Μνήμες από μια Τρικαλινή γειτονιά τη 10ετία του '50...

Δείτε και άλλα θέματα στην ενότητα:
Μνήμες από μια Τρικαλινή γειτονιά τη 10ετία του '50...

(Στη φωτογραφία που βλέπετε στο "εξώφυλλο" μόλις διακρίνονται οι σκεπές πίσω από το πέτρινο κτίσμα μπροστά του παλαιού 2ου Δημοτικού σχολείου στην γωνία της οδού Καποδιστρίου απέναντι από τις φυλακές, το σχολείο της γειτονιάς που αναφέρει συχνά η κ. Οικονόμου λίγο πριν κατεδαφιστεί αρχές του '90)



Ένα πεζογράφημα της Κικής Οικονόμου δημοσιεύουμε σήμερα στις "Ρετρό φωτο & ιστορίες"
Είναι από το "Τρικαλινό ημερολόγιο" του 1991.

Όπως είχε δημοσιευθεί τότε πριν 25 χρόνια  χωρίς φωτογραφίες, θεωρούμε σκόπιμο να αφήσουμε την φαντασία του αναγνώστη να "ταξιδέψει" μέσα από την λογοτεχνική πένα της Κικής Οικονόμου που το υπογράφει, στην όμορφη Τρικαλινή γειτονιά  της περιοχής των πρώην ψυγείων του Κλιάφα, της γειτονιάς Αγίου Κωνσταντίνου και ευρύτερα, μέσα του περασμένου αιώνα, τη δεκαετία του '50...



Αναδρομή στο παρελθόν, κοινοτοπία ασφαλώς.
Ρομαντισμός άκαιρος μιας εποχής που πέρασε ανεπιστρεπτί...


Λανθάνον ερωτισμός μιας νιότης χαμένης στο βάθος του χρόνου;
Ενατένιση μιας κατάστασης που η πατίνα του χρόνου αφαίρεσε τ΄αρνητικά στοιχεία της και κάλυψε με χρυσόσκονη τις όμορφες στιγμές;

Ίσως όλα αυτά ξαναγυρνούν τον ώριμο άνθρωπο της εποχής μας στο χθες, τον κάνουν να ξαναζεί τα παιδικά και νεανικά του βιώματα  και να νοσταλγεί τους "παλιούς καλούς καιρούς"...

Ίσως και η άρνηση του σήμερα, που πληγώνει το συναίσθημά μας, τραυματίζει την ψυχή μας και αδειάζει το είναι μας, μας ξαναγυρίζει στο χθες.

Στα Τρίκαλα, σε μια γειτονιά της 10ετίας του '50 δεν υπήρχαν πολυκατοικίες. Διόρωφα πέτρινα σπίτια. Αυλές με λουλούδια και πρασινάδες, πεζούλια ασπρισμένα και φράχτες από συρματόπλεγμα.


Δρόμοι με χώμα που το ράντιζαν με νερά οι νοικοκυρές το καλοκαίρι για να παλέψουν τη σκόνη, και το στόλιζαν με πέτρες το χειμώνα, για να περάσουν απέναντι.

Και τσούρμο τα παιδιά που αλώνιζαν τούς δρόμους, λεηλατούσαν τα δέντρα και χάλαγαν τον κόσμο με τις φωνές τους.
Σ' ένα τέτοιο δρόμο έζησα τα παιδικά μου χρόνια. Στη συνοικία του Αγίου Κωνσταντίνου, δυο δρόμους κάτω από την Ασκληπιού, γωνία Ομήρου και Καβράκου, ήταν το πατρικό μου, κέντρο της γειτονιάς και του παιχνιδιού.

Μοναδικό πέτρινο διώροφο στη γειτονιά τότε, απλό στην κατασκευή, απέριττο στο γούστο, στέρεος όγκος, σου έδινε την αίσθηση της σιγουριάς, της ασφάλειας, της μονιμότητας και στοίχειωνε ζεστά τη ζωή μας.

Τα καλοκαίρια, όταν ο δρόμος και τα χωράφια ήταν αφόρητα ζεστά για τις ποικίλες δραστηριότητές μας, μας μάζευε στο δροσερό υπογειό του, για να εξαντλήσουμε κάθε παιχνίδι που μας ερχόταν στο νου.

