Ψηφιακές πλατφόρµες και έλεγχος των περιεχοµένων της πληροφόρησης online

Δείτε και άλλα θέματα στην ενότητα:
Ψηφιακές πλατφόρµες και έλεγχος των περιεχοµένων της πληροφόρησης online

Το σύστηµα πληροφόρησης στην εποχή του Web 2.0 και ο ρόλος των ψηφιακών πλατφορµών

Χαράλαμπος Ανθόπουλος, Καθηγητής Δικαίου και Διοίκησης ΕΑΠ



[1]Οι µεγάλες ψηφιακές πλατφόρµες, όπως η Google στον τοµέα των µηχανών αναζήτησης και το Facebook, το Twitter, το Instagram και το You Tube στον τοµέα των µέσων κοινωνικής δικτύωσης, αποτελούν τους πρωταγωνιστές του λεγόµενου δυναµικού Internet ή Web 2.0, η έλευση του οποίου γύρω στα µέσα της δεκαετίας του 2000 άλλαξε ριζικά το σύστηµα πληροφόρησης, την αρχιτεκτονική του, τους παράγοντές του, την ίδια την έννοια της δηµοσιογραφικής πληροφόρησης.

Όπως παρατηρεί ο Giovanni Pitruzzella, στο νέο αυτό περιβάλλον έχει συντελεσθεί η µέγιστη αποκέντρωση της ενεργητικής ελευθερίας της πληροφόρησης, η µέγιστη πραγµάτωση της ελευθερίας αναζήτησης και λήψης πληροφοριών, και η µέγιστη συγκέντρωση επιρροής στην κοινή γνώµη.

Φορείς της ενεργητικής ελευθερίας της πληροφόρησης δεν είναι πλέον µόνο οι επαγγελµατίες δηµοσιογράφοι που εργάζονται στα παραδοσιακά µέσα ενηµέρωσης (εφηµερίδες, ραδιόφωνο, τηλεόραση) συµπεριλαµβανοµένων και των διαδικτυακών τους µορφών καθώς και όλοι όσοι µπορούν να έχουν πρόσβαση σε αυτά για τη διάδοση των στοχασµών τους, αλλά δυνητικά όλοι οι χρήστες του Internet.

Αρκεί η σύνδεση στο Internet, µε οποιονδήποτε τρόπο και η εγγραφή σε κάποιο µέσο κοινωνικής δικτύωσης ή η δηµιουργία µιας ιστοσελίδας ή ενός blog, για να γίνει κάθε χρήστης του Internet ένας δυνητικός δηµοσιογράφος, ο οποίος µπορεί να παράγει, να αναπαράγει και να συµµερίζεται πληροφορίες, ιδέες, σχόλια, µηνύµατα, βίντεο, φωτογραφίες, έχοντας τη δυνατότητα να απευθυνθεί, αξιοποιώντας τις δυνατότητες που προσφέρουν οι ψηφιακές πλατφόρµες, σε ένα πολύ µεγάλο κοινό.

 Ταυτόχρονα, λόγω του πολλαπλασιασµού των δηµιουργών πληροφόρησης, οι οποίοι συµπίπτουν δυνητικά µε όλους τους χρήστες του Internet, και της διεύρυνσης των δυνατοτήτων απόκτησης και εµβάθυνσης γνώσεων µέσω του Internet µε τη χρήση των µηχανών αναζήτησης και των µέσων κοινωνικής δικτύωσης, έχουν αυξηθεί εντυπωσιακά οι ευκαιρίες και οι επιλογές των πολιτών κατά την άσκηση της ελευθερίας αναζήτησης και λήψης πληροφοριών.

Από την άλλη πλευρά, παρά τον φαινοµενικά πολυκεντρικό χαρακτήρα του νέου πληροφοριακού συστήµατος, υπάρχει µεγάλη συγκέντρωση εξουσίας στα χέρια πολύ λίγων, δηλαδή στις ψηφιακές πλατφόρµες Over the Top, οι οποίες έχουν την ικανότητα, δια µέσου των αλγορίθµων τους που επεξεργάζονται τα προσωπικά δεδοµένα των χρηστών τους, να επιλέγουν τις πληροφορίες που προτείνουν σε αυτούς, λαµβάνοντας υπόψη τις συνειδητές ή υποσυνείδητες προτιµήσεις, επιθυµίες, διαθέσεις ή προκαταλήψεις τους.

Τη δυνατότητα αυτή την αξιοποιούν στη διαφηµιστική αγορά, προσελκύοντας διαφηµιστικά µηνύµατα από τα οποία αποκοµίζουν τεράστια κέρδη. Αποτελεί στοιχείο της κοινής πείρας ότι όποιος σήµερα θέλει να βρει πληροφορίες για οποιοδήποτε θέµα, το πιθανότερο είναι να τις αναζητήσει στη Google ή στο Facebook, τροφοδοτώντας διαρκώς τις ψηφιακές πλατφόρµες µε νέα δεδοµένα από τα οποία αυτές παράγουν άλλα δεδοµένα, ολοένα και πιο προσωποποιηµένα.

Αυτό µπορεί να εξυπηρετεί τους χρήστες των ψηφιακών πλατφορµών, αφού µειώνει το χρονικό ή άλλο κόστος της αναζήτησης των πληροφοριών που τους ενδιαφέρουν, ταυτόχρονα όµως τους κλείνει σε έναν κόσµο αδιαπέραστο από άλλες πληροφορίες και απόψεις.

Ο ρόλος των αλγορίθµων στον περιορισµό του πληροφοριακού πλουραλισµού και, εν τέλει, στον προσανατολισµό του τρόπου σκέψης των χρηστών των ψηφιακών πλατφορµών, δεν θα ήταν τόσο σηµαντικός, αν δεν υπήρχε παράλληλα σε εξέλιξη µια δραµατική ανατροπή στην ιεραρχία των πηγών πληροφόρησης. Το Internet τείνει πλέον να καταστεί η κύρια πηγή πληροφόρησης, ιδίως των νέων γενεών, σε βάρος των παραδοσιακών µέσων ενηµέρωσης, µε πιο µεγάλο θύµα τον έντυπο τύπο, ο ρόλος του οποίου στο σύστηµα πληροφόρησης περιθωριοποιείται ολοένα και περισσότερο.

Ψηφιακές πλατφόρµες, µισαλλόδοξος λόγος και παραπληροφόρηση online
Παράλληλα µε την εξέλιξη του Internet γιγαντώθηκε ταυτόχρονα και ο µισαλλόδοξος λόγος online. Στο περιβάλλον του Web 2.0 χαρακτηριστικό γνώρισµα του οποίου είναι η δυνατότητα επικοινωνίας «πολλών προς πολλούς», πολλαπλασιάστηκαν τα υποκείµενα του µισαλλόδοξου λόγου, τα αντικείµενά του, και οι αµοιβαίες επαφές µεταξύ αυτών που συνοµαδώνονται µε βάση τα περιεχόµενά του.

