Η ιστορία της "νταρντάνας" καραγκούνας και του τσοπανόπουλου από τα Χάσια

Δείτε και άλλα θέματα στην ενότητα:
Η ιστορία της

Μια ιστορία που διαδραματίστηκε στις αίθουσα του κακουργιοδικείου των Τρικάλων την περίοδο του μεσοπολέμου και διηγείται σε χρονογράφημά του ο Μιχαήλ Χατζηγάκης*.



 


Χαμο-χαμήλωσα κι εγώ λιγάκι...!


Ήταν μια εντυπωσιακή Καραγκούνα. Από χωριό της Καρδίτσας. Ψηλή, γιομάτη, στρογγυλοπρόσωπη, με σμιχτά γαϊτενένια φρύδια, με μύτη που έδειχνε φιληδονία και με στόμα που το στόλιζαν χοντρά κανονικά χείλια. 

Ήταν κόρη φτωχού χωρικού με πολλά παιδιά, που ο πλούσιος συγχωριανός τον την ορέχθηκε για νύφη στο γιο του. 

Τι να κάνει ο φουκαράς!
Μεγαλοφαμελίτης ήταν και η φτώχεια τον τον έδερνε καθημερινά και κατακέφαλα. Αναγκάστηκε να δεχτεί την πρόταση τον πλούσιου συγχωριανού του. 

Λυπότανε βέβαια, να θυσιάσει την κόρη τον στο γιο του πλούσιου συγχωριανού του, σ' ένα νέο δηλαδή ζαμπούνικο και αρρωστιάρη, ήταν, όμως, και το συμφέρον που τον ανάγκαζε σ' αυτό. 

"Ηταν, βλέπετε, και το αγαρλήκι (1), το γαμήλιο, δηλαδή, δώρο που έδιναν υποχρεωτικά τότε οι γονείς του γαμβρού στον πατέρα της νύφης για να συναινέσει στο γάμο. 

Και το αγαρλήκι στην προκειμένη περίπτωση ήταν αρκετά σεβαστό. 'Ισως, διότι ο πατέρας του γαμπρού να σκεπτόταν και λίγο πονηρά. 

Η γριά του είχε ζονφκιάσει πια και ο γέρος δεν εννοούσε ν' αφήσει απεριποίητο το τσιγκελωτό μουστάκι του. 

Ετσι ο γάμος τελέσθηκε με καλούς οιωνούς. Χόρεψαν, έφαγαν, γλέντησαν και ο ήχος των λαλούμενων έφτασε ως το τελευταίο σπίτι του χωριού. 


Και τα πράγματα πήγαιναν ως ένα χρονικό διάστημα καλά. 'Ωσπου εμφανίσθηκε στο σπίτι ο διάβολος με τη μορφή ενός τσοπανόπουλου, τον υπηρέτη τον αφεντικού. 

'Ενα τσοπανόπουλο από τα Χάσια, λίγο κοντό, με ευρύ στέρνο, γερά μπράτσα και φλόγα στην καρδιά. Και δεν άργησε η κυρά να τον λιμπιστεί. 



Εκεί στα χωράφια που έβοσκε τα πρόβατα του αφεντικού του το τσοπανόπουλο και που η νύφη τούφερνε καθημερινώς ψωμί, άρχισαν οι πρώτες αψιμαχίες. 

-Α, α, αχ! αναφωνούσε κάθε φορά η κυράτσα. 
Ο δικός μου είναι μαραζιάρης. 



Και όσο έδρεπε τους χυμούς του τσοπανόπουλου και εκείνος τους ώριμους καρπούς της κυράς, τόσο ο σύνδεσμος των δύο νέων γινόταν στενότερος. 

Πράγμα που κίνησε την υποψία του πεθερού. Που δεν μπορούσε να χωνέψει και την απόκρουση από τη νύφη του έρωτά του. 

Και μια ημέρα, κρυμμένος πίσω στους Θάμνους, αντελήφθη τις αψιμαχίες της νύφης του με το τσοπανόπουλο και πηδώντας το χαντάκι φθάνει στον τόπο του... εγκλήματος, ενώ το τσοπανόπουλο έσπευδε να εξαφανισθεί 


-Τι κάνετε αυτού; ρώτησε τη νύφη του ο πενθερός. 
-Τι να κάνουμε, αφέντη. Απάντησε η νύφη. Αυτός ο παλιάνθρωπος επιχείρησε να με βιάσει. Κι εγώ τον απέκρουσα. 

Αν και η δικαιολογία δεν ήταν τόσο πειστική, ο πενθερός έκανε πως την πίστεψε. Και θέλοντας να καλύψει τη νύφη του μπροστά στους συγχωριανούς, που ακούγοντας τη ζωηρή συζήτηση είχαν φτάσει εκεί, άρχισε να διηγείται το συμβάν παραφουσκωμένο λίγο, για να γίνει πιο πιστευτό. 

Στο τέλος δε δίστασε να πιέσει τη νύφη τον να υποβάλει μήνυση κατά του... βιαστή της. Σε λίγο η υπόθεση εισήχθη στο Κακουργιοδικείο Τρικάλων

Εκεί η ωραία καραγκούνα ψηλή και ευθυτενής διηγήθηκε όλα τα περιστατικά του... βιασμού της, όπως της τα είχε επιβάλει ο πεθερός της, ενώ δικαστές και ένορκοι μακάριζαν τον κατηγορούμενο που, έστω με τη βία, έδρεψε τέτοιο καρπό. 



