Οι Γιεζίντι στα Τρίκαλα!

Δείτε και άλλα θέματα στην ενότητα:
Οι Γιεζίντι στα Τρίκαλα!

1916: Ο παπα Αναστάσης με τον πατέρα Θαδδαίο ένοιωσαν ανακούφιση όταν έφτασαν στον οικισμό των Γιεζίντι πάνω στο όρος Σιντσάρ κοντά στην πόλη Ντιγιάρμπακίρ, μετά από δεκαπέντε ημέρες εξαντλητικής πορείας πάνω στα βουνά με τα γυναικόπαιδα, για να μην πέσουν στα χέρια των διωκτών.

Οι δυο δίγλωσσοι παπάδες, Ελληνικής κι Αρμένικης καταγωγής ξεκίνησαν μαζί από την Σεβάστεια αρχές Νοεμβρίου, όπου παρά τις δογματικές διαφορές τους συζούσαν αρμονικά για δεκαετίες διδάσκοντας ότι,  όπως κι αν αντιλαμβάνεται ο κάθε άνθρωπος την έννοια του Θείου, μπορεί να αποδεχτεί την ανάγκη του συνανθρώπου του να λατρεύει με διαφορετικό τρόπο τον Θεό. Ο παπα Αναστάσης ακολούθησε τον Αρμένη επιδιώκοντας να σώσει το ποίμνιό του.

Οι Γιεζίντι τους υποδέχτηκαν με χαρά, ήταν κι αυτοί τα παιδιά ενός κατώτερου Θεού, ασαφούς και άγνωστου για τους ακραιφνείς μουσουλμάνους, που τους βασάνιζαν ειδικά μετά το 1894, όταν δεν δέχτηκαν τον εξισλαμισμό από τον Σουλτάνο Αμπντέλ Χαμίντ. Αρκετοί από τους Γιεζίντι κατόρθωσαν να διαφύγουν προς την Συρία και το Ιράκ, όσοι διατήρησαν την πίστη  τους ανέβηκαν πιο ψηλά στο όρος Σιντσάρ για να ζήσουν – πίστευαν – ελεύθεροι…

Οι τριακόσιοι περίπου Έλληνες και Αρμένιοι, κυρίως γυναίκες και παιδιά, μαζί με τους δύο παπάδες βρήκαν στοργή στους κατά τ’  άλλα μυστηριώδεις και φτωχούς Γιεζίντι, κουρδικής γλωσσικής καταγωγής, που κρατούσαν τις θρησκευτικές τους τελετές μακριά από τους αλλόθρησκους, προκαλώντας για αιώνες το μίσος των μουσουλμάνων, που τους χαρακτήριζαν διαβολικούς, ως άλλοθι να  τους σφαγιάζουν, ώστε να τους εξαφανίσουν από προσώπου γης.

Η σοδειά εκείνη την εποχή ήταν πολύ λίγη, όμως οι Γιεζίντι δεν δίστασαν να την μοιραστούν με τους χριστιανούς Ορθόδοξους και Μονοφυσίτες και να γραφτούν στην ιστορία ως καλοί Σαμαρείτες.
Οι Χριστιανοί ενσωματώθηκαν άμεσα στην κοινότητα και μέχρι το 1918 συζούσαν αρμονικά με τους σωτήρες τους, οι οποίοι δεν τους κατέδωσαν ποτέ στους Τούρκους.

Η ομάδα των προσφύγων μοιράστηκε στα σπίτια των Γιεζίντι, οι οποίοι τους πρόσφεραν τα καλύτερα «δωμάτια» στις πλινθόκτιστες κατοικίες τους. Ο παπα Αναστάσης μαζί με τα παιδιά του και τα έξι εγγόνια βρήκαν καταφύγιο στο σπίτι του αρχηγού με τις τρεις κόρες του. Ανάμεσά τους και η πανέμορφη Σιρίν, με τα καταπράσινα μάτια  και την βελούδινη φωνή της.