Τα πεντόβολα, τα κότσια, οι μπίλιες ή τα βόλια, αλλά και το αυτοσχέδιο Θέατρο με τις χάρτινες στολές και τις περικεφαλαίες και κάπου-κάπου και το κέντημα αποτελούσαν πεδίο πειραματισμού και αναζήτησης για μας.

Δεν υπήρχε νερό στα σπίτια. τότε. Η λάτρα του σπιτιού γινόταν συνήθως από μια σιδερένια τουλούμπα στη μέση της αυλής με πέτρινη λεκάνη, ενώ το πόσιμο νερό το φέρναμε με «τα γκιούμια» από τη βρύση της εκκλησίας του Αγίου Κωνσταντίνου.

Η μεταφορά τον σε καθημερινή βάση αποτελούσε αιτία άγονης αντιπαράθεσης των νέων μελών κάθε οικογένειας στη γειτονιά, μέχρι που ο υπέρτατος νόμος, «η φωνή και η βέργα της μητέρας», έβαζε σε σειρά τα ατίθασα μέλη.

Στη γειτονιά μας οι σχέσεις των ανθρώπων ήταν γνήσια ανθρώπινες. Δεν υπήρχαν κοινωνικές τάξεις να τους χωρίζουν ή συμφέροντα να τούς ενώνουν.

Βασίζονταν στη ζεστασιά της ψυχής, στην απλότητα της έκφρασης, στην ειλικρίνεια των αισθημάτων. 'Οχι, δεν υπήρχε κολλεκτιβισμός με την έννοια που δόθηκε από τη μαρξιστική φιλολογία.

Κι όμως, κατά κάποιο τρόπο, ήταν όλα κοινά και δεν υπήρχαν έχθρες.
Οι περισσότεροι ήταν άνθρωποι αγράμματοι, τεχνίτες, μεροκαματιάρηδες, άνθρωποι του μόχθου, αλλά με ζεστή καρδιά και ανοιχτό χέρι.
Σέβονταν τη μόρφωση αλλά δεν τη θεοποιούσαν. Αξιολογούσαν τον άνθρωπο κατά «το έχει του».

Και «το έχει» του ανθρώπου το καθόριζε τότε όχι ο παράς αλλά ο εντός του κόσμος.

'Ετσι οι νοικοκυρές, που ιδρωκοπούσαν όλη μέρα στις δουλειές τούς, κάθονταν τ' απομεσήμερο στις ασβεστωμένες πόρτες και συζητούσαν μαζί για τους καημούς και τα προβλήματα της καθημερινότητας κι έπλεκαν τις νταντέλες για τα προικιά των κοριτσιών, που έκαναν βόλτα στο ραντισμένο δρόμο, μπροστά στα μάτια των μανάδων τους κι έλεγαν τα μικρά μυστικά τούς η μία στην άλλη, ενώ τα μικρότερα χαλούσαν τον κόσμο με το κρυφτό τους.

Αυτό το κρυφτό αποτελούσε τη μεγαλύτερη γοητεία του καλοκαιριού. "Οριό του ήταν η γειτονιά ολόκληρη.


Από τα ψυγεία του Κλιάφα, μέχρι τις παρυφές της οδού Καρδίτσας και της Φλεγίου σκορπίζονταν τα παιδιά μέσα στα θερισμένα χωράφια και στις αυλές των σπιτιών και αποτελούσε βάσανο για την ομάδα που έχανε να ξετρυπώσει τα αντίπαλα μέλη.

Κι όταν η ώρα περνούσε, καλούσαν τα παιδιά απ' τους κρυψώνες τους οι φωνές των μανάδων για το βραδινό φαγητό.
Χορτασμένοι παιχνίδι και ξεπνοημένοι απ' το τρεχαλητό, μαζεύονταν οι μικροί γαβριάδες της γειτονιάς για τον ύπνο.

Ολα τα παιδιά της γειτονιάς πήγαιναν στο 2ο Δημοτικό Σχολείο.

Στεγάζονταν σε δυο παλιά νεοκλασικά κτίρια στην Καποδιστρίου. Μεγάλα παράθυρα με γύψινες διακοσμήσεις, ξύλινα πατώματα που έτριζαν στο ποδοβολητό των παιδιών, ένα μικρό μπαλκόνι που έβγαιναν οι δάσκαλοι στην προσευχή και η πλακόστρωτη αυλή που μάζευε τα παιδιά στις ανακοινώσεις.