Η αίσθηση ή η ψευδαίσθηση του ανώνυµου λόγου στο Internet, αποτέλεσε έναν βασικό παράγοντα για την ανεξέλεγκτη εξάπλωση του φαινοµένου αυτού, µε όχηµα κυρίως τα µέσα κοινωνικής δικτύωσης που διευκολύνουν τη δηµιουργία και τη δράση οµάδων µίσους (ρατσιστικού, πολιτικού, θρησκευτικού, κ.λπ.) online. Το καινούργιο στοιχείο σε σχέση µε τον µισαλλόδοξο λόγο offline είναι οι εξατοµικευµένες λεκτικές επιθέσεις, µε πιο χαρακτηριστική έκφραση το οργανωµένο trolling εναντίον συγκεκριµένων προσώπων-στόχων.

Επί πλέον, η αλληλοεπικάλυψη της ελευθερίας της δηµοσιογραφικής πληροφόρησης µε την ελευθερία της έκφρασης online, στοιχείο που αποτελεί επίσης ένα χαρακτηριστικό γνώρισµα του Web 2.0 οδήγησε στη µαζική παραγωγή και διάδοση fake news δηλαδή ψευδών ή παραποιηµένων ειδήσεων. Είναι µάλιστα χαρακτηριστικό ότι το φαινόµενο των fake news, που υπήρχε και πάντοτε θα υπάρχει, αν και όχι σε τόσο µεγάλη έκταση, και στα παραδοσιακά µέσα µαζικής ενηµέρωσης, έγινε συνώνυµο µε την παραπληροφόρηση online.


Η εξάπλωση του φαινοµένου αυτού κατά τη δεκαετία του 2010 οφείλεται όµως και σε µια ιστορική συγκυρία. Κατά την περίοδο αυτήν, αναδύθηκε σε παγκόσµια κλίµακα το φαινόµενο του νεολαϊκισµού, το οποίο εύστοχα χαρακτηρίστηκε από τον Marco Revelli ως λαϊκισµός 2.0 λόγω ακριβώς της συµβιωτικής του σχέσης µε το Web 2.0. Η πολιτική παραπληροφόρησης online αναδείχθηκε σε βασικό εργαλείο της επικοινωνιακής στρατηγικής των νεολαϊκιστικών κοµµάτων και των αρχηγών τους, και βρήκε την κορύφωση της στα δύο µεγάλα πολιτικά γεγονότα του 2016, στο δηµοψήφισµα για το Brexit και στην εκλογή του Ντόναλντ Τραµπ στο αξίωµα του προέδρου των ΗΠΑ. Μάλιστα στην παραγωγή και διάδοση fake news προπαγανδιστικού περιεχοµένου υπέρ του Brexit και του Ντόναλντ Τραµπ, φαίνεται ότι αναµίχθηκαν και ξένα Κράτη µε τη στρατολόγηση trolls επ’ αµοιβή και τη δηµιουργία ψεύτικων ή αυτοµατοποιηµένων λογαριασµών (fake accounts και bot accounts).

Το νοµικό καθεστώς των ψηφιακών πλατφορµών
Οι ψηφιακές πλατφόρµες, όπως έχουν σήµερα εξελιχθεί, δεν είναι µόνο «πλατφόρµες», δηλαδή ουδέτερες τεχνικές υποδοµές που διευκολύνουν απλώς τη διακίνηση των περιεχοµένων που παράγουν οι χρήστες τους, αλλά νέα µέσα µαζικής ενηµέρωσης που συµπληρώνουν ή υποκαθιστούν τη δραστηριότητα του τύπου και της ραδιοτηλεόρασης, και λειτουργούν, όπως ακριβώς και τα παραδοσιακά µέσα µαζικής ενηµέρωσης, ως gatekeepers της πληροφόρησης που απευθύνεται στο µαζικό κοινό. Πράγµατι, οι ιστοσελίδες που εµφανίζονται στην πρώτη ή τη δεύτερη σελίδα των αποτελεσµάτων έρευνας της Google –κατά κανόνα εκεί εξαντλείται η αναζήτηση των χρηστών– αποτελούν προϊόν µιας αλγοριθµικής επιλογής που τελικά δεν διαφέρει ουσιωδώς από τον παραδοσιακό «εκδοτικό έλεγχο».

 Το ίδιο ισχύει και για τον αλγόριθµο του Facebook ο οποίος επιλέγει τα περιεχόµενα που εµφανίζονται στο newsfeed των χρηστών του. Ειδικότερα, όµως, το Facebook και τα άλλα µέσα κοινωνικής δικτύωσης αποτελούν συγχρόνως και µέσα διάδοσης και αναπαραγωγής πληροφοριών (αληθών ή ψευδών) και ιδεών που απευθύνονται σε ένα κοινό πολύ µεγαλύτερο από εκείνο των παραδοσιακών µέσων ενηµέρωσης. Ό,τι ισχύει για τα παραδοσιακά µέσα ενηµέρωσης, όσον αφορά τις ευθύνες και τα καθήκοντά τους για τα περιεχόµενά τους, και για τα δικαιώµατα των αναγνωστών, των ακροατών και των τηλεθεατών απέναντι σε αυτά, ιδίως –αλλά όχι µόνο– για το δικαίωµα τους στη µη παραπληροφόρηση, το οποίο ισχύει αδιακρίτως έναντι όλων των παραδοσιακών µέσων ενηµέρωσης, θα πρέπει να ισχύει κατά µείζονα λόγο και για τις ψηφιακές πλατφόρµες, οι οποίες τείνουν σήµερα να κυριαρχήσουν στο σύστηµα πληροφόρησης.

Η έννοια της ελευθερίας της πληροφόρησης, όπως την έχει επεξεργασθεί µε αφετηρία το άρθρο 10 § 1 ΕΣΔΑ σε συνδυασµό µε εθνικές συνταγµατικές ρυθµίσεις (βλ. π.χ. άρθρο 5 § 1 GG, άρθρο 20 § 1 (δ) του ισπανικού Συντάγµατος· βλ. και πιο πρόσφατα το άρθρο 5Α §1 του ελληνικού Συντάγµατος), η ευρωπαϊκή συνταγµατική θεωρία, αναδεικνύοντας τόσο την ενεργητική της πλευρά που αναφέρεται στην ελευθερία των µέσων µαζικής ενηµέρωσης εν γένει (πρβλ. και το άρθρο 11 § 2 του ΧΘΔΕΕ), όσο και ιδίως την παθητική της πλευρά που αναφέρεται στα δικαιώµατα των αποδεκτών της πληροφόρησης, µπορεί να αποτελέσει το πλαίσιο αναφοράς και για τις ψηφιακές πλατφόρµες.