Όταν την πρωτοείδε ο Κωνσταντής ήταν μόλις δεκαέξι χρονών, την ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα, το ίδιο και η Σιρίν τον Κωνσταντή. Μαζί πήγαιναν κάθε μέρα στα χωράφια, στην πηγή για νερό, μαζί βοηθούσαν τις νέες μητέρες με τα μικρά παιδιά, εκτός από τις θρησκευτικές τελετές. Εκεί επικρατούσε το άβατο και χωρίζονταν, καθώς οι Γεζίντι προσεύχονταν  τρεις φορές την ημέρα. Μέχρι να περάσουν αυτές οι στιγμές, φαίνονταν αιώνες για τα δύο παιδιά…

Ο Κωνσταντής ήταν ζωηρός και γενναίος, όταν όμως τόλμησε να εκφραστεί για την Σιρίν μπροστά στην μητέρα του, του έκλεισε το στόμα με το δάχτυλό της παρακαλώντας τον έντρομη να σιωπήσει… Οι Γιεζίντι δεν μπορούν να ερωτευτούν και να παντρευτούν άτομα από άλλες θρησκείες, ούτε καν να αλλάξουν θρησκεία οι άλλοι και να γίνουν Γιεζίντι. Η τιμωρία ήταν ο θάνατος…

Ο Κωνσταντής μέσα σε δύο χρόνια έβαλε ύψος, έγινε ένας όμορφος αρρενωπός άνδρας με μακριά βοστρυχωτά καστανόξανθα μαλλιά, ίδιος αρχαίος έλληνας θεός. Η Σιρίν έγινε μια πεντάμορφη κοπέλα, σκέτη Σειρίνα, όταν τραγουδούσε μάγευε τους πάντες και έσκιζε την καρδιά του Κωνσταντή στα δύο…

Όσο κι αν ήταν ανείπωτη η αγάπη των δύο νέων, τουλάχιστον βλεπόντουσαν και έκαναν υπομονή, μήπως και αλλάξουν τα πράγματα και οι γύρω τους καταλάβουν ότι η αγάπη δεν έχει όρια θρησκευτικά, πολιτικά ή ηθικά.

1918: Η χρονιά που έγιναν όλα. Ρώσοι και Τούρκοι. Τούρκοι, όταν έφυγαν οι Ρώσοι. Οι κατατρεγμένοι πληθυσμοί, κυρίως οι μειονότητες πίστεψαν ότι θα απελευθερωθούν από τους Ισλαμιστές και πανηγύρισαν για έξι μήνες. Τους υπόλοιπους έξι πανηγύριζε μόνιμα ο χάρος.

 Στην κοινότητα του Σιντσάρ οι τρεις εθνότητες ζούσαν αγαπημένες, μακριά από την πολιτική, που όμως κόντευε…

1919: Χαράς ευαγγέλια, ήρθαν οι Έλληνες!

 1920: Οι δύο νέοι περπατούσαν σε τεντωμένο σκοινί, λίγο πριν η Σιρίν παντρευτεί. Στην κοινότητα δεν υπήρχε συνομήλικός της και έπρεπε να ξενιτευτεί στο Ιράκ, στην Μοσούλη, όπου είχαν καταφύγει οι περισσότεροι Γεζίντι, προσδοκώντας ότι τα βάσανά τους θα τελειώσουν.

1921: Εκείνο το απόγευμα οι δύο αγαπημένοι, ο καθένας ξεχωριστά έγραψε ένα γράμμα με τα δάκρυα της καρδιάς του γι αυτό που δεν θα συνέβαινε ποτέ. Κι όμως, ήταν σαν να έσμιξαν για πάντα. Ανάμεσα σ’ αυτούς τους δυο δεν υπήρξε ποτέ αρνητικό συναίσθημα, επί πέντε χρόνια, όταν καλημέριζαν ό ένας τον άλλο, ο ήλιος γινόταν πιο φωτεινός, τα λουλούδια γινόταν πιο πολύχρωμα, τα πουλιά πετούσαν πιο ελεύθερα από ποτέ, ακόμα και η βροχή ήταν εξαγνιστική. Ο συναισθηματικός πλούτος ξεπερνούσε την οικονομική φτώχεια…

Από το πρωί ετοιμαζόταν η Σιρίν να αναχωρήσει για την Μοσούλη του Ιράκ. Είχε ετοιμάσει το γράμμα της, που θα το έδινε με κάθε προσοχή στον αγαπημένο της, το ίδιο και  Κωνσταντής. Είχαν ορκιστεί μ’ αυτούς τους αιώνιους όρκους, ότι δεν θα λησμονήσει ποτέ ο ένας τον άλλο.