Η βαριά σιδερένια αυλόπορτα με τα περίτεχνα στολίδια έκλεινε κάθε πρωί και άνοιγε το μεσημέρι στο σχόλασμα.

Στην άκρη της μεγάλης αυλής τεράστιες λεύκες έριχναν την ευεργετική σκιά τους στα παιχνίδια των παιδιών.
Και οι δάσκαλοί μας, κλασικές φιγούρες της εποχής εκείνης με το τριμμένο κουστούμι, που γυάλιζε απ' τη χρήση, τη γραβάτα, το αγέλαστο πρόσωπο και τη βίτσα για το χάρτη ή το χέρι τον αδιάβαστου μαθητή, κανοναρχούσαν τη ζωή μας μέσα στα στενά πλαίσια «της καθεστηκυΐας τάξης πραγμάτων».

Οι δασκάλες των μικρών τάξεων με τα μακριά φουστάνια με τα λουλουδάκια, τα μαλλιά μαζεμένα σε αυστηρό κότσο, τα γυαλιά στην άκρη της μύτης και τους ορθογραφικούς κανόνες στην άκρη της γλώσσας ταλαιπωρούσαν τις ψυχές των μικρών με τα μακρά, τα βραχέα, τα δίχρονα, τις οξείες και τις περισπωμένες.

Που να ήξεραν πως σε μια εικοσαετία όλα αυτά Θα αποτελούσαν ένα καταδικασμένο αρχαιόπρεπο παρελθόν!

Κι ύστερα ήρθε ο σεισμός του '56, αχρήστευσε το ένα κτίριο και γέμισε την αυλή παραπήγματα. Περιόρισε το χώρο για παιχνίδι, αλλά δε μείωσε τις δραστηριότητες της μικρής κοινότητας.

Σχολικές επιδείξεις και εξετάσεις με σκετς και ποιήματα αποτελούσαν για μακρά σειρά ετών το επιστέγασμα της σχολικής χρονιάς.
Αυτοσχέδιοι ηθοποιοί οι μαθητές και σκηνοθέτες οι δάσκαλοί μας έβαζαν την ψυχή τους στα θεατρικά δρώμενα του τέλους των μαθημάτων.

Και οι γυμναστικές επιδείξεις μεταμόρφωναν το σχολειό σε Θάλασσα από λευκό και γαλάζιο και μας μάθαιναν την άμιλλα, τον αυτοσεβασμό και το σεβασμό στην προσπάθεια και τον αγώνα.
Κι όταν στο τέλος της χρονιάς γύριζαν οι μαθητές στο σπίτι με το ενδεικτικό στο χέρι, πανηγύριζαν για τις επιτυχίες τους και χόρταιναν το κερασάκι γλυκό και το παγωτό, έπαθλα για τον αγώνα και κίνητρο για την επιτυχία.

Αυτό το σχολειό, το σχολειό της γειτονιάς μου, υπήρξε το φυτώριο πολλών επιστημόνων, που λαμπρύνουν με την παρουσία τους την πόλη μας.
Όμορφες εποχές, όταν ο ανταγωνισμός, η καταναλωτική μανία και ο υλικός ευδαιμονισμός δεν είχαν μολύνει ακόμη τις καρδιές των ανθρώπων.

Τώρα στη γειτονιά μας δεσπόζούν οι πολυκατοικίες. Δυο-τρία πέτρινα σπίτια απομένούν πια, και ανάμεσά τους και το δικό μας.

Τώρα  (Σ.Σ. 1991) οι δρόμοι έγιναν άσφαλτος, οι κήποι μπαλκόνια μικρά και στενάχωρα, τα χωράφια γέμισαν απρόσωπα μεγαθήρια.
Τώρα ο δρόμος έγινε ταχείας κυκλοφορίας, παιδιά δεν παίζουν πια και το σχολειό μας χάθηκε, θυσία στο θεό Μαμμωνά.

Κι εμείς, οι παλιοί μαθητές και γείτονες, τα παιδιά της δεκαετίας τον '50, σκορπιστήκαμε στις άκρες της γης και μοναχά κάποιες ξεθωριασμένες φωτογραφίες, με αγέλαστα σοβαρά πρόσωπα, μας θυμίζουν τις παλιές ήρεμες μέρες της νιότης μας.

Κική Οικονόμου



Πηγή: ΤΡΙΚΑΛΙΝΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ 1991 / ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

 

 

Επιστροφή