλελληνισμού στην Ευρώπη. Αυτό το τροφοδοτούσε η γοητεία της επαναστατικής ιδέας, σαν κληρονομιά της Γαλλικής Επανάστασης και του Διαφωτισμού, αλλά και ο ρομαντισμός που έβλεπε στο 1821 την αναγέννηση της αρχαίας Ελλάδας. Εξάλλου η αστική τάξη στην Ελλάδα θα αναδείξει στη διαδρομή της τις διεθνείς συμμαχίες σε βασικό της στοιχείο, μαζί με τον αδίστακτο χαρακτήρα της, για να κρατήσει στα χέρια της τον πλούτο και την εξουσία.

Η Ελληνική Επανάσταση εντάσσεται σε ένα εξεγερτικό κύμα που αμφισβητούσε την τάξη πραγμάτων μετά την ήττα του Ναπολέοντα το 1815 και την Παλινόρθωση του Παλαιού Καθεστώτος

Η Ελληνική Επανάσταση εντάσσεται σε ένα εξεγερτικό κύμα που αμφισβητούσε την τάξη πραγμάτων μετά την ήττα του Ναπολέοντα το 1815 και την Παλινόρθωση του Παλαιού Καθεστώτος. Οι ιδέες της αντλούν έμπνευση από τις ιδεολογικές κατακτήσεις της Γαλλικής Επανάστασης του 1789 και του Διαφωτισμού, παρά τη φθορά που είχαν υποστεί από το αυτοκρατορικό καθεστώς του Ναπολέοντα. Το ίδιο ίσχυε για τους Ιταλούς Καρμπονάρους που στάθηκαν έμπνευση και για την Φιλική Εταιρεία, για τους Ισπανούς φιλελεύθερους και μια σειρά από μυστικές οργανώσεις σε όλη σχεδόν την Ευρώπη, αλλά και για τον ανεξαρτησιακό αγώνα των Σιμόν Μπολιβάρ και Σαν Μαρτίν στη Νότια Αμερική. Φυσικά είναι ταυτόχρονα ένα βαλκανικό γεγονός, καθώς το ’21 και η Σερβία άνοιξαν το δρόμο για αντίστοιχες εξελίξεις στους υπόλοιπους βαλκανικούς λαούς στα χρόνια που ακολούθησαν.


Οι αστικές σχέσεις παραγωγής διαβρώνουν την Οθωμανική Αυτοκρατορία

Όταν ξεσπά η Επανάσταση του 1821 η Οθωμανική Αυτοκρατορία αντιμετώπιζε φαινόμενα βαθιάς κρίσης. Η εισβολή των καπιταλιστικών σχέσεων στον χώρο της Αυτοκρατορίας που ξεκίνησε μέσα από τις Διομολογήσεις, δηλαδή την παραχώρηση προνομίων εμπορικής δραστηριότητας σε Ευρωπαίους, είχε δημιουργήσει νέα κοινωνικά δεδομένα, που η παραδοσιακή δομή της δεν μπορούσε εύκολα να ενσωματώσει. Σαν συνέπεια ήρθε η διαμόρφωση αστικών στρωμάτων στους χριστιανικούς πληθυσμούς. Μια διαδικασία που για το ελληνικό στοιχείο ήταν ραγδαία εξελισσόμενη μέσα από τη σχέση του με το αγγλικό εμπόριο ήδη από τον 17ο αιώνα.

Οι ριζοσπαστικές ιδέες του Διαφωτισμού και ο απόηχος της Γαλλικής Επανάστασης ήρθαν να επιταχύνουν τη διαδικασία εθνογένεσης, με καταλύτη την εμπορική αστική τάξη των Ελλήνων και Σέρβων αρχικά και των άλλων βαλκανικών λαών στη συνέχεια.

Παραπέρα οι αλλεπάλληλες πολεμικές συγκρούσεις και ήττες από την Ρωσία και την Αυστρία, πέρα από το κόστος για την Οθωμανική Αυτοκρατορία σε ανθρώπινες απώλειες, πόρους και εδάφη, είχαν μακροπρόθεσμες συνέπειες. Οι συνθήκες που υπογράφονταν μετά τις ήττες, όπως η Συνθήκη του Πασάροβιτς με την Αυστρία (1718) και του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή με τη Ρωσία (1774), πέρα από την καταγραφή του δυσμενούς συσχετισμού για τους Οθωμανούς, επιτάχυναν και τις κοινωνικές διεργασίες διαμόρφωσης των χριστιανικών αστικών στρωμάτων.