Το "κόλπο" του συνηγόρου υπεράσπισης

Ο συνήγορος του κατηγορούμενου,αείμνηστος Σωτήριος Γιαννούσης, γλένταγε την υπόθεση χαμογελώντας κάτω από το μουστάκι του, ενώ χαϊδεύοντας την κοιλιά του μονολογούσε: 

-Μασσαλάχ!  Μασσαλάχ! 

Κι όταν του δόθηκε ο λόγος από τον Πρόεδρον του Δικαστηρίου, έβγαλε από την τσέπη του ένα μαχαίρι, παρέδωσε τη θήκη του στη μηνύτρια, ενώ εκείνος κράτησε τη λεπίδα και της συνέστησε να κουνάει εδώ και εκεί τη Θήκη, ενώ εκείνος προσπαθούσε να βάλει - χωρίς να το καταφέρει - τη λεπίδα στη Θήκη.  

Έτσι απεδείκνυε με τον τρόπο του ότι αν η μηνύτρια δεν τα ήθελε δε θα μπορούσε ο κατηγορούμενος να τη βιάσει.

Στη συνέχεια ο συνήγορος θέλησε να παίξει κι άλλο κόλπο που αποδείχτηκε Θαυματουργό. 

Κάλεσε τη μηνύτρια να του περιγράψει πώς έγινε ο βιασμός και εκείνη στην περιγραφή της αυτή, υποστήριξε ότι η ενέργεια έγινε όταν αυτή βρίσκονταν όρθια. Τότε ο συνήγορος σήκωσε τον κατηγορούμενο και τον τοποθέτησε απέναντι στη μηνύτρια. Εκεί η διαφορά ήταν μεγάλη. 

Εκείνη, νταρντάνα έως εκεί επάνω, εκείνος κοντότερός της κατά μια σπιθαμή. Την ρωτάει λοιπόν: 

-Πώς σ' έφθασε κορίτσι μου, να σε βιάσει ολόρθα. 
Αυτός κοντός εσύ ψηλή; 
Κι εκείνη με τη μεγάλη της αφέλεια απάντησε: 

Ε! χαμο-χαμήλωσα κι εγώ λιγάκι. !


Παρ' όλον ότι η απάντησή της δεν ήταν και πολύ ανεπάντεχη, ένορκοι και δικαστές κατάλαβαν πια ότι δεν επρόκειτο για βιασμό, αλλά για ερωτικές σχέσεις μεταξύ των δύο νέων, τις οποίες επιχείρησε να σκεπάσει ο πενθερός με τη μήνυση. 

Και η ετυμηγορία τους υπήρξε απαλλακτική για τον κατηγορούμενο...



(1) Αγριλίκι (στα μέρη μας και αγαρλήκι)
αγριλίκι το (ουσιαστικό) [ ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ :‹ τουρκ. agirlik]
-προγαμιαίο δώρο χήρου, που ξαναπαντρεύεται, στην παρθένα νύφη
-προγαμιαία δωρεά γαμπρού, που προτίθεται να έρθει σε τέταρτο γάμο, σε νύφη που διστάζει να τον παντρευτεί γιατί είναι εκτός νόμου




Λίγα λόγια για το βιβλίο

*
Η ιστορία όπως την περιγράφει στο βιβλίο του "Ηθογραφικά και πολιτικά" ο αείμνηστος Τρικαλινός συγγραφέας και δικηγόρος Μιχάλης Χατζηγάκης (1905-1988)

Ο συγγραφέας την είχε δημοσιεύσει σε χρονογράφημά του στον τοπικό τύπο τον Μάρτιο του 1973 και συμπεριελήφθη στο βιβλίο του "Ηθογραφικά και πολιτικά"  Εκδόσεις "Ελληνική Ευρωεκδοτική" Αθήνα 1989, πρόλογος Ευαγγ. Αβέρωφ*


Τα κείμενα και οι ιστορίες, που περιλαμβάνονται στο βιβλίο του Μιχαήλ Χατζηγάκη "Ηθογραφικά και πολιτικά", πέραν από τη γλαφυρότητα και τη λογοτεχνική αξία που έχουν, αποτυπώνουν επίσης - και μάλιστα κατά τρόπον ανάγλυφο και χαρακτηριστικό - και τα ήθη και τα έθιμα ενός τόπου και μιας εποχής. 

Πράγματι, μέσα από τη δροσερή πνοή των σκέψεων του συγγραφέα αναβλύζει ένας αγνός συναισθηματισμός, ξένος προς τα σημερινά δεδομένα, ενώ όλα τα χρονογραφήματά του είναι διαποτισμένα από το ρομαντισμό της εποχής στην οποία κυρίως αναφέρονται: 
Μια ατμόσφαιρα, δηλαδή, που διαπερνούσε τη χώρα μας βασικά κατά την περίοδο του μεσοπολέμου, αλλά και πριν από τον Α' και μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, οπότε άρχισε ν' αντρώνεται και η ελληνική αστική τάξη. 

Τα χρονογραφήματα, όμως, του  Μιχαήλ Χατζηγάκη είναι χρήσιμα και από μια άλλη πλευρά: Γιατί βοηθούν τον αναγνώστη να προσεγγίσει ακριβέστερα ορισμένες πραγματικές καταστάσεις και ιδίως ορισμένα φαινόμενα ηθογραφικά, που σήμερα έχουν εκλείψει από την ελληνική επικράτεια και κυρίως απ' την ελληνική ύπαιθρο...

Save

 

 

Επιστροφή