Οι Σειρήνες της Ξενιτιάς

Δείτε και άλλα θέματα στην ενότητα:
Οι Σειρήνες της Ξενιτιάς
Απ’ το ένα κατεβαίνουν, στο άλλο ανεβαίνουν,

του άγνωστου το αίνιγμα αμείωτο πάνω

στα πρόσωπα τους κι ο φόβος τούς χαράκωσε

μια σκυθρωπή σκιά.

 

Μοιάζουν μυρμήγκια ανήμπορα που ρέμα

τα παρέσυρε και φτάσανε ως εδώ και προσπαθούν

ν’ αναρριχηθούν σε κούτσουρα χοντρά.                 

Και να που τα κατάφεραν, πιαστήκανε καλά

και κοίταγαν περίεργα τον μαύρο τον κορμό

πως θα ’τρεχε γοργά.

 

Δεν περπατά στη θάλασσα μα μόνο στη στεριά,

μαύρο, μακρύ, ανήσυχο και μια σειρά βαγόνια

προσμένουν στη σειρά.

Κι όπως ακόμα καρτερεί σφύριγμα ν’ ακουστεί,

γέμισε ο τόπος κάρβουνο, αντάρα και οσμή,

από το καρβουνόξυλο που καίει η μηχανή.

 

Καπνοί, βίτσια και γερανοί!

Πώς σκούζανε τ’ ατσάλινα σχοινιά!

Κιβώτια κρεμαστά, ναύτες, λοστρόμοι

κι άλλοι μουντζούρηδες πολλοί, πουλιά, ντουνιάς, γινόταν χαλασμός, μπερδεύτηκαν οι άνθρωποι

στην ανακατωσούρα, μοιάζαν πουλιά που έσυρε

μια μαύρη καταιγίδα και είχανε χαθεί και παγομάρα

φώλιασε μέσα τους στην ψυχή.


Χάθηκε ο Πέτρος, ο Μηνάς, ο Χρήστος  κι ο Λουκάς, 

τρελάθηκε ο Μήτρος, σάστισε και κοίταζε

μ’ ορθάνοιχτα τα μάτια, καράβια, πλοία, θάλασσες

δεν είχε δει ποτέ.

 

Χάθηκαν ή μπερδεύτηκαν η Δήμητρα, η Βαγγελιώ,

η Στέλλα κι άλλες πολλές γυναίκες που είχανε

για λίγο γνωριστεί. Έχανε η μάνα το παιδί!

Αιμορραγούσε η ψυχή και κόντευε να βγει!

 

Αργά ξεκίνησε το τρένο κοντά στο δειλινό,

σφυρίζοντας δυο-τρεις φορές λαλώντας άλλη

γλώσσα, τραχιά, συρτή, ανατριχιαστική

και μια μαύρη παχιά γραμμή κουβάλαγε

από πάνω του κι ήτανε σαν σκεπή.

 

Σταμάτησε δυο, τρεις φορές για κάρβουνο και νερό

στα σκότια του να πάρει κι ολονυχτίς,

στα πνιγερά και στα γνωστά σκοτάδια μακρινά,

αγκομαχώντας σαν θεριό, το βάρος του κουβάλαγε

να φτάσει, σε μακρινό ξένο σταθμό

τον μπόγο του ν’ αδειάσει.

 

Έτρεχε τ’ αφιλότιμο πολύ, δεν ήταν σαν το πλοίο,

έμοιαζε δράκος φοβερός και μισητός πολύ,

που έκλεψε μιας μάγισσας και σκήπτρα και ραβδί

και τώρα τρέχει γρήγορα στη μαύρη του σπηλιά    

μες στο σταθμό του Μόναχο να αφήσει τη σοδιά.

 

Κοντά στη χαραυγή, στης νύχτας το ξημέρωμα φυγή,

τρίξιμο ακούστηκε μακρύ, οι ρόδες του σβαρνίζονταν

ανατριχιαστικά, στις ατσαλένιες ράγες ανάβανε φωτιά,

σηκώνοντας τρίχα και μαλλιά

και τη σιωπή της χαραυγής έσκιζε σαν χαρτί.

