Η ιστορική Ταβέρνα του Κύρνα στα Τρίκαλα

Δείτε και άλλα θέματα στην ενότητα:
Η ιστορική Ταβέρνα του Κύρνα στα Τρίκαλα
 
Πρωτολειτούργησε στις αρχές της δεκαετίας 1930-1940 ως παντοπωλείο υπό τη διεύθυνση των Γ. Κύρνα και Βασιαρδάνη.
Έπαθαν, όμως, μεγάλη καταστροφή με τον ερχομό της Κατοχής, αφού έχασαν όλο το εμπόρευμα.






Αμέσως μετά την Κατοχή ο Κύρνας ξαναλειτούργησε τώρα ως ταβέρνα. Το καλό κρασί, που το έφτιαχνε μόνος του ο ιδιοκτήτης από σταφύλια τον Μεσενικόλα, αλλά και οι καλοί μεζέδες έκαναν την ταβέρνα ονομαστή.

Ο κάπελας Κύρνας, ήταν το σύμβολο του ταβερνιάρη της προπολεμικής, αλλά και της μεταπολεμικής εποχής στα Τρίκαλα.




Από το εσωτερικό της παλιάς ταβέρνας του Κύρνα στην οδό Ασκληπιού και Συγγρού.
(φ. 1995, αρχείο της Λίτσας Τσιακμάκη - Κύρνα).

Χρόνο με το χρόνο εξελίχθηκε σε μία από τις καλύτερες μεταπολεμικές ταβέρνες. Εκεί πήγαιναν οι Τρικαλινοί, όχι μόνο για το κρασί και τους μεζέδες, αλλά επειδή εκεί εύρισκαν έναν πραγματικό κάπελα, που ξεχώριζε για την περιποίηση και την ευγενική συμπεριφορά του.
Μόνο το παρουσιαστικό του σε προδιέθετε να πιεις ένα κατοσταράκι παραπάνω.




Εσωτερικά οι τοίχοι θύμιζαν ταβέρνα της Πλάκας των Αθηνών, με ωραία σκηνικά από τη ζωή των βαρελοφρόνων και δίπλα σ' αυτά χιουμοριστικά στιχάκια...


Τα σκηνικά αυτά τα είχε ζωγραφίσει κάποιος Υφαντής, που ξεχώριζε για το ιδιαίτερο ταλέντο τον. Πελάτες της ταβέρνας ήταν Τρικαλινοί απ' όλα τα κοινωνικά στρώματα.

Εκείνοι που κουβαλούσαν ακόμα τις "προπολεμικές" κοινωνικές προλήψεις κατέφευγαν σ' ένα ιδιαίτερο χώρο στο βάθος τον μαγαζιού.



Για Θέρμανση, τα πρώτα χρόνια, χρησιμοποιούσε ένα ογκώδες μαγκάλι, με μεγάλα χείλη, γύρω από το οποίο κάθονταν οι θαμώνες τις κρύες νύχτες τον χειμώνα κρατώντας τα ποτήρια τους.


Υπήρχαν βράδια που οι θαμώνες το παρατραβούσαν με το κουβεντολόι και ο κάπελας, για να τούς διώξει, άρχιζε να χτυπά τα μεγάλα κουδούνια που είχε κρεμασμένα σε μια άκρη τον μαγαζιού.







Το παλιό κτίσμα της ταβέρνας τον Κύρνα, μισοερειπωμένο. (φ. 1989)


Ο πλάτανος

Η δουλειά τον αυξήθηκε ακόμα περισσότερο όταν το 1946, μπροστά στο μαγαζί τον ανοίχτηκε αρτεσιανό, δίπλα στο μεγάλο πλάτανο που ήταν στη γωνία.


Τα καλοκαίρια οι Τρικαλινοί γέμιζαν τα τραπεζάκια κάτω από τη δροσερή σκιά τον πλάτανου, για να πιουν τον καφέ η το ουζάκι τους.

Ο μεγάλος αυτός πλάτανος, δυστυχώς, δεν άντεξε στη μεγάλη ανεμοθύελλα τον Οκτώβριο του 1956, και ξεριζώθηκε.

Ό αξέχαστος Λάκης Κυριακός, σε χρονογράφημά τον γράφει: (...)

Υπήρξες όντως μέγας!
Το όνομά σου συνεδέθηκε μ' ένα ωραιότατο τρίπτυχο.
Το κρασί, τις γυναίκες και τον έρωτα.
Άφθονος οίνος έχει ρεύσει στον ίσκιο σου.
Πολλοί έρωτες έχουν ριζώσει στις ρίζες σου
και αμφότερα τα φύλα έχουν δροσισθεί κάτ' απ' τα φύλλα σου...

(Αναγέννησις, φ. 13.9.1956).


Ο πανέξυπνος σκύλος

Μασκότ του μαγαζιού, το αγαπημένο σκυλί τον Κύρνα, που έκανε εντύπωση στους Τρικαλινούς για την εξυπνάδα και την αφοσίωσή τον.

Το μεσημεριανό φαγητό, από το σπίτι του που ήταν στο Βαρούσι, του το έφερνε το σκυλί σ' ένα κατσαρολάκι κρεμασμένο στο λαιμό του.


Πολλές φορές τον έφερνε και την εφημερίδα από το κέντρο της πόλεως.



Το αγαπημένο τραγούδι του κάπελα

Η μεγάλη τότε επιτυχία "Σαν πιω κρασί"

Κάθε βράδυ σαν νυκτώνει πάω στο καπηλειό.
Πίνω απ' το καινούργιο το κρασί κι' απ' το παλιό.

Πιο πολύ απ' όλα μου γουστάρει τ' άτιμο το γιοματάρι...
Σαν πίνω κρασί ζαλίζομαι ξεμναλίξομαι στη στιγμή.
Τα λογικά μον χάνονται και ξεχάνονται οι καυμοί.