Μάλιστα, όσον αφορά τη ρύθµιση των περιεχοµένων που διακινούνται από τις ψηφιακές πλατφόρµες, το συγγενέστερο πρότυπο είναι η ρύθµιση της ραδιοτηλεοπτικής πληροφόρησης (κατά το παράδειγµα του άρθρου 15 § 2 του ελληνικού Συντάγµατος που θεσπίζει αυξηµένους περιορισµούς στην ελευθερία της ραδιοτηλεοπτικής πληροφόρησης σε σχέση µε την πληροφόρηση δια του τύπου), λόγω της δύναµης επιρροής των ψηφιακών πλατφορµών στην κοινή γνώµη και της ευρύτερης και διαρκέστερης απήχησης των προσβολών που µπορούν να προκαλέσουν οι δηµοσιεύσεις των χρηστών τους στα δικαιώµατα εκείνων τους οποίους αφορούν.

Χαρακτηριστική από την άποψη αυτή είναι η απόφαση του ΕΔΔΑ στην υπόθεση Editorial Board of Pravoye and Shtekel v. Ukraine (5.5.2011), στην οποία το Δικαστήριο επισήµανε ότι το πρότυπο της ελευθερίας του τύπου δεν µπορεί να εφαρµοστεί στο Internet επειδή «The risk of harm posed by content and communications on the Internet to the exercise and enjoyment of human rights and freedoms, particularly the right to respect for private life, is certainly higher than that posed by the press. Therefore, the policies governing reproduction of material from the printed media and the Internet may differ. The latter undeniably have to be adjusted according to the technology’s specific features in order to secure the protection and promotion of the rights and freedom concerned (§ 63)».

Προς το παρόν, όµως, η ισχύουσα νοµοθεσία τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ευρωπαϊκή Ένωση διαχωρίζει τη διαχειριστική λειτουργία των ψηφιακών πλατφορµών από τα περιεχόµενα που διακινούνται µέσω αυτών, αγνοώντας τον ολοένα λιγότερο ουδέτερο και παθητικό τους ρόλο. Η νοµοθεσία αυτή προέρχεται από την εποχή του Web 1.0 δηλαδή όταν δεν υπήρχαν οι µηχανές αναζήτησης µε τη σηµερινή τους µορφή και δεν είχαν ακόµη εµφανισθεί τα µέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Το βασικό πρότυπο εξακολουθεί να είναι το άρθρο 230 της Communications Decency Act των ΗΠΑ (1995), που ορίζει ότι «No provider or user of an interactive computer service shall be treated as the publisher or speaker of any information provided by another information content provider». Αυτές είναι οι περίφηµες 26 λέξεις που δηµιούργησαν έναν «ασφαλή λιµένα» για τις ψηφιακές πλατφόρµες, απαλλάσσοντάς τες από την ευθύνη για τα περιεχόµενα που παράγουν οι χρήστες τους και αφήνοντας στην απόλυτη διακριτική τους ευχέρεια την παρεµπόδιση ή τη µη παρεµπόδιση της δηµοσίευσής τους.

Μάλιστα, ακόµη και εάν ο θιγόµενος τρίτος από παράνοµο περιεχόµενο που αναρτούν οι χρήστες του παρόχου, απαιτεί την απόσυρσή του, ο τελευταίος, κατά την επικρατήσασα ερµηνεία του άρθρου 230, δεν έχει νοµική υποχρέωση προς άρση. Θεωρητικά, η απαλλαγή του παρόχου από κάθε ευθύνη για τις δηµοσιεύσεις των χρηστών του, αποτελούσε εγγύηση για τη µέγιστη δυνατή διασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των ιδεών και των πληροφοριών στο Internet.

Στην πράξη, η δυνατότητα των παρόχων να διαχειρίζονται ελεύθερα τα περιεχόµενα που φιλοξενούσαν, µε βάση τους δικούς τους κανόνες στους οποίους προσχωρούσαν οι χρήστες τους, οδήγησε σταδιακά σε µεγαλύτερο περιορισµό της ελευθερίας της έκφρασης και πληροφόρησης στο Internet, αφού τα νεοεµφανισθέντα µέσα κοινωνικής δικτύωσης κατά τη δεκαετία του 2000 άρχισαν να θεσπίζουν ολοένα και πιο αυστηρές policies για τις δηµοσιεύσεις των χρηστών τους.

Απαλλαγή των παρόχων διαδικτυακών υπηρεσιών από την ευθύνη για τα φιλοξενούµενα παράνοµα περιεχόµενα, αλλά υπό προϋποθέσεις, θεσπίζει η Ευρωπαϊκή Οδηγία του 2000 για το ηλεκτρονικό εµπόριο. Η Οδηγία αυτή εισήγαγε την έννοια των «µεσαζόντων παροχής υπηρεσιών», καλύτερα των ενδιαµέσων παρόχων, στην οποία εντάσσονται και οι ψηφιακές πλατφόρµες, ειδικότερα ως πάροχοι προσωρινής ή κρυφής µνήµης (cache providers), όπως η Google και οι άλλες µηχανές αναζήτησης, ή ως πάροχοι φιλοξενίας (host providers), όπως το Facebook και τα άλλα µέσα κοινωνικής δικτύωσης. Σύµφωνα µε την Οδηγία, οι ενδιάµεσοι πάροχοι δεν έχουν γενική υποχρέωση ελέγχου των περιεχοµένων που αποθηκεύουν ή φιλοξενούν και για τον λόγο αυτόν δεν ευθύνονται κατ’ αρχήν για το τυχόν παράνοµο περιεχόµενό τους.

Όµως, οι πάροχοι κρυφής µνήµης υποχρεούνται σε απόσυρση περιεχοµένων εάν διαταχθούν προς τούτο από µια δικαστική ή διοικητική αρχή (άρθρο 13 § 1 περ. ε΄), ενώ µετά την απόφαση Google Spain του ΕΔΔΑ υποχρεούνται να υιοθετήσουν ένα σύστηµα «ειδοποίησης και απόσυρσης» (notice and take down), ειδικότερα στην περίπτωση αυτήν ένα σύστηµα «ειδοποίησης και απο-ευρετηρίασης (notice and delist), ώστε να επιλαµβάνονται των αιτηµάτων των θιγοµένων προσώπων και να αποσύρουν τις πληροφορίες που αφορούν τα πρόσωπα αυτά εάν κρίνουν βάσιµο το αίτηµά τους (βλ. και παρακάτω όπου γίνεται ειδική αναφορά στη Google Spain).

 Για τους παρόχους φιλοξενίας ισχύει επίσης η κατ’ αρχήν απαλλαγή από την ευθύνη για τα περιεχόµενα που παράγουν ή δια­δίδουν ή συµµερίζονται οι χρήστες τους, εκτός εάν έχει διαταχθεί η απόσυρσή τους µε απόφαση των αρµοδίων δικαστικών ή διοικητικών αρχών, η εξαίρεση, όµως, αυτή επεκτείνεται και στην περίπτωση κατά την οποία οι εν λόγω πάροχοι έχουν πληροφορηθεί µε οποιονδήποτε τρόπο την εισαγωγή παράνοµων περιεχοµένων στην πλατφόρµα τους, οπότε υποχρεούνται να αποσύρουν ταχέως τα περιεχόµενα αυτά (άρθρο 14 § 1 περ. β΄).

