Μην προκαλείτε τη φύση «άνθρωποι», άσπονδοι και κακούργοι...

Δείτε και άλλα θέματα στην ενότητα:
Μην προκαλείτε τη φύση «άνθρωποι», άσπονδοι και κακούργοι...

"Αλίμονο σ’ εκείνον που ακόμα δεν έχει καταλάβει την αδάμαστη δύναμή της και εκδίκησή της όταν αποφασίσει να χτυπήσει".



Πλανήτης Γη και ο άθλιος κόσμος μας.

Πλανήτης Γη και ο άθλιος κόσμος μας.
ΚΑΤΑΡΑ ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΙΑ

Φυσά! Αγέρι από Βοριά.
Μες στ’ άλματά του τα ελαφρά ακούγονται οι φωνές του.
Μακρινές. Ξεπλυμένες. Μαζί του, όπως θροεί,
περνά στον ελαιώνα και γλείφει άδεια κλαριά ελιάς.  
Ξεχασμένα απ’ το χρόνο. Τη λησμονιά. Όλα χωνεμένα.
Καμένα.

Φεύγει, τ’ αγέρι, αλαφροπατώντας σαν ίσκιος.
Τεμπέλικα και συνοφρυωμένο.
Για να βρεθεί κοντά στην αμμουδιά.
Και πριν παίξει μ’ αυτή, πέρασε κι απ’ το βράχο.
Εκεί κι αυτός, ορθός, ποιος ξέρει πόσο. Σαν φλάμπουρο,
σαν πύργος στητός και περήφανος.
Ν’ αντιστέκεται σε θεριά και εποχές. Φαλακρός.
Προμαχώνας, πολλές φορές, στα τολμηρά άλματα τ’ αγέρα.
Κι είχε μια ζωή, που αχντινοβολούσε με τα δικά του
αρχοντικά χρώματα.

Φάρος στον ήλιο! Στη Σελήνη!
Με την μεγαλοπρέπειά του έκανε τα τρανά φωτεινά σημεία
να χύνονται στη θάλασσα.
Να πνίγεται η ίδια στα νερά της και να χορεύει ευτυχισμένη.
Να χτυπιέται στα πόδια του, σαν ερωτευμένη
κι αυτός, ν’ απλώνει τη σκιά του σαν μια πελώρια ζωγραφιά,
πότε στη θάλασσα, πότε στην άμμο
και άλλοτε να φτάνει πέρα ως τις ελιές.  
Να μένει κάποιες φορές ξεχασμένος στην αγκαλιά της σελήνης μέχρι που έσμιγε με τον ήλιο. Και να δέχεται του ήλιου
γιομάτους φλογερούς καρπούς με χαρά και πάθος.
Να φιλοξενεί μιλιούνια από γλάρους κι άλλα πουλιά.
Να γιομίζει ο ουρανός με φωνές και στα σχισμένα, σαν σανίδες πλευρά του, να γεννιούνται μιλιούνια καβούρια και ψάρια.
Μέχρι που τώρα κι αυτός γέρασε.
Πάνω στον κούτικά του, πουλιών φωλιές παρατημένες.
Όμοιες σαν τις ελιές. Πού και πού περνά κανένας γλάρος?
ρίχνει ματιές, κοιτά και χάνεται ξανά.
Και τα πλευρά του, σαν από κατάρα, γλοιώδη και ντυμένα με φύκια, τα μόνα που δείχνουν ζωή.
Ή μια ύπαρξη που έχει παρακμή.

Εκεί έπαιζε ο άνεμος συχνά. Στις σχισμές του έκανε άλματα?
του άρεσε να τον πειράζει. Και προπάντων, σαν το κύμα αγρίευε, τον έλουζε κι έσκαγε ο ήλιος πάνω του,
τότε έτρεχε και τον έγλειφε.
Τι ομορφιά! Τι γοητεία! Τι αρμονία και κάλλος!