Ανάλογη επίδραση είχαν και οι ναπολεόντειοι πόλεμοι, η γαλλοκρατία στα Επτάνησα (1797-99 και 1807-14) και τις Δαλματικές ακτές (1809-1814) και η εκστρατεία του Ναπολέοντα στην Αίγυπτο (1798-99). Οι γαλλικές προπαγανδιστικές υποσχέσεις για ισότητα, ελευθερία και δημοκρατία είχαν καταλυτική απήχηση στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Οι γαλλικές και αγγλικές αποικιοκρατικές βλέψεις έγιναν σταθερές παράμετροι, συμβάλλοντας στη μετατροπή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε «Μεγάλο Ασθενή» του διεθνούς σκηνικού.

Ο οθωμανικός κόσμος θα επιχειρήσει να απαντήσει στην κάμψη της στρατιωτικής του δύναμης, αλλά και την κρίση της εσωτερικής του συνοχής. Άλλοτε με εκσυγχρονιστικές απόπειρες εκδυτικισμού, που θα επαναλαμβάνονται διευρυνόμενες σε όλη την κοινωνική και πολιτική σφαίρα μέχρι σχεδόν το τέλος της αυτοκρατορίας. Άλλοτε με μια «επιστροφή στις ρίζες» και τα στοιχεία του «ένδοξου παρελθόντος». Στα χρόνια που προηγήθηκαν από την Επανάσταση του ’21, οι αυτονομιστικές τάσεις των πασάδων της Βαλκανικής, όπως ο Αλή Πασάς στα Γιάννενα και ο Πασβάνογλου στο Βιδίνιο της Βουλγαρίας, θα οξύνουν τα προβλήματα συνοχής. Σε αυτές τις συνθήκες η πολλαπλή εκμετάλλευση και καταπίεση των χωρικών και η αναζήτηση από τα αστικά στρώματα πολιτικής κάλυψης και μιας αγοράς χωρίς τη σουλτανική αυθαιρεσία και περιορισμούς, τροφοδοτούν τη δυναμική των εθνικών επαναστάσεων.

 

Ξαναγράφουν την ιστορία απ’ τη σκοπιά των αστών



Στα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση του 1821 ανοίγει μια μεγάλη συζήτηση με εκδηλώσεις, εκδόσεις και αρθρογραφία. Αν και η πανδημία και οι πολύπλευρες τραγικές συνέπειές της βρίσκονται στο επίκεντρο, το 1821 απασχολεί με πυκνές παρεμβάσεις που έχουν ιστορική ματιά αλλά και το βλέμμα στραμμένο στο σήμερα και το αύριο. Η άρχουσα τάξη επιχειρεί να αξιοποιήσει την επέτειο, πρώτα από όλα, για να παρουσιάσει τον κόσμο του εφοπλισμού, της επιχειρηματικότητας και των τραπεζών σαν δημιουργό αυτής της χώρας και της ιστορίας της αλλά και τις Μεγάλες Δυνάμεις σαν σωτήρες της. Να ευλογήσει τα γένια της δηλαδή, μετά από μια παρατεταμένη περίοδο κρίσης, που δεν μένει μόνο στην οικονομία αλλά διαπερνά τους θεσμούς και τις ιδέες της αστικής τάξης. Επιδιώκει να αναδείξει τις διαχρονικές συμμαχίες της με τους ιμπεριαλιστές (τώρα ΕΕ και ΝΑΤΟ) σαν υπαρξιακό στοιχείο της Ελλάδας.

Πέρα από το κυρίαρχο αφήγημα, υπάρχουν και οι διαφοροποιήσεις που δίνουν βάρος σε επιμέρους πλευρές. Δεν υπάρχουν μόνο τα ελιτίστικα μηνύματα για τον τολμηρό και επινοητικό κόσμο της αγοράς που έφερε τον Διαφωτισμό, οργάνωσε την Επανάσταση, μάς έκανε κράτος και μάς ενσωμάτωσε στη Δύση. Υπάρχει και η λαϊκής απεύθυνσης εθνικιστική αφήγηση, καθώς δεν υφίσταται σήμερα θετικό και αισιόδοξο αστικό όραμα, ενώ λειτουργεί και σαν αντιστάθμισμα στη φθορά του ευρωπαϊσμού.