 

Και τελικά μετά απ’ αυτό, ξανάρχισε τα σφυριχτά σινιάλα του

να δίνει δυνατά, πότε κοφτά,

πότε υστερικά κι άλλοτε σαν ένα άγγελμα

που έφερνε παγωνιά στη ραχοκοκαλιά.

 

Γέμισε ο τόπος καταχνιά.

Πόρτες που τρίζανε βαριά λες κι ήταν στοιχειωμένες,

υστερικές και νευρικές ακούστηκαν φωνές κι ο κόσμος κατεβαίνει

απ’ όλες τις πλευρές, σε τούτον το σταθμό,

τον άγνωστο και σκυθρωπό.

 

Κι αμέσως ακουστήκανε κι άλλες φωνές,

παράξενες που έμοιαζαν σαν του Βοριά

την κρύα την ανάσα και βαριά:

 

-Για μαζευτείτε κατά δω!

Φωνάζει ο διερμηνέας με μια αγκαλιά χαρτιά

κι ευθύς τ’ αφήνει όλα, συμβόλαια μ’ ανθρώπινα

ονόματα, σα να ήτανε κουτιά, πάνω σ’ ένα τραπέζι.

Χτυπά τα χέρια δυνατά κι απάνω τα σηκώνει,

νοήματα στον όχλο τον ανάστατο κουνώντας τα

να δίνει.

 

Και από την άλλη τη μεριά, δίπλα του μαζεμένοι,               

κάμποσοι άνθρωποι ψηλοί, καλοντυμένοι

κι ωχροί σαν κρυωμένοι, σινιάλα να τους δίνει.

 

Κρεμόταν στη θωρή του μια αυστηρή βοϊδίσια

νωθρότητα σαν κοίταγε το πλήθος

κι εκεί που τ’ ανθρωπάκια ζητούσανε να βρουν

λίγες σταγόνες θάρρος,

χάνανε κι αυτό που είχε απομείνει,

ενώ στους ντόπιους εκπροσώπους γινόταν γελαστός

και οι κινήσεις θύμιζαν, ενός κλόουν σε τσίρκο

με χάρη και ρυθμό.

 

Έγινε χλαλοή και σαματάς μεγάλος.

Σαν φοβισμένα πρόβατα τρέχανε κατά δω,

τρέχανε κατά κει, άλλοι ήτανε μονοί,

άλλοι ζευγαρωμένοι, περίεργοι πολλοί,

και στην ματιά τους τη θολή, χόρευε ασίγαστα

ένα αβέβαιο πρωινό, φόβος και αγωνία.

 

Δεν ήταν μόνο άγνωστος αυτός εδώ ο τόπος!

Ήτανε και παράξενος, του ’λειπε η θαλπωρή.

Άνθρωποι περαστικοί, περίεργοι πολλοί,                              

μεθούκλες με φωνές και έξω τις κοιλιές,

με μάτια σαν του βάτραχου και έξω πεταγμένα

που κοίταγαν νωθρά και πάνω στα κορμιά τους

γεμάτα ζωγραφιές, άφηναν να φανεί πως φτάνει

ή πως καρτερούν, μια αποκάλυψη ιερή

που σώνει την ψυχή.

 

Ομάδες διάφορες πολλές!

Κάμποσοι νέοι φαλακροί με σκουλαρίκια στα αφτιά

και μαύρο ρουχισμό, άλλοι με φουντωτές

περικεφαλαίες φτιαγμένες από τρίχες

κόκκινες, κίτρινες, μπλε, σαν σύρμα αγκαθωτές,

που καθώς αγέρωχα περπάταγαν, σιγά μπροστά

στα ορθάνοιχτα και περίεργα μάτια των Ελλήνων

που ’ταν από χωριά, για μια στιγμή φαντάστηκαν πως ήταν ο Λεωνίδας

ή ο Αχιλλέας που με μια όψη παράδοξη κι αφύσικη θα επιθεωρούσαν,

ανύπαρκτους στρατώνες.