Σβαρνίστηκε λίγο τ’ αγέρι πάνω του και καταγρατσουνίστηκε. Τον εγκατάλειψε. Ένιωσε έντονη την προδοσία σαν εκείνη της αγάπης και χύθηκε στην άμμο.
Λίγο έκαιγε. Ξερή και άδεια? ορφανή. Ούτε ένας αχινός,
μήτε ένα πεθαμένο φύκι, ένα καβούρι.
Μόνο δυο φύλλα ξερά ελιάς μισοθαμμένα στην άμμο
έδειχναν να τον χαιρετούν.
Τ’ άρπαξε με μιας, πέρασε με σκέψη τ’ αφριστά με πολλά
χρώματα πρώτα κύματα και σαν στοιχειό χύθηκε ουρλιάζοντας
στη θάλασσα. Μέχρι που χάθηκε βαθιά.
Έσβησε και το παραμικρό θρόισμά του αφήνοντας το βράχο
στη σκούρα σιωπή του, τις ελιές στη μοναξιά τους, το κύμα
να σπάζει, να λιώνει και ν’ αφήνει τον ήχο του πάνω στην άμμο.
Ησυχία! Τίποτα δε γρικιέται!
Κι ο ήλιος, σαν από συνήθειο, την ώρα που σταμάτησε τ’ αγέρι, ξαναβουλιάζει πέρα στον πορφυρό του ορίζοντα.
Σα να μη νοιάζεται για τίποτα.
Κι η θάλασσα, πέρα στα βάθη της, άναψε πυρκαγιά.
Κι όπως με τ’ άναμμά της έφτασε τον ουρανό αλλάζοντας φωτιά και ομορφιά, μαύρες σκιές ψαλίδισαν τρελές.
Στην πορφυρή της κρούστα, καλούσε τις φωνές.
Κοντά της να μείνουν και να παίξουν ακόμη λίγες στιγμές.

Αχόρταγη θάλασσα, ξεχάστηκες!
Ξεχνιέσαι με τα ψάρια σου και τα πουλιά σου.
Με τ’ αχόρταγα, όμορφα παιχνίδια σου και τα καμώματά σου.
Πνίγεσαι η ίδια στους στοχασμούς σου! Αχόρταγη!
Συμμορφώσου όμως στους φυσικούς κανόνες.
 
Και πριν ακόμη το σύθαμπο περάσει και φέρει το σκοτάδι,
καληνύχτισε τα πουλιά, που κούρνιασαν στις φωλιές τους
και μουρμουρίζουν ευχές για τη μέρα που πέρασε
ή κατάρες γι’ αυτή που αύριο θα ’ρθει.

Κι ο βράχος μαύρισε? η θάλασσα έγινε λάδι?
λίγα καβούρια στη σειρά βγήκαν προς τη στεριά
κι απ’ την απέναντι μεριά κρεμάστηκε το φεγγάρι.
Νύχτα ζεστή, γλυκιά, αστεροφορτωμένη
και τ’ ασημί φεγγάρι της, χαμόγελα της στέλνει.

Μια σκιά βγαίνει αργά σαν ξόρκι?
σαν εραστής της νύχτας, θαυμαστής.
Αργά-αργά, χωρίς να μπορεί να διώξει τη βαρεμάρα του
ή την κακοκεφιά του, έκατσε καταγής και βούλιαξαν τα πόδια
του στην άρρωστη άμμο.
Κοίταξε γύρω του κι ελευθερώθηκε απ’ το πουκάμισό του.
Τον έπνιγε? του έσφιγγε το λαιμό, το κορμί και την ψυχή.
Ένοιωσε νέος, παιδί όπως παλιά κι άρχισε να ψάχνει με τα μάτια σ’ αυτή την ερημιά, που έγινε ερημιά!
Έψαχνε. Μόνο έψαχνε!

Φίλος δεμένος μ’ αυτή την άμμο! Με το βράχο! Με τη θάλασσα!
Με το κύμα! Με το μπάτη και όλα τα μελτέμια.
Με τα καβούρια, τα ψάρια, τους γλάρους, με τα ηλιοβασιλέματα και τ’ ασημένια δειλινά, να όπως τώρα με τους φλογισμένους
ουρανούς, με τον ήλιο που τον όριζε, με τα λιόδεντρα και με το θρόισμα τ’ αγέρα, που του γέμιζε ρουθούνια και πνευμόνια.
 
-Κύμα! Κύμα μου! Μονολόγησε. Πάλι κοντά σου ήρθα!
Βράχε! Βράχε μου, αδέρφι μου..! Είπε και κοίταξε με έκσταση δίπλα τον βράχο που έστεκε ορθός, συλλογισμένος και παράξενα ντυμένος. Άδειος από φωνές? και μέσα του πόνεσε.
-Μοναξιά, λοιπόν, κι εσύ, ε; Μοναξιά!
Κοιτά ξανά τριγύρα του και κουνά το κεφάλι του. Ψάχνει.
Ψάχνει με τα μάτια του τα βαθουλά, τα γιομάτα σακούλες
και κίτρινα σημάδια. Κι η ανάσα του ακούγεται σιγά.
Και θροΐζει σαν τον άνεμο που μόλις πέρασε και χάθηκε.
Σβαρνά χτυπά η καρδιά του αφήνοντας σημάδια
σαν από μια καπνισμένη καρβουνομηχανή,
από κείνες που οργώνουν άγονες περιοχές