Βασική επιδίωξη για την αστική ματιά στην Επανάσταση του 1821 είναι να αναιρεθεί ο καθοριστικός ρόλος του υποκειμένου της: του φτωχού λαού που εμπνεύστηκε από το επαναστατικό μήνυμα, σήκωσε το βάρος του αγώνα και πλήρωσε βαρύ τίμημα για να βρεθεί προδομένος, στη συνέχεια, από τις κυρίαρχες δυνάμεις στο ανεξάρτητο ελληνικό κράτος. Δεν είναι καθόλου βολικό παράδειγμα για την αστική τάξη η ιδέα της Επανάστασης ενός φτωχού λαού ενάντια στον πανίσχυρο δεσποτισμό του Σουλτάνου, τη βούληση των Μεγάλων Δυνάμεων, αλλά και τα κηρύγματα των ισχυρών στην ελληνική πλευρά, των κοτζαμπάσηδων και της επίσημης Εκκλησίας. Ενός επαναστατικού αγώνα που κόντρα σε κάθε ρεαλισμό κατάφερε να νικήσει, αφήνοντας μια ισχυρή δημοκρατική παρακαταθήκη, που αποτυπώνεται στην πεποίθηση ότι η εξέγερση απέναντι σε κάθε τυραννία είναι δικαίωμα. Αλλά και στα τρία επαναστατικά συντάγματα, στα οποία, δεκαετίες πριν από πολλές δυτικοευρωπαϊκές χώρες, αναγνωρίζονται οι δημοκρατικές ελευθερίες και δικαιώματα, η ισονομία, ενώ απαγορεύονται η δουλεία και οι τίτλοι ευγενείας.

Προφανώς η κοινωνική και πολιτική ηγεμονία των αστικών στρωμάτων έβαλε φραγμούς και όρια στην Επανάσταση, επιτρέποντας στους επιγόνους της να ξαναγράψουν την ιστορία με τη βοήθεια της επιλεκτικής μνήμης. Καθόλου τυχαία ο πρέσβης των ΗΠΑ Τζέφρι Πάιατ, όπως και πολλοί άλλοι, μιλάει για τον «ελληνικό πόλεμο για την ανεξαρτησία», αποφεύγοντας να αναφερθεί στην Επανάσταση.Δεν είναι η πρώτη φορά που ανάλογες επέτειοι αξιοποιούνται με αυτόν τον τρόπο. Το 1971, στα 150 χρόνια από το 1821, η Χούντα επιδίωξε να το εμφανίσει σαν έργο οπλαρχηγών και ιερωμένων, παραπέμποντας σε στρατό και εκκλησία, τα βασικά της στηρίγματα.

Αλλά δεν σβήνει εύκολα η συλλογική μνήμη για τη ριζική ανατροπή του συσχετισμού και ένα αποτέλεσμα που κανείς ισχυρός εκείνου του καιρού δεν ήθελε. Η ιστορική ανατομία της επανάστασης μακριά από εξωραϊσμούς και σκοπιμότητες, από μια σκοπιά εργατική και λαϊκή, που πρώτος επιχείρησε στην εποχή του ο Γιάνης Κορδάτος, δεν είναι απλά μια απάντηση στην παραχάραξη ή μια επιστημονική πρόκληση. Είναι μια διαδικασία συλλογικής αυτογνωσίας μπροστά στις προκλήσεις του αγώνα κατά του ολοκληρωτικού καπιταλισμού της εποχής μας.



Το κοινωνικό υπόβαθρο του 1821

Γιώργος Μιχαηλίδης



Πρώτα απ’ όλα πρέπει να μας ενδιαφέρει η εποχή μες την οποία συμβαίνει.
Η επανάσταση του 1821 βρίσκεται χρονικά κοντά στην αμερικανική και τη γαλλική επανάσταση, τους ναπολεόντειους πολέμους αλλά και την ήττα της Γαλλίας και του νέου πνεύματος που αυτή πρέσβευε. Ακόμα πιο κοντά (και γεωγραφικά) βρίσκεται στην εμφάνιση του καρμποναρισμού στην Ιταλία.

Κατά τον 19ο αιώνα, επιταχύνεται η αποσύνθεση των αυτοκρατοριών και της παλαιάς εξουσίας ως αποτέλεσμα της βιομηχανικής επανάστασης που έχει ξεκινήσει ήδη από το δεύτερο μισό του προηγούμενου αιώνα.