Η σχετική πληροφόρηση µπορεί να προέλθει και από τον θιγόµενο τρίτο και προκειµένου να αποφευχθούν δικαστικές διαµάχες και να οµογενοποιηθεί η διαδικασία εξέτασης των αιτηµάτων προς απόσυρση, οι πάροχοι φιλοξενίας δηλαδή πρακτικά τα µέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν οργανώσει στο πλαίσιο της αυτορρύθµισής τους ένα «ιδιωτικό» σύστηµα notice and take down, το οποίο δεν προβλέπεται ρητά στο άρθρο 14 της Οδηγίας, αλλά επιτρέπεται και µάλιστα ενθαρρύνεται από αυτό, µε σκοπό κυρίως την έγκαιρη απόσυρση των παράνοµων περιεχοµένων (πρβλ. το άρθρο 16 για την κατάρτιση κωδίκων δεοντολογίας).

Ο γερµανικός νόµος για την καταπολέµηση της ρητορικής µίσους και των fake news στα µέσα κοινωνικής δικτύωσης, ο λεγόµενος NetzDG (2017), αξιοποιώντας και υπερακοντίζοντας ίσως τις πρόνοιες της Οδηγίας, καθιέρωσε ένα µικτό «δηµόσιο-ιδιωτικό» σύστηµα notice and take down για τα αξιόποινα περιεχόµενα που φιλοξενούνται στα µεγάλα µέσα κοινωνικής δικτύωσης, το οποίο χαρακτηρίζεται από την επιβολή αυξηµένων υποχρεώσεων στους διαχειριστές τους όσον αφορά τη διαχείριση και την έγκαιρη εξέταση των καταγγελιών από τους θιγοµένους ή από τους χρήστες τους, µε απειλή διοικητικών προστίµων για τη µη συµµόρφωση των παρόχων που µπορούν να φθάσουν στο ποσό των πέντε εκατοµµυρίων ευρώ.

Το πνεύµα του NetzDG που εκφράζει ίσως µια γενικότερη τάση για τη ρύθµιση των ψηφιακών πλατφορµών στον ευρωπαϊκό χώρο είναι η ανοχή στην απόσυρση ακόµη και νόµιµων ή µη προφανώς παράνοµων περιεχοµένων, στο λεγόµενο overblocking, εάν µε τον τρόπο αυτόν αποφεύγεται η διάδοση παράνοµων περιεχοµένων. Στην ίδια λογική της «δηµιουργικής» ερµηνείας της Οδηγίας προς την κατεύθυνση της επαύξησης των υποχρεώσεων των ενδιάµεσων παρόχων κινείται και η πρόσφατη απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση Glawischnig – Piesczeck v. Facebook (2019), που υποχρέωσε το Facebook στην απόσυρση και όλων των άλλων οµοίου περιεχοµένου µηνυµάτων πέρα από το αρχικό, για το οποίο διατάχθηκε απόσυρση µε δικαστική απόφαση.

 Όπως ήδη σηµειώθηκε, ένα σύστηµα notice and take down υποχρεώθηκε να εισαγάγει η Google µετά την απόφαση Google Spain του ΔΕΕ (2014), στην οποία αναγνωρίσθηκε το δικαίωµα στην απο-ευρετηρίαση από τις µηχανές αναζήτησης ορισµένων προσωπικών δεδοµένων που εµφανίζονται στον κατάλογο των αποτελεσµάτων τους.

 Το δικαίωµα αυτό συµπεριλαµβάνεται πλέον στο δικαίωµα διαγραφής των προσωπικών δεδοµένων (ή δικαίωµα στη λήθη), το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 17 GDPR. Στην περίπτωση αυτήν, η εφαρµογή του συστήµατος notice and take down από τον πάροχο µηχανής αναζήτησης τελεί υπό τον έλεγχο των αρµοδίων εποπτικών Αρχών (στην Ελλάδα, της ΑΠΔΠΧ), ενώπιον των οποίων έχει δικαίωµα προσφυγής ο θιγόµενος, εάν αµφισβητεί τη νοµιµότητα της απόφασης του παρόχου επί του αιτήµατος απο-ευρετηρίασης (βλ. ενδεικτικά, ΑΠΔΠΧ 25/2019). Στην υπόθεση Google Spain εφαρµοστέα δεν ήταν η Οδηγία για το ηλεκτρονικό εµπόριο αλλά η τότε ισχύουσα Οδηγία για την προστασία των προσωπικών δεδοµένων ως lex specialis.

Η απόφαση του ΔΕΕ δηµιούργησε πρόσθετες υποχρεώσεις για τους παρόχους µηχανών αναζήτησης, πέραν εκείνων που προβλέπονται στο άρθρο 13 § 1 περ. ε΄ της Οδηγίας, έστω και αν αυτές αφορούν ειδικά την προστασία των προσωπικών δεδοµένων. Παρουσιάζει, όµως, και ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το ερευνώµενο εδώ θέµα, διότι προετοίµασε το έδαφος για την εµπλοκή των ψηφιακών πλατφορµών στον έλεγχο των περιεχοµένων της πληροφόρησης online, αναθέτοντας σε αυτές, έστω και σε πρώτο βαθµό, την άσκηση κατ’ ουσίαν δηµοσίων λειτουργιών. Είναι χαρακτηριστικό ότι όλες οι πρωτοβουλίες soft law της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την καταπολέµηση του ρατσιστικού λόγου ή των fake news στο Internet έχουν ως βάση τη σύµπραξη των ψηφιακών πλατφορµών, παρακινώντας τες στην υιοθέτηση συστηµάτων notice and take down, ανεξάρτητα και πέρα από τις υποχρεώσεις και τα προνόµιά τους κατά τα άρθρα 13, 14 και 15 της Οδηγίας για το ηλεκτρονικό εµπόριο (βλ. τον Code of Conduct on countering illegal hate speech του 2016 και τον Code of Practice on disinformation του 2018).

Το φαινόµενο της «παράπλευρης λογοκρισίας»

Παρατηρώντας τα δεδοµένα, ο Jack Balkin ορθά διαπίστωνε ήδη από το 2014 ότι οι ψηφιακές πλατφόρµες έχουν αποκτήσει έναν διπλό ρόλο: δεν αποτελούν πλέον µόνο τεχνολογικές υποδοµές που διευκολύνουν την άσκηση της ελευθερίας της έκφρασης και πληροφόρησης αλλά έχουν εξελιχθεί και σε παράγοντα της ρύθµισής της. Και όπως είδαµε, αυτό έγινε υπό την ώθηση του άρθρου 230 της Communications Decency Act και της Ευρωπαϊκής Οδηγίας του 2000 ή προς συµµόρφωση σε hard law (NetzDG, άρθρο 17 GDPR).