 

Κι ανάμεσα σ’ αυτούς, μια άλλη πάστα με ρούχα

ξεσκισμένα που άφηναν να φαίνονται του κώλου τους μεριά,

ήταν πολύ αγέρωχοι και γύρευαν καβγά.

 

Αστυνομία μπόλικη, σαν άγγελοι τ’ ουρανού

που φέρνουν την ειρήνη βολτάριζε παντού,

περήφανοι και απλησίαστοι ακόμα πιο πολύ,

περίσσια υπεροχή σαν να ’ταν αστακοί.

Τα μάτια τους ξεταστικά τα τρύπωναν βαθιά,

ψυχρά και πονηρά, σ’ ένα εκκρεμές κυμαίνονταν

κι ήταν φανερό, τα ρόπαλά τους έσφιγγαν στα χέρια τους γερά,

με τούτους τους πολεμιστές,

έτοιμοι ν’ αρχίσουν το χορό.

 

Τρένα ξεκίναγαν γοργά κι άρχιζαν να σφυρίζουν,

άλλα πάλι να φτάνουνε ετούτες τις στιγμές

που φέρνανε κοσμάκη απ’ όλες τις γωνιές

κι ήτανε ετούτο το πρωί πιο κρύο κι απ’ τον πάγο

κι ανήσυχο πολύ.

Ήταν το καλωσόρισμα σ’ αυτή εδώ τη γη,

που ήταν ξακουστή, μα μια μεγάλη ασιγουριά

φούντωσε στην ψυχή.

 

 

Μαζεύτηκαν ομαδικά και μοιάζανε λες κι ήταν στρατός

σε κέντρο διερχομένων και κάμποσοι μεσοκαιρίτες σκιαζόταν στα κρυφά.

 

Άλλος για το Βορρά, άλλος για το Νοτιά κι άλλοι

ακόμα πιο μακριά θα χάνονταν στην πλούσια Δύση.

Σχολαστική η ταξινόμηση, μπερδέματα, φωνές,

ξεκίνησαν τα τρένα με τα στριγκλά σφυρίγματα

και λίγο έξω απ’ το σταθμό φεύγουν τα λεωφορεία,

όπου θα πήγαιναν κοντά, σε κέντρα βιομηχανικά

και σπίτια κρατικά.

 

Πώς πόνεσε πολύ ετούτος ο ντουνιάς!

Γεύση πικρή το δεύτερο ποτήρι τούς πρόσφερε ξανά,

μέσα σε δύο μέρες γι’ άλλη μια φορά,

τους κόστισε πολλά.

 

Και τώρα πάλι χάνονται, δάκρυ ξανά κυλά

και τώρα, αρχίζει το ξεκίνημα σαν δεύτερη φουρνιά

κι όλα τα φώτα της ψυχής σβήσανε μονομιάς.

Πικρός καημός τους ξέφυγε κι άφησε μια ευχή,

ανθόσπαρτη η στράτα τους, καλό ντουνιά να βρει!

 

Αλλού δυο τρεις, αλλού τριάντα τρεις

κι αλλού πιο δυνατές και χρυσαφιές φουρνιές,

σαν χείμαρροι ξεχύθηκαν τα νιάτα μες στα πλατιά

αλώνια, μ’ απόφαση, μ’ όρεξη για δουλειά,

με πίστη, με αξιοπρέπεια, με τιμή.

 

Πολλοί είναι οι αμούστακοι, χιλιάδες τα κορίτσια.  

Μοιάζουν αετοί χωρίς φτερά? της κοινωνίας η μέθη

τα πήρε και τα σκόρπισε μακριά.