Η επανάσταση αυτή αφορά κυρίως τη δυτική Ευρώπη, όμως η οθωμανική αυτοκρατορία δεν μένει ανεπηρέαστη, ιδιαίτερα στο εμπορικό κομμάτι, όπου κυριαρχεί και ακμάζει το ελληνικό στοιχείο. Η εμπορική άνθιση που σημειώνεται στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη κοινωνικών στρωμάτων που αποκτούν οικονομική επιφάνεια και αυτοπεποίθηση.
Ο ελληνικός κόσμος της εποχής απλώνεται κυρίαρχα σε παραλιακές πόλεις από τον Εύξεινο Πόντο μέχρι τις αφρικανικές ακτές και τη Μασσαλία. Δραστήριοι έμποροι και μορφωμένοι λόγιοι αποτελούν φορείς ως «ύλη» και «πνεύμα» της νέας εποχής που ανατέλλει.
Πρόκειται για μια καπιταλιστική τάξη υπό διαμόρφωση, η οποία συνειδητοποιεί ή «διαισθάνεται» τη σημασία του δικού της εδαφικού σημείου αναφοράς. Οι εσωτερικές αλλαγές στην οθωμανική αυτοκρατορία, αποτέλεσμα των κοινωνικών και εξωτερικών πιέσεων που δέχεται και της προσπάθειας της ελίτ της να πιάσει τον παλμό της εποχής, επιτρέπουν πλέον την εμπορευματική αξιοποίηση της γης και την απρόσκοπτη σχεδόν άνθιση του εμπορίου. Σε σύνδεση με τα παραπάνω, βιοτεχνικά κέντρα μικρού ή μέσου βεληνεκούς ξεπηδούν σε σειρά πόλεις, κωμοπόλεις και κεφαλοχώρια.
Αυτή η οικονομική άνθιση έχει το πνευματικό της αντίστοιχο με τη δημιουργία ενός εκτεταμένου δικτύου σχολείων και την τάση για σπουδές στο εξωτερικό για τους γόνους των πιο εύπορων οικογενειών. Τα τμήματα αυτά του πληθυσμού έρχονται σε επαφή με τις δημοκρατικές και φιλελεύθερες ιδέες της εποχής αλλά και το επαναστατικό πνεύμα στις γαλλικές, γερμανικές ή ιταλικές παραλλαγές του. Συνολικά, στα τέλη του 18ου αιώνα και τις αρχές του 19ου, το ελληνικό στοιχείο είναι το πλέον εγγράμματο της οθωμανικής Αυτοκρατορίας ενώ εγγράμματοι και με ανώτερη μόρφωση για την εποχή είναι πολλοί Έλληνες στις παροικίες εκτός των συνόρων της οθωμανικής αυτοκρατορίας.
Οι παραπάνω παράγοντες, υλικοί-πνευματικοί, συντελούν σε αυτό που ονομάζεται «εθνική αφύπνιση». Από κοινωνική σκοπιά προκύπτει η ωρίμανση μίας κατάστασης κατά την οποία μία διαρκώς και πιο ισχυρή τάξη εμπόρων, γραφειοκρατών και μεγαλογαιοκτημόνων επιζητά τη δημιουργία εθνικού κράτους (ή χριστιανικής ομοσπονδίας), το οποίο να τους απαλλάξει από τα βαρίδια της οθωμανικής εξουσίας και την πάντα επισφαλή τους θέση εντός της.
Η μετάβαση από το γένος στο έθνος πραγματοποιείται κατά την προετοιμασία και στη διάρκεια της επανάστασης, με το θρησκευτικό και εθνικό στοιχείο να αποτελούν βασικούς συνεκτικούς παράγοντες μαζί με την παιδεία και την κοινή γλώσσα. Όμως, και οι ιδέες και τα προτάγματα της επανάστασης δημιουργούν συνοχή για τις επαναστατημένες μάζες και αυτές οι ιδέες είναι κυρίαρχα δημοκρατικές και προοδευτικές, τμήμα και όχι άρνηση των επαναστάσεων της εποχής τους.

Άρα, είναι οι κοινωνικές διεργασίες που δημιουργούν τις προϋποθέσεις για τη διατύπωση του πολιτικού αιτήματος της ανεξαρτησίας και της εθνικής συγκρότησης. Οι έμποροι και οι λόγιοι που αρχικά εργάζονται για την επανάσταση, οραματίζονται πιο κοσμοπολίτικες εκδοχές του ελεύθερου κράτους σαν τη βαλκανική ομοσπονδία του Ρήγα. Αυτοί μπολιάζουν τη διαδικασία με τις δημοκρατικές και φιλελεύθερες ιδέες της περιόδου. Η επανάσταση όμως δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς τους ανθρώπους που ελέγχουν τη γη και τους αγροτικούς πληθυσμούς, τους κοτζαμπάσηδες και προκρίτους. Αυτοί είναι ως επί το πλείστον φορείς της παράδοσης και του τοπικισμού. Η ένταξή τους στις επαναστατικές ετοιμασίες τροποποιεί το αρχικό πολιτικό πρόγραμμα.