Με το κρασί το φραίνομαι κι ανασταίνομαι στα στερνά.
Σαν περπατάω, παραπατάω μεσ' τα στενά.



"ΤΟΥ ΟΥΡΕΙΝ - ΜΑΓΚΟΥΡΑ " !



Πολλοί Τρικαλινοί, παλιότερα, είχαν την κακή συνήθεια να "ξεφουσκώνουν" σε κάποιες μάντρες ακόμα και στο κέντρο της πόλης.
Κάτι τέτοιο συνέβαινε και δίπλα στην ταβέρνα του Κύρνα, και ανάγκαζε τον ίδιο τακτικά να την ασβεστώνει, γράφοντας με μεγάλα γράμματα: "ΤΟΥ ΟΥΡΕΙΝ - ΜΑΓΚΟΥΡΑ " και στο κάτω μέρος της μάντρας "Ο ΠΟΥΛΑΣ".
 Από τη λέξη αυτή οι περισσότεροι ήξεραν τον Κύρνα ως "Πούλα".


Ο νεαρός ερωτιδέας και η απόπειρα απαγωγής

Με τον τίτλο: "Απήγαγε αντί της μαθήτριας την ... παντόφλα της"  γράφει η "Αναγέννησις", (φ. 1.2.1953)

"Χθες την εσπέραν οι περίοικοι τον καταστήματος Κύρνα επί της οδού Ασκληπιού παρέστησαν μάρτυρες μιας πρωτοτύπου αποπείρας απαγωγής όσον αφορά το αποτέλεσμα αυτής.

Κάποιος νεαρός ηθέλησε να απαγάγη μία μαθήτρια, κόρη σνμπολίτου μας οπωροπώλη την ώρα που έπερνε από το εκεί πλησίον αρτεσιανόν. Της έβαλε δε τρικλοποδιάν δια να την συλλάβει.

Το αποτέλεσμα ήταν η μαθήτρια να τον εφύγη και ο νεαρός ερωτιδέας να μείνει με την παντόφλα και τελικώς εγκατέλειψε από την Θυμηδίαν των περιοίκων".




Άλλη μια φωτογραφία από την παραπάνω ταβέρνα. (φ. 1952, αρχείο της Λίτσας Τσιακμάκη-Κύρνα).



Η ταβέρνα βρισκόταν αριστερά της οδού Ασκληπιού και στο ύψος της οδού Φλεγύου.


Η κατεδάφιση

Το όνομά της, στα χρόνια ανάμεσα στο 1970 και 1990, "ταυτίστηκε με τη διαμάχη για το νεοκλασικό κτίριο, στο οποίο βρισκόταν η ταβέρνα, κατά πόσον έπρεπε να χαρακτηριστεί διατηρητέο ή να κατεδαφιστεί.


Τελικά βρέθηκε η χρυσή τομή, να κατεδαφιστεί και να ανεγερθεί νέο διώροφο κτίσμα που αισθητικώς, εξωτερικά, να φέρει και στοιχεία νεοκλασικά, όπως πράγματι και έγινε.

Η κατεδάφιση τον παλιού κτίσματος το 1995 και η ανέγερση τον νέου έφερε ένα σφίξιμο στην καρδιά πολλών Τρικαλινών, διότι χάθηκε ένα ακόμα απομεινάρι από την παλιά όμορφη εποχή.

Τα χαλάσματα τώρα μοιάζουν σαν ορισμένα παλιά όμορφα τραγούδια, που δεν ακούγονται πια από κανένα στόμα, και δεν είναι άλλα από τα χιλιοτραγονδισμένα το "Γελεκάκι", το "Μπάρμπα Γιάννη", τη "Συννεφιασμένη Κυριακή", την "Αρχόντισσα" κ.ά.



H Ταβέρνα του Κύρνα


Απόψε με την σκέψη μου στο παρελθόν θα τρέξω
και στην Ταβέρνα την παλιά στον πλάτανο απέξω
θα κάτσω να ονειρευτώ στη βρύση εκεί του Κύρνα
εκεί που κάθε μερακλής τα μεσημέρια  ‘γύρνα.

Μεζέδες τσίπουρο κρασί μασλάτια απ’ τα παλιά
και συναυλίες χαρωπές που κάναν τα πουλιά.
μέσα απ’ τα πλατανόφυλλα και πότε κατεβαίναν
και έτρωγαν τα ψίχουλα και πάλι ανεβαίναν.

Γέλια τριγύρω και φωνές πειράγματα και άλλα,
και λύνανε προβλήματα σαν πίνανε, μεγάλα.
Πόσα δεν γνώρισες εσύ, Ταβέρνα, μεγαλεία
και ήσασταν οι πιο  πολλές των εργατών Σχολεία

Μολόγαγαν οι γέροντες ακούγανε οι άλλοι
και γέμιζε και το κρασί και ο λόγος το κεφάλι
και μάθαιναν και λύνονταν μεγάλες απορίες
μες την Ταβέρνα άκουγαν ωραίες ιστορίες.

Τώρα στη μνήμη έρχεται ο κάθε Ταβερνιάρης
κι’ η βρύση και ο Πλάτανος και ο μεροκαματιάρης.
Κι΄ ο κάπελας που ήθελε με όλους τους να παίζει
και τις μισές του, πήγαινε, στο κάθε το τραπέζι..

Μίμης Οικονόμου



Φωτο από το βιβλίο του Σωτήρη Γοργογέτα "Τρίκαλα, όσα θυμάμαι"

Από τα "Τωρινά και περασμένα" του Νεκτάριου Κατσόγιαννου
 

 

 

Επιστροφή