Οι αποφάσεις των ψηφιακών πλατφορµών για διαγραφή αναρτήσεων που έχουν προφανώς παράνοµο περιεχόµενο δεν δηµιουργούν πρόβληµα από την άποψη του συνταγµατικού δικαίου αφού στην περίπτωση αυτήν θα υπήρχε υποχρέωση προς άρση εάν ο θιγόµενος επεδίωκε δικαστικώς την ­αξίωσή του, απλώς αυτό θα γινόταν µε κάποια καθυστέρηση. Όµως, η τρέχουσα πρακτική των ψηφιακών πλατφορµών περιλαµβάνει και τη διαγραφή περιεχοµένων για τα οποία υπάρχει απλώς υποψία ότι είναι παράνοµα ή είναι παράνοµα µόνο σε σχέση µε τους δεοντολογικούς τους κανόνες που ενσωµατώνονται στη σύµβαση, που συνάπτουν µε τους χρήστες τους (π.χ. τα Community Standards του Facebook, οι Twitter Rules κ.λπ.). Ο έλεγχος των περιεχοµένων γίνεται από την οµάδα των moderators των πλατφορµών σε συνδυασµό µε τη χρήση αλγορίθµων, οι οποίοι όµως δεν αντιλαµβάνονται πάντοτε περί τίνος πρόκειται (χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της απόφασης του Facebook για τη διαγραφή post στο οποίο εµφανιζόταν η ιστορική φωτογραφία του Napalm Girl που θεωρήθηκε από τον αλγόριθµο ως άσεµνη).

Η πρακτική αυτή, ιδίως όταν οδηγεί στην απόσυρση περιεχοµένων που δεν θα µπορούσαν να θεωρηθούν παράνοµα µε βάση τα εθνικά Συντάγµατα και το διεθνές δίκαιο των ανθρωπίνων δικαιωµάτων, έχει χαρακτηρισθεί ως «παράπλευρη λογοκρισία» (collateral censorship). Ο όρος «παράπλευρη» υποδηλώνει την άσκηση ελέγχου από τους ενδιάµεσους παρόχους σε περιεχόµενα που δεν έχουν παραγάγει οι ίδιοι αλλά οι χρήστες τους. Κατ’ ακριβολογία, όµως, δεν πρόκειται για «λογοκρισία», αφού υπό τον όρο αυτόν νοείται στο δηµόσιο δίκαιο µόνο η κρατική λογοκρισία που συνίσταται στον προληπτικό έλεγχο των περιεχοµένων των µέσων ενηµέρωσης ή άλλων µέσων µαζικής επικοινωνίας από διοικητικά όργανα προς έγκριση ή τροποποίηση ή απαγόρευσή τους.

Έτσι νοούµενη η λογοκρισία, δηλαδή ως τυπικός θεσµός του δηµοσίου δικαίου, δεν υφίσταται πλέον στην Ελλάδα, ενώ στον χώρο του τύπου απαγορεύεται ρητά από το Σύνταγµα (άρθρο 14 § 2 εδ. β΄). Αντίθετα, δεν εµπίπτει στην έννοια της λογοκρισίας ο έλεγχος που ασκούν οι υπεύθυνοι διευθυντές εφηµερίδων ή ραδιοτηλεοπτικών σταθµών για να παρεµποδίσουν τη δηµοσίευση ή µετάδοση παράνοµων περιεχοµένων ή νόµιµων αλλά ανεπιθύµητων περιεχοµένων, αν και στην τελευταία αυτήν περίπτωση ισχύουν διαφορετικοί κανόνες στον ραδιοτηλεοπτικό τοµέα, λόγω των υποχρεώσεων «εσωτερικού πλουραλισµού» που θεσπίζει το άρθρο 15 § 2 Συντ.

Ο έλεγχος, σε πρώτο βαθµό τουλάχιστον, των δηµοσιεύσεων των χρηστών από τις ίδιες τις πλατφόρµες που τα φιλοξενούν, είναι αναπόφευκτος, λόγω του τεραστίου όγκου των δηµοσιεύσεων αυτών, που καθιστά αδύνατη την άσκηση τέτοιου ελέγχου από δικαστήρια ή ανεξάρτητες Αρχές, εκτός του ότι δεν είναι εύκολη η ταυτοποίηση των χρηστών που εισάγουν παράνοµα περιεχόµενα, όσο εξακολουθεί να υπάρχει η δυνατότητα ανώνυµης πρόσβασης στο Internet. Η ρύθµιση, όµως, των περιεχοµένων της πληροφόρησης online αποτελεί πλέον ένα ζήτηµα γενικότερου δηµοσίου συµφέροντος σε εθνικό και παγκόσµιο επίπεδο και για τον λόγο αυτόν δεν µπορεί να αφεθεί µόνο στη διακριτική ευχέρεια των ψηφιακών πλατφορµών που αποτελούν τις νέες πανίσχυρες «ιδιωτικές εξουσίες» στον σύγχρονο κόσµο.

Το φαινόµενο του overblocking, που οφείλεται στην απόκλιση επί το αυστηρότερο των εσωτερικών κανόνων των ψηφιακών πλατφορµών για τη ρύθµιση των δηµοσιεύσεων των χρηστών τους, εν συγκρίσει προς τις εθνικές ή διεθνείς εγγυήσεις για την ελευθερία της έκφρασης και της πληροφόρησης, µπορεί να περιορισθεί µε την επιβολή υποχρέωσης συµµόρφωσής τους προς το διεθνές δίκαιο των ανθρωπίνων δικαιωµάτων, η οποία στον ευρωπαϊκό χώρο δεν µπορεί παρά να έχει ως παράµετρο αναφοράς την ΕΣΔΑ και τη νοµολογία του ΕΔΔΑ. Προς την κατεύθυνση αυτή, φαίνεται να κινείται και το νεοσύστατο Oversight Board του Facebook στα πρώτα δείγµατα της «νοµολογίας» του οποίου είναι εµφανής η προσπάθεια για τη µείωση του overblocking µέσα από µια «σύµφωνη προς το διεθνές δίκαιο» ερµηνεία των Community Standards του Facebook κάτι που δείχνει και τα όρια της αυτο-συνταγµατοποίησης του Facebook και των ψηφιακών πλατφορµών εν γένει.