Μπαίνει στ’ αλώνι όρθιος, είναι σαν κυπαρίσσι,

είκοσι άνοιξες μετρά και τόσα καλοκαίρια,

χειμώνες άσπρους, δύσκολους κι είκοσι χινοπώρια.   

 

Μπαίνουν στη φάμπρικα ορθοί,

μέσα τους τρέμει η ψυχή απ’ την παλιά την εποχή

που ήταν ολοκαύτωμα και σάρωσε τη γη.

Κι αναρωτιούνται όλοι τους στις πρώτες τους

στιγμές, πώς φτάσανε εδώ;

Τους βλέπουν, τάχα, οι απ’ εδώ, ανθρώπινα;

Σαν έμψυχο υλικό; Τους βλέπουν παρακατιανά,

σαν ξένα όντα που έπεσαν χαμηλά;

Γιατί να είναι δυνατοί, να ’χουν και υπεροχή;

Τάχατες και πού είναι που δεν έχουν;

Ή μπας κι είναι απόρθητοι οι άνθρωποι αυτοί;

 

Κάποιοι τους κοιτούν περίεργα, ψυχρά

κι άλλοι κάπως πιο μαλακά, πιάνει πάγους η καρδιά.

Προσπαθεί ο ξένος να ξεφύγει απ’ αυτές τις γκρίζες

σκέψεις και μαύρες συλλογές, στον τόπο του δεν έζησε

παρόμοιες στιγμές.

Προσπάθεια γίνεται τρανή, πόλεμος δυνατός,

στα μύχια της ψυχής.

 

Κουνιούνται και πετάγονται, κρυφά καμιά φορά

κι είναι σα να τους δάγκωσε φαρμακερή οχιά.

Σκέψεις τρελές, εικόνες φριχτές, που έρχονταν

στο νου, δεν έζησαν ετούτοι.

Τα είχαν μονάχα ακουστά.

Μα πίστευαν με τον καιρό, όλα θα πήγαιναν καλά.


Ποιότητα είχανε φτωχή και ανημποριά ανθρώπινη,

οι ντόπιοι απ’ εδώ.

Κάποιοι τους προηγούμενοι τους φτάσανε ως εκεί.

Και άναψαν, οι ξεδιάντροποι, γιγάντια φωτιά.

Πέρασαν όμως και αυτοί, μέσα από την πυρά

και στείλανε ψηλά, με την αντάρα τη σταχτιά,

ανθρώπινες ψυχές, από διάφορες φυλές.


Κι όταν ευθύς πέρασε κείνος ο εφιάλτης,

γοργά ξυπνήσανε και θάψανε ρηχά το μίσος,

την καταστροφή, πολλά απ’ τ’ άσχημά τους,

τα χάλια τους και άλλα πικρά κείνης της εποχής.

 

Χέρι χεράκι πιαστήκανε κι άφησαν τα παλιά

κάπου σε μια γωνιά, σκουμπώσαν τα μανίκια τους

πέφτοντας στη δουλειά, τον τόπο τους να φτιάξουνε

που είχε αφανιστεί, ξανά απ’ την αρχή.

Και να, που τα κατάφεραν θαυμάσια και καλά,

ξεχάσανε τα μίση τους, ρίχτηκαν στη δουλειά.

 

Σ’ εμάς και στην Πατρίδα μας,

σαν φύγαν οι κατακτητές, μας «ήρθε» πια ωμά,

μια επιθυμία άνανδρη συμμάχων μας και «φίλων»,

μετά από τον πόλεμο μας έσπειραν φωτιά

κι Εμφύλιος αδυσώπητος, άναψε πυρκαγιά.

 

Μες στα πλατιά τα μίση του χαθήκανε βλαστάρια,

μας εκμηδένισαν, μας κάνανε πουλιά,

και να τώρα βρεθήκαμε στα χέρια τους ξανά.