-Θάλασσα! Θάλασσά μου!
Ξεφώνισε και χλωμά δάκρυα τρέχουν στις χαρακιές του.
Σας άφησα μόνα σας κι έμεινα μόνος. Πού είν’ τα καβούρια μου, οι αστακοί; Πού είν’ τα χαμόγελα, τ’ αγκαλιάσματά σας;
Πού είν’ οι ήχοι σας απ’ τις σειρήνες που πάντα άκουγα
κι αντλούσα ζωή; Βράχε, βράχε μου, ούτε εσύ δε μιλάς;
Κι εσύ κύμα μου, μόνο κοιτάς και σιωπάς;

Βαριά σηκώθηκε σα να ’τανε λεπρός.
Βαριά τα βήματα, στραβά λες κι ήτανε πιωμένος.
Με μια ψυχή που έτρεμε και μια καρδιά που χτύπαγε
λες κι έβλεπε εχτρό που είχε στραμμένο πάνω του όπλο
φαρμακερό και η ματιά του τώρα αγρίεψε με μιας.
Φωνή αφήνει τρανταχτή και σειέται γύρα του η γη.

-Εεεεεεε! Τι κάνατε εδώ;
Ποια είναι τα θεριά που σπέρνουν ερημιά;
Ποιο είναι το κακό που έφτασε εδώ και σιώπησαν
τριγύρω μου όλα τα αγαθά;

Τρέχει ολούθε η φωνή, που ’ταν σαν μαχαιριά
και μπήγεται στον βράχο.
Με μιας τον σκίζει σαν χαρτί, πέφτει εκείνος κάτω.
Άνεμος κάλπασε σφοδρός, αφηνιασμένος, τρομερός
και πέφτει μες στο κύμα κι ανακατώνει τα νερά,
τα σκώνει σαν βουνά,
τα βάζει στο χορό, να ουρλιάζουνε υστερικά και να πηδούν
ψηλά, να χάφτουν μέσα στους αφρούς τον διαλυμένο βράχο,
να χύνονται ως τις ελιές, να τις γκρεμίζουν κάτω
και πέρα εκεί, στην άλλη τη μεριά να βλέπει το φεγγάρι,
που μόλις τώρα γέμισε κι άστραψε τον τόπο,
αντίσκιο βάζει το χέρι του ν’ ακούσει τη φωνή
κι όπως η φωνή ξαναήχησε, τρόμαξε το φεγγάρι,
έπεσε μες στα κύματα και βρέθηκε στον πάτο.

Δεν άντεξε κι ο ουρανός σ’ αυτή τη μοναξιά,
όλα τ’ αστέρια έκραξε να μπούνε στη σειρά
κι ένα κοντά απ’ τ’ άλλο πέσανε μες στη θάλασσα,
που κι εκείνη απ’ τη φωνή που άκουσε αγρίεψε πολύ
κι όλα με μιας τα έθαψε και πνίγηκε κι αυτή.

Στάθηκε κάποτε η φωνή που ήτανε πικρή.
Σταμάτησε ο άνεμος, που σήκωνε βουνά.
Ο βράχος ξαναστάθηκε στη γκρίζα μοναξιά.
Ο ουρανός ηρέμησε κι έβαλε σειρά και το φεγγάρι άστραψε
πολύ πιο δυνατά.

Τα κύματα ησύχασαν, στάθηκαν σαν αρνιά
κι όπως εκείνος έκλαιγε μέσα στην ερημιά,
αργά τα βήματά του τον φέρανε στην άκρη, στα ήσυχα νερά.
Κατέβασε το χέρι του που το ’χε σηκωμένο,
κριτής να κρίνει τα κακά κι ήταν οργισμένος.

Άλλαξε ένα, δυο βήματα που ’ταν σαν νεκρικά,
δίχως να καταλάβει βρέθηκε στα νερά.
Κι όπως ξανά ετοιμάστηκε να βγάλει μια φωνή,
ένα μικρό καβούρι που γυάλιζε παράξενα στην άκρη
του γιαλού, ανέβηκε στο πόδι του κι έπαιζε με χαρά
κι ώσπου να τον τηράξει,
σωριάστηκε ο άνθρωπος στα σκούρα τα νερά…



 Βάϊος Φασούλας

(Από την ποιητική συλλογή: «Ψάχνοντας στ’ αχνάρια σου ζωή») 

 

 

Επιστροφή