Σε κάθε περίπτωση, οι κυρώσεις που επιβάλλουν οι ψηφιακές πλατφόρµες στους χρήστες τους, π.χ. η διαγραφή των αναρτήσεών τους ή η προσωρινή ή διαρκής απενεργοποίηση των λογαριασµών τους, µπορούν να ελεγχθούν από τα πολιτικά δικαστήρια και µάλιστα όχι µόνο επί τη βάσει των όρων της σύµβασής τους αλλά και µε άµεση εφαρµογή των συνταγµατικών και διεθνών εγγυήσεων της ελευθερίας της έκφρασης και της πληροφόρησης, αφού στη σχέση µεταξύ παρόχων και χρηστών ισχύει κατ’ εξοχήν η αρχή της «τριτενέργειας» των θεµελιωδών δικαιωµάτων (πρβλ. άρθρο 25 § 1 εδ. γ΄ του ελληνικού Συντάγµατος), λόγω της ασυµµετρίας εξουσίας µεταξύ των αντισυµβαλλοµένων µερών. Ο ex post έλεγχος των κυρώσεων αυτών ή και εν γένει των αποφάσεων των ψηφιακών πλατφορµών θα µπορούσε να ανατεθεί και σε µια εξειδικευµένη ανεξάρτητη Αρχή µε γενική αρµοδιότητα στον τοµέα της πληροφόρησης online, χωρίς να θίγονται οι αρµοδιότητες άλλων ανεξάρτητων Αρχών σε επιµέρους τοµείς (π.χ. του ΕΣΡ για τα περιεχόµενα των πλατφορµών διαµοιρασµού βίντεο και της ΑΠΔΠΧ για την προστασία των προσωπικών δεδοµένων στο Internet).

Ένα σχόλιο για τον αποκλεισµό του Ντόναλντ Τραµπ από τα µέσα κοινωνικής δικτύωσης
Την Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2021, ηµέρα της επικύρωσης από την Ολοµέλεια του Κογκρέσου της ψήφου των µεγάλων εκλεκτόρων υπέρ του Τζο Μπάιντεν, ο απερχόµενος Πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραµπ, ο οποίος µέχρι τότε δεν είχε αναγνωρίσει την ήττα του στις εκλογές της 3ης Νοεµβρίου 2020, κάλεσε τους οπαδούς του σε συγκέντρωση στην Ουάσιγκτον και από την πλατεία Ellipse στα νότια του Λευκού Οίκου εκφώνησε έναν εµπρηστικό λόγο µε κεντρικό σύνθηµα «Δεν θα παραδεχτούµε ποτέ την ήττα. Ποτέ δεν θα παραιτηθούµε. Θα σταµατήσουµε την κλοπή». Μετά το τέλος της οµιλίας του, η οποία αναµεταδόθηκε από χιλιάδες υποστηρικτές του στα µέσα κοινωνικής δικτύωσης, και µετά από µία σειρά προκλητικών και εριστικών tweets του ιδίου, ένα αλλόκοτο πλήθος οπαδών του, ακροδεξιών, παραστρατιωτικών, υπερµάχων της οπλοφορίας, συνωµοσιολόγων, No-Mask, κ.λπ., εισέβαλε στο Καπιτώλιο µε σκοπό να παρεµποδίσει τη συνεδρίαση του Κογκρέσου.

Ακολούθησαν βίαια επεισόδια στα οποία έχασαν τη ζωή τους τέσσερις άνθρωποι. Το βράδυ της ίδιας ηµέρας και ενώ η κατάσταση δεν είχε τεθεί ακόµη υπό έλεγχο, πρώτα το Twitter και στη συνέχεια το Facebook αποφάσισαν την αναστολή των λογαριασµών του Τραµπ στις πλατφόρµες τους και το ίδιο έκαναν τις επόµενες µέρες και άλλα µέσα κοινωνικής δικτύωσης. Τυπικά επικαλέστηκαν την παραβίαση εκ µέρους του Τραµπ των «Όρων Χρήσης» των υπηρεσιών τους, φαίνεται, όµως, ότι τα δύο µεγάλα µέσα κοινωνικής δικτύωσης που αντέδρασαν, έστω και µε κάποια καθυστέρηση το ίδιο βράδυ, είχαν σαφή επίγνωση ότι το διακύβευµα ήταν πολύ µεγαλύτερο, δηλαδή ότι ο δηµόσιος λόγος του απερχόµενου Προέδρου εξωθούσε τους υποστηρικτές του σε βίαιη ανατροπή του δηµοκρατικού πολιτεύµατος.

Είναι χαρακτηριστική, από την άποψη αυτή, η ανάρτηση του διευθύνοντος σύµβουλου του Facebook Μαρκ Ζάγκεµπεργκ τα ξηµερώµατα της Πέµπτης 7.1.2021: «The shocking events of the last 24 hours clearly demonstrate that President Donald Trump intends to use his remaining time in office to undermine the peaceful and lawful transition of power to his elected successor, Joe Biden… we believe that the public has a right to the broadest possible access to political speech, even controversial speech. But the current context is now fundamental different, involving use of our platform to incite violent insurrection against a democratically elected government».

Ακόµη και µε βάση το Brandenburg Test του Supreme Court (βλ. Brandenburg v. Ohio, 1969), που θέτει εκτός συνταγµατικής προστασίας µόνο τις πιο ακραίες περιπτώσεις ανατρεπτικού λόγου, η οµιλία που εκφώνησε ο Τραµπ στην πλατεία Ellipse δεν προστατεύεται από την Πρώτη Τροπολογία αφού υπήρχε παρακίνηση στους οπαδούς του για άµεση ανατρεπτική δράση, την οποία ήθελε και επεδίωκε ο απερχόµενος Πρόεδρος, και εκείνη τη χρονική στιγµή ήταν πολύ πιθανό να πραγµατοποιηθεί, όπως άλλωστε συνέβη. Καµία «παράπλευρη λογοκρισία» δεν υπήρξε λοιπόν στη συγκεκριµένη περίπτωση. Με τα δεδοµένα, µάλιστα, του ελληνικού Συντάγµατος, η ενέργεια αυτή των µέσων κοινωνικής δικτύωσης θα αποτελούσε έµπρακτη άσκηση του δικαιώµατος και καθήκοντος αντίστασης κατά το άρθρο 120 § 4 του Συντάγµατος µε σκοπό την άµυνα της δηµοκρατίας.

Προς τη Digital Services Act

Μετά τον αποκλεισµό του Ντόναλντ Τραµπ από τα µέσα κοινωνικής δικτύωσης πλήθυναν οι φωνές που ζητούν την εξοµοίωση της νοµικής µεταχείρισης τους µε τα παραδοσιακά µέσα ενηµέρωσης, ιδίως –­αλλά όχι µόνον– όσον αφορά το καθεστώς της αστικής (αδικοπρακτικής) ευθύνης τους. Πρακτικά αυτό σηµαίνει την εισαγωγή και για τα µέσα κοινωνικής δικτύωσης της αρχής της αντικειµενικής ευθύνης που ισχύει για τις επιχειρήσεις τύπου και τις ραδιοτηλεοπτικές επιχειρήσεις, οι οποίες ευθύνονται για κάθε ζηµία ή βλάβη που προξενείται σε τρίτους από δηµοσιεύµατα των εφηµερίδων τους ή από προγράµµατα των ραδιοτηλεοπτικών τους σταθµών. Το βασικό επιχείρηµα των υποστηρικτών της άποψης αυτής είναι ότι τα µέσα κοινωνικής δικτύωσης ασκούν πλέον «εκδοτικό έλεγχο» στα περιεχόµενα που δηµιουργούν οι χρήστες τους και για τον λόγο αυτόν πρέπει να αντιµετωπίζονται ως επιχειρήσεις µέσων ενηµέρωσης.