 

Πήρανε και λεφτά απ’ των συμμάχων χέρια

κι άνοιξε η δουλειά, χέρια πολλά εργατικά γύρεψαν για να βρουν και δεν τους ένοιαζε αν ήταν άσπροι, μελαψοί, κοντοί ή γαλανοί ή μιας άλλης θρησκείας.

Αυτά ανήκαν στα παλιά!

Χέρια πολλά εργατικά θέλουνε και πολλά.

 

Να’ ναι μωρέ, ανάθεμα, κατάρα ή ευχή;

Γη της επαγγελίας, την είπαν μερικοί!

Τι ανακατωσούρα! Τι σκέψεις τρομερές!

Να πάρει η ευχή! Μα είναι και λαός!

Έχουνε και καρδιά, αλλά την έχουνε βαθιά.

Δε φτάνει να πιαστεί, της βάλαν κλειδαριά...

 

Τους λογισμούς ενός νιόφερτου Έλληνα

διέκοψε μια παγερή κουβέντα.

Ήταν της ίδιας της φυλής? ήταν του διερμηνέα.

Πάνω στη μύτη τη γαμψή φορούσε τα γυαλιά,

μοιάζει να είναι για σοφός, μα δείχνει κερατάς.

Του γέμισαν αυτοί εδώ τις τσέπες με χαλκό,

γι’ αυτό, τα νέα εργατάκια, κοιτούσε «αφ’ υψηλού»

και περιφρονητικά, το «μάλιστα αφεντικό»

το είχε καραμέλα, νέα φιντάνια ζουμερά

θ’ αλλάξουν τη μορφή, την τσέπη που ’ναι χάλκινη,

θα φτιάξουν αργυρή.


-Εσύ εδώ, εσύ εκεί, εσείς οι δυο πιο πέρα,

κι εσείς οι τρεις μαζί θα πάτε στην παρέα

που εργάζεται εκεί!

 

Στα βιαστικά γινότανε ο καταμερισμός

κι όλοι δέχτηκαν τη δουλειά σαν πρόσφορα ιερά.

Δεξιοτέχνης ήτανε αυτός ο διερμηνέας

κι όλα τα νέα τα παιδιά τον κοίταγαν με φόβο,

μοιάζαν σαν πράα πρόβατα που είχαν παγιδευτεί

μέσα σε καταιγίδα.

 

Δέος και αγωνία, τρεμούλιασμα κρυφό,

γι’ απορίες και ρωτήματα δεν είχανε καιρό.

Σήκωσαν όρθιο το κορμί, απώθησαν το φόβο

κι όλη η λεβεντιά τους βγήκε απ’ την ψυχή.

Νέα ζωή αρχίζουνε, τώρα, ετούτη τη στιγμή.

 

Διάφορες δουλειές στο ίδιο εργοστάσιο

τους βάλανε να κάνουν.

Και αυτοί, οι ξένοι πια, πέρα απ’ τη δουλειά,

περίεργα κοιτάζανε τριγύρω τους κρυφά,

μες στους μεγάλους ανθρώπινους σωρούς,

με αγωνία ψάχνανε μήπως και συναντήσουνε

κάποιον συμπατριώτη.

Οι ντόπιοι, πέρα απ’ τη δουλειά, τους κοίταγαν

καμιά φορά ψυχρά και ειρωνικά, άλλοι μηχανικά

αν έκαναν για τούτη τη δουλειά.

 

Και κάπου, όπως στην έρημο, βρίσκανε λίγα λουλούδια,

χαμόγελα τους έδωναν θερμά και κάποια σιγουριά των ντόπιων οι ματιές

και σκόρπιζαν σα να ’ταν καντηλέρια, το πενιχρό τους φως.

Κρυφά κουράγιο και χαρά στους ξένους δίνανε,

δύναμη ν’ αποχτήσουνε, ελπίδα κι αντοχή

για την προσαρμογή.

 

Σ’ αυτή τη φάμπρικα, που ήταν κολοσσός,

εδώ στη Βαυαρία, βρέθηκε ο Κίτσος, ο Λουκάς,

ο Περικλής κι άλλοι νέοι πολλοί

κι ανάμεσα ο Κωνσταντής, που ήταν πιο παλιός

και πολύ μοναχός.