Ξαφνικά κατά το μεσημέρι, χωρίς κανείς να το αντιληφθεί εφόρμησαν οι Τσέτες, οι σφαγείς του Κεμάλ και πίσω τους οι Κούρδοι «καθαριστές», ένοπλες ομάδες, που προπορεύονταν του Κεμαλικού στρατού και σφαγίαζαν ο,τιδήποτε αντιστεκόταν. Αυτοί οι Κούρδοι δεν χώνευαν τους Γιεζίντι, εξαιτίας του θρησκευτικού τους συνονθυλεύματος και τους καταδίωκαν.

Ακολούθησε πανικός, ο μισός οικισμός τυλίχθηκε στις φλόγες, οι τρεις εθνότητες σκορπίστηκαν στα τέσσερα σημεία του Ορίζοντα. Η Σιρίν κατάφερε με την μικρότερη αδελφή της να καταφύγει στο Βόρειο Ιράκ και ο Κωνσταντής να το σκάσει προς τα Βορειοδυτικά και να ενσωματωθεί κοντά στο Εσκί Σεχίρ στον ελληνικό στρατό.

Η Σιρίν παντρεύτηκε μετά από δύο χρόνια έναν καλό άνθρωπο, πάντα Γιεζίντι, ήταν η μεγαλύτερη κοινότητα των ομοϊδεατών της, που είχε διασωθεί στο Ιράκ, μετά τις Τουρκικές εθνοκαθάρσεις, που σχεδόν τους εξόντωσαν, όπως τους Έλληνες και τους Αρμένιους. Το γράμμα, όμως το κρατούσε ευλαβικά και καλά κρυμμένο. Ενδόμυχα πίστευε ότι κάποια στιγμή θα το έδινε στον Κωνσταντή, παρόλο τον κοσμικό σεισμό. Τα χρόνια, οι δεκαετίες πέρασαν, η Σιρίν γέρασε, έκανε πέντε παιδιά και εικοσιπέντε εγγόνια. Η μία από τις εγγονές της πήρε το όνομά της και ήταν ακριβώς, όπως αυτή, πρασινομάτα με βελούδινη φωνή. Σ’ αυτήν εμπιστεύτηκε το μυστικό της και το γράμμα προς τον Κωνσταντή.

Ο Κωνσταντής ακολούθησε τον Πλαστήρα μετά το πραξικόπημα, στην Θεσσαλία, όπου και παρέμεινε κρατώντας πάντα στον κόρφο του το δακρύβρεχτο γράμμα. Με τα χρόνια παντρεύτηκε μένοντας πάντα στην Θεσσαλική γη εμπιστευόμενος το μυστικό του και παραδίδοντας το γράμμα σε ηλικία εκατό ετών στον μικρότερο εγγονό του, τον Κωνσταντή.


2014:
Στο Βόρειο Ιράκ οι Εχθροί του Ανθρώπου σφάζουν τους πάντες στο πέρασμά τους. Ό,τι είναι διαφορετικό, θολό, δύσκολο, το εξαφανίζουν. Οι Γιεζίντι ατυχώς βρίσκονται στο διάβα τους, από το Ιράκ μέχρι  τη Συρία, ό,τιδήποτε απέμεινε από αυτούς τους  ανθρώπους με την σκληρή παράδοση σκοτώνεται, βιάζεται, πωλείται, δυστυχεί…

Δεκάδες γυναίκες Γεζίντι "πουλήθηκαν" σε μαχητές του Ισλαμικού Κράτους


Η υπέροχη Σιρίν, η εγγονή, σαρανταέξι χρονών σήμερα και τα παιδιά της καταφέρνουν να ξεφύγουν από τους μακελάρηδες και να ξαναβρούν καταφύγιο στην Τουρκία για ενάμιση χρόνο.

2016: Η Σιρίν βρίσκεται ασφαλής στο Ελληνικό μαζί με άλλους εξακόσιους Γιεζίντι.

2016 Ιούλιος: Το Ελληνικό πουλήθηκε. Η Σιρίν και άλλοι τριακόσιοι επιλέχτηκαν για τον καταυλισμό των Τρικάλων. Σε λίγο θα είναι εδώ μαζί μας. Το γράμμα ανανεώθηκε. Το πήραμε από τον Κωνσταντή, το βάλαμε στην καρδιά μας, έχουμε ανοίξει την αγκαλιά μας, είμαστε έτοιμοι να μετατρέψουμε την παραμονή των Γιεζίντι του Ιράκ στην πανέμορφη πόλη μας σε ένα ευχάριστο διάλειμμα στην πολύπαθη ζωή τους.



 

 

Επιστροφή