Η υπαγωγή των µέσων κοινωνικής δικτύωσης σε καθεστώς αντικειµενικής αστικής ευθύνης θα αποτελούσε µία αλλαγή παραδείγµατος, τουλάχιστον στις ΗΠΑ, όπου δεν ισχύει και η αρχή της περιορισµένης ευθύνης τους µε βάση το σύστηµα notice and take down (βλ. παραπάνω, υπό 3). Αλλά και στον ευρωπαϊκό χώρο, όπου τείνει να γενικευθεί το σύστηµα αυτό, θα υπήρχαν σηµαντικές επιπτώσεις, αφού τα µέσα κοινωνικής δικτύωσης θα καλούνταν ως υπεύθυνα για το παράνοµο περιεχόµενο των δηµοσιεύσεων των χρηστών τους σε κάθε περίπτωση, δηλαδή πριν και ανεξάρτητα από ειδοποίηση του αδικηθέντος, όπως δέχθηκε η πολυσυζητηµένη Delfi A S v. Estonia του ΕΔΔΑ (16.6.2015) που δεν αφορούσε, όµως, µέσο κοινωνικής δικτύωσης αλλά ενηµερωτικό Portal.

Αυτό το βήµα προς µια οµογενοποίηση του καθεστώτος αστικής ευθύνης των µέσων κοινωνικής δικτύωσης και των παραδοσιακών µέσων ενηµέρωσης, δεν το κάνει η πρόταση του Κανονισµού για τη ρύθµιση των ψηφιακών πλατφορµών που παρουσίασε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις 15 Δεκεµβρίου 2020, η Digital Services Act (DSA). Στη DSA διατηρείται το καθεστώς περιορισµένης ευθύνης των ψηφιακών πλατφορµών που εισήγαγε η Οδηγία για το ηλεκτρονικό εµπόριο του 2000, κατοχυρώνεται, όµως, πλέον ρητά το σύστηµα notice and take down και θεσπίζονται αυξηµένες διαδικαστικές υποχρεώσεις επιµέλειας και διαφάνειας των ψηφιακών πλατφορµών για την εφαρµογή τους, µε γνώµονα την προστασία τόσο των δικαιωµάτων των χρηστών τους σε σχέση µε την ελευθερία της έκφρασης τους όσο και των δικαιωµάτων των τρίτων που προσβάλλονται από τις δηµοσιεύσεις των χρηστών τους, υπό τον έλεγχο µίας νέας εθνικής ανεξάρτητης Αρχής, του Digital Service Coordinator. Πρόκειται για ένα πολύ σηµαντικό νοµοθέτηµα, που προορίζεται να έχει µια παγκόσµια απήχηση όπως και ο GDPR, αρκεί να µην υπάρξει µεγάλη καθυστέρηση στην ψήφισή του.

Βιβλιογραφική Σηµείωση

Εκτενέστερα, για το πώς άλλαξε το σύστηµα πληροφόρησης στην εποχή του Web 2.0 και για τον ρόλο των ψηφιακών πλατφορµών στο νέο αυτό περιβάλλον, βλ. την ανάλυση του G. Pitruzzella, τότε Προέδρου της Αρχής Ανταγωνισµού της Ιταλίας και νυν Γενικού Εισαγγελέα στο ΔΕΕ, στη µελέτη του, La libertà di informazione nell’era di Internet, σε: G. Pitruzzella/O. Pollicino/S. Quintarelli, Parole e potere. Libertà d’ espressione, hate speech e fake news, Milano, 2017, σ. 55 επ. Για την κατανόηση των κοινωνικών, πολιτικών και ψυχολογικών επιπτώσεων του Internet και των µέσων κοινωνικής δικτύωσης στην ανθρώπινη συµπεριφορά καίρια υπήρξε η συµβολή του διάσηµου Αµερικανού συνταγµατολόγου C. Sunstein, ήδη από το Republic.com, στη συνέχεια µε το Republic.com 2.0 και πιο πρόσφατα µε το #Republic: Divided Democracy in the Age of Social Media, 2017.

Από την ελληνική βιβλιογραφία βλ. Λ. Μήτρου/Α.-Μ. Πισκοπάνη/Σ. Τάσση/Μ. Καρύδα/Σ. Κοκολάκη, Facebook, blogs και δικαιώµατα, 2013, ιδίως την εισαγωγή της Λ. Μήτρου, σ. 9 επ. και τη µελέτη της Α.-Μ. Πισκοπάνη, Η ελευθερία της έκφρασης στο «ιδιωτικοποιηµένο» δηµόσιο δίκαιο του Facebook, σ. 19 επ.. Επίσης, Α. Ασκητή, Ψηφιακή ελευθερία της έκφρασης: Κράτος, κοινωνικά δίκτυα και µηχανές αναζήτησης µεταξύ ιδιωτικοποίησης του ελέγχου και ιδιωτικοποίησης του ιδιώτη, και Π. Μαντζούφα, Η επιρροή των εταιριών του διαδικτύου στην ελευθερία του λόγου και στην πολιτική αντιπαράθεση. Πεδία σύγκρουσης και πιθανοί κίνδυνοι, Constitutionalism.gr, 27.3.2021. Για το φαινόµενο του ρατσιστικού λόγου βλ. Χ. Ανθόπουλου, Προστασία κατά του ρατσισµού και ελευθερία της πληροφόρησης, 2000, σ. 13 επ., 65 επ.. Για τα Fake news βλ. Ευ. Βενιζέλου, Fake news: η νέα συσκευασία ενός παµπάλαιου προϊόντος, σε: του ιδίου, Η Δηµοκρατία µεταξύ συγκυρίας και ιστορίας, 2018, σ. 406 επ., Ph. Jougleux, Η παραπληροφόρηση στην ψηφιακή εποχή, ΔiΜΕΕ, 2016, σ. 504 επ., V. Papakonstantinou, Should we be afraid of fake news, σε: G. Terzis/D. Kloza/E. Kuzelewska/D. Trottier (επιµ.), Disinformation and Digital Media as a Challenge for Democracy, 2020, σ. 3 επ. Για τη συσχέτιση µεταξύ λαϊκισµού και web 2.0 βλ. M. Revelli, Populismo 2.0, 2017 και σε αγγλική µετάφραση, The new populism, 2019. Για την προβληµατική της ελευθερίας της πληροφόρησης βλ. D. Barrelet, La liberté de l’information, 1972. Για το άρθρο 230 της CDA βλ. G. R. Stone/L.-M. Seidman/C. R. Sunstein/M. V. Tushnet/P. S. Karlan, Constitutional Law, 2013, σ. 1447 επ.