Οι ιδέες του αγώνα είναι κυρίαρχα δημοκρατικές και προοδευτικές, τμήμα και όχι άρνηση των επαναστάσεων της εποχής τους

Οι στρατιωτικοί που ξεπηδούν ως ομάδα εξουσίας μέσα από τον αγώνα στερούνται, στην πλειονότητά τους, οικονομικής βάσης. Για να την αποκτήσουν, πρέπει να συγκρουστούν με τους προκρίτους που διατηρούσαν περιουσία στη γη και τη θάλασσα. Αυτή είναι η πρώτη αιτία των εμφυλίων συγκρούσεων. Η σύγκρουση θα μπορούσε να καταλήξει είτε στην επιβολή απέναντί τους είτε στην ενσωμάτωση των στρατιωτικών μετά τη συνεργασία με τους προκρίτους ή, τέλος, στην ήττα και υποταγή των στρατιωτικών. Πάντως προϋπόθεση είναι η σύγκρουση. Εκεί εκφράζεται και η κοινωνική δυσαρέσκεια των χαμηλότερων στρωμάτων, που φαίνεται να εμπιστεύονται τους στρατιωτικούς. Σε κάποιες, λιγότερο συχνές, περιπτώσεις τα χαμηλά κοινωνικά στρώματα εξεγείρονται μόνα τους εναντίον των εκμεταλλευτών τους, όπως στην περίπτωση της βραχύβιας κομμούνας της Άνδρου. Το μίσος τους προς τους προεστούς και προκρίτους εκφράζεται με διάφορες αφορμές, δεν είναι όμως σε θέση ακόμα να διεξάγουν έναν δικό τους αγώνα. Κατά συνέπεια, οι αγώνες και τα αιτήματά τους συνήθως διαμεσολαβούνται από άλλες κοινωνικές ομάδες.

Εμφύλιες αντιπαραθέσεις και διαφορετικά σχέδια

Η άλλη πλευρά των εμφυλίων συγκρούσεων αφορά στον ανταγωνισμό μεταξύ των τοπικών δομών και δικτύων εξουσίας, όπου κυριαρχούν οι μεγάλοι ιδιοκτήτες γης, και του πολιτικού κέντρου (κυβέρνησης), με κυρίαρχους εκεί την πολιτική γραφειοκρατία και τους εμπόρους/πλοιοκτήτες. Το κέντρο, η κυβέρνηση, επιθυμεί συγκέντρωση της δύναμης και του πλούτου άρα και της στρατιωτικής ισχύος. Όταν θα επιχειρήσει να υλοποιήσει το τελευταίο μέσω της υποθήκευσης των «Εθνικών Γαιών» με αντάλλαγμα το δάνειο από το εξωτερικό, η πρόκληση τόσο προς τους προκρίτους που ευελπιστούσαν σε επέκταση των κτημάτων τους, όσο και προς τους στρατιωτικούς και τους φτωχούς αγρότες/εργάτες γης που ήλπιζαν σε αναδιανομή της γης, ήταν μεγάλη. Η δεύτερη φάση του εμφυλίου πολέμου θα παγιώσει σε μεγάλο βαθμό τον εσωτερικό συσχετισμό μεταξύ των κυρίαρχων ομάδων που ηγούνταν της επανάστασης, ανακόπτοντας παράλληλα τη δυνατότητα των χαμηλότερων κοινωνικών στρωμάτων να αξιοποιήσουν αυτή την αντιπαράθεση δίνοντας πιο έντονο κοινωνικό χαρακτήρα στην επανάσταση.

Ωστόσο, οι σοβαρές εμφύλιες συγκρούσεις που θα συνεχιστούν και μετά την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους, αποτελούν απόδειξη ότι παρότι η εθνική ιδέα και το όραμα του ανεξάρτητου κράτους ως προϋποθέσεις της «ελευθερίας» συνείχαν τους επαναστάτες, οι προσδοκίες των συμμετεχόντων δεν εξαντλούνταν εκεί, ενώ η συμμετοχή των διαφόρων κοινωνικών ομάδων στο επαναστατικό γεγονός δεν σήμαινε την ύπαρξη ενός και μόνο πολιτικού σχεδίου που να χωράει τους πάντες. Κάθε προσπάθεια ανάλογης απεικόνισης της επανάστασης του 1821, την στενεύει και τελικά την διαστρεβλώνει.

Ν.Α.Ρ. για την Κομμουνιστική Απελευθέρωση Τρικάλων

 

 

Επιστροφή