Για τις ρυθµίσεις της Ευρωπαϊκής Οδηγίας για το ηλεκτρονικό εµπόριο (άρθρα 12, 13, 14, 15) βλ. Γ. Γιαννόπουλου, Η ευθύνη των παρόχων υπηρεσιών στο Internet, 2013, Ι. Ιγγλεζάκη, Το δίκαιο του ηλεκτρονικού εµπορίου, 2009, σ. 215 επ. Για τον NetDG, Δ. Καραγκούνη, Η επιβολή περιορισµών στα µέσα κοινωνικής δικτύωσης µετά τον νέο γερµανικό νόµο περί βελτίωσης της επιβολής της νοµοθεσίας στα κοινωνικά δίκτυα, ΔiΜΕΕ, 2018, σ. 335 επ. Για το άρθρο 17 GDPR, Φ. Παναγοπούλου-Κουτνατζή, Τα νέα δικαιώµατα για τους πολίτες βάσει του Γενικού Κανονισµού Προστασίας Δεδοµένων: µια πρώτη αποτίµηση και συνταγµατική αξιολόγηση, ΕφηµΔΔ 2017, σ. 87 επ. και Κ. Χριστοδούλου, Δίκαιο Προσωπικών Δεδοµένων, 2020, σ. 132 – 133. Για τα συνταγµατικά θεµέλια των µέσων κοινωνικής δικτύωσης βλ. Κ. Στρατηλάτη, Χρειάζεται ειδική ρύθµιση η δηµόσια σφαίρα του Διαδικτύου;, ΕφηµΔΔ 2014, σ. 94 επ., Ελ. Αναστασιάδου, Η προστασία της προσωπικότητας στα νέα µέσα επικοινωνίας, υπό δηµοσίευση σε ΔΙΤΕ, 2021. Ειδικότερα, για το νοµικό καθεστώς των blogs, που αποτελεί ξεχωριστό ζήτηµα και δεν εξετάζεται στην παρούσα µελέτη, βλ. Γ. Γιαννόπουλο, Ιστολόγια (blogs) και εφαρµογή της νοµοθεσίας περί τύπου: η πορεία της νοµολογίας µέχρι την ΑΠ 1425/2017, ΔiΜΕΕ, 2017, σ. 494 επ. και Ελ. Αναστασιάδου, Το νοµικό καθεστώς των ιστολογίων (blogs), ΔiΜΕΕ, 2018, σ. 1 επ. Για τα περίπλοκα ζητήµατα αστικής ευθύνης των ψηφιακών πλατφορµών βλ. Α. Τασίκα, Άρση από Τρίτο της Προσβολής Προσωπικότητας (σε ευθύνη από προσβλητικό περιεχόµενο αναρτήσεων στο Διαδίκτυο), σε: Κ. Δελούκα – Ίγγλεση/Α. Λιγωµένου/Α. Σινανιώτη (επιµ.), Δίκαιο και Τεχνολογία, 2019, σ. 157 επ. Για το σύστηµα notice and takedown το οποίο έχει την προέλευσή του από το δίκαιο της πνευµατικής ιδιοκτησίας βλ. Δ. Σερενίδη, Προσβολές της πνευµατικής ιδιοκτησίας στα ψηφιακά δίκτυα, µε πρόλογο Κ. Χριστοδούλου, 2010, σ. 71 επ. Για το φαινόµενο της «παράπλευρης λογοκρισίας» βλ. J. Balkin, Old-School/New-School speech regulation, Harvard Law Review, 2014, σ. 2296 επ., µελέτη στην οποία τίθενται όλα τα προβλήµατα τα οποία συναντά η θεωρία της ελευθερίας έκφρασης και πληροφόρησης στην εποχή των ψηφιακών πλατφορµών.

Για το Oversight Board του Facebook βλ. Κ. Γιαννακόπουλου, Το «Ανώτατο Δικαστήριο» του Facebook και η κρυφή γοητεία του ιδιωτικού ψηφιακού συνταγµατισµού, constitutionalism.gr, µε αναφορά και στη θεωρητική συζήτηση για το φαινόµενο του «societal constitutionalism» (G. Teubner), δηλαδή τη διαµόρφωση αυτόνοµων νησίδων συνταγµατικότητας στον ιδιωτικό τοµέα.

Για τη Brandenburg v. Ohio βλ. E. Chemerinsky, Constitutional Law, 2015, σ. 1048 επ. Πριν από αυτήν ίσχυαν για τον ανατρεπτικό λόγο τα λιγότερο προστατευτικά κριτήρια της απόφασης Dennis (1951, στα χρόνια του µακαρθισµού). Βλ. Κ. Μαυριά, Η ελευθερία του πολιτικού λόγου κατά το Σύνταγµα των ΗΠΑ, 1978, σ. 71 επ.

Για τα γεγονότα της 6ης Ιανουαρίου πρβλ. την ανάλυση της M. Manetti, Facebook, Trump e la fedeltà alla Costituzione, Forumcostituzionale.it, 6.2.2021.

Στην πρόσφατη απόφασή του για την «υπόθεση Τραµπ» (5.5.2021), το Oversight Board του Facebook επικύρωσε την αρχική απόφαση του Facebook (7.1.2021) για την αναστολή των λογαριασµών του Ντόναλντ Τραµπ στο Facebook και στο Instagram. Το εποπτικό συµβούλιο του Facebook αναγνώρισε στο σκεπτικό του ότι οι αναρτήσεις του Τραµπ «…in maintaining an unfounded narrative of electoral fraud and president calls to action… created an environment where a serious risk of violence was possible… At the time of Mr Trump’s posts, there was a clear, immediate risk of harm and his words of support for those involved in the riots legitimized their violent actions». Στην ουσία, πρόκειται για µια εφαρµογή του Brandenburg test (βλ. στο κείµενο υπό § 5). Υπάρχει, όµως, στην απόφαση και ένα «άρωµα» ΕΔΔΑ, κατά το µέρος που ζητείται από το Facebook η επανεξέταση της απροσδιόριστης χρονικά αναστολής των λογαριασµών του Τραµπ. Πρβλ. και το σχόλιο των O. Pollicino/G. de Gregorio/M. Bassini, Trump’s Indefinite Ban: Trump’s Indefinite Ban. Shifting the Facebook Oversight Board away from the First Amendment Doctrine, σε: VerfBlog, 11.5.2021.

[1] Το κείμενο αποδίδει εισήγησή μου στο Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών «Δημόσιο Δίκαιο και Πολιτική Επιστήμη» της Νομικής Σχολής ΑΠΘ στις 29 Μαρτίου 2021. Ευχαριστώ πολύ τους Ευ. Βενιζέλο, Κ. Χρυσόγονο και Λ. Παπαδοπούλου για την τιμή της πρόσκλησης.


Πηγή:




 

 

Επιστροφή