 

Αργά, βαριά και δύσκολα πέρασε η πρώτη τους

ημέρα, παλεύοντας στις άγριες μηχανές.

Κλειδιά, καλούπια, ρομποτομηχανές,

που τρίζουν σαν θεριά, φωνές ακαταλαβίστικες,

βρισιές των ντόπιων που ασίγαστα συγκρούονται κι αυτές.

 

Τι πονοκέφαλος ο ξένος για τον ντόπιο!

Πώς να συνεννοηθείς; Και κάμποσοι υπεύθυνοι

δείχναν ανορεξία και κάποια αποστροφή.

Σ’ αυτό το μεγαλούργημα ετούτης δω της χώρας,

μες στη βουή και χαλασμό των ρομποτομηχανών,

δώσαν παρόν οι ξένοι, σαν προγκισμένα πρόβατα

απ’ το κυνηγητό, άγριος του τόπου τους λύκος,

τους έφτασε εδώ

 

Τώρα κι αυτοί μαντρώθηκαν σ’ απέραντα μαντριά,

που ’ναι γιομάτα σίδερα, μεγάλες μηχανές

κι όλο ζητούν με τη ματιά να βρουν το διερμηνέα,

μία κουβέντα να τους πει και μία συμβουλή,

μα κείνος πίνει τον καφέ κοντά στ’ αφεντικά

και συζητούν όλοι μαζί κάποια τους μυστικά,

που είχαν σχέση άμεση στη νιόφερτη φουρνιά.

 

-Ας φύγουμε, λέει ένας νιος, πέρασε πια η ώρα!  

-Ας μείνουμε λιγάκι ακόμα! λέει ένας άλλος

και είναι φοβισμένος.

 

Ρίχνει ματιές κρυφά στου τοίχου το ρολόι.

Αργά περνούνε οι στιγμές, δεν έχει τι να κάνει,

στο τέλος τ’ αποφάσισε να πάει προς την καντίνα.

 

«Χραπ!» ο μαέστρος ξαφνικά τον άδραξε σφοδρά

απ’ το μανίκι. «Πού πας;» του λέει με νόημα,

«δε σκούπισες το χώρο!» κι ένα ψευτοχαμόγελο

κρεμάστηκε στα χείλη.

Παίρνει το νέο απ’ τ’ αφτί, λες κι ήταν μαθητής, τραβούν στην αποθήκη

και του ’δειξε τα σύνεργα τον τόπο να σκουπίσει.

 

Φόβος και ξάφνιασμα με μιας έπιασε το νιόφερτο εργάτη κι ο ίδρος αναβρύζει, μα ευθύς αναπετάρισε, βρήκε τη δύναμή του κι όλη την ύπαρξή του.

-Μάλιστα αφεντικό! του λέει δυνατά και ρίχνει

ένα χαμόγελο γιομάτο λεβεντιά.

Ας είναι, λέει σιγανά, χρειάζονται κι αυτά,

σαν πρώτη μέρα σήμερα τα πήγαμε καλά.

 

Σε κάποιο άλλο τμήμα γίνεται μεγάλη χλαλοή

κι απ’ τα βαριά χτυπήματα, σκουξίματα, τριξίματα

που κάνουν οι μηχανές, σβήνουνε οι φωνές.

Μόνο οι καπνοί σαν σύννεφα, πιστοί σύντροφοι,

αχώριστοι, μπαίνουν μες στα πνευμόνια

και κάνουν κατοχή.

Εργάτες που ’ναι βρόμικοι από την καταχνιά, 

γάλα ρουφούν ένα κιλό να πλύνουν την καπνιά.

 

Όλα τα μηχανήματα στις δώδεκα ακριβώς

σταμάτησαν με μιας και σήμαναν «σκασμός».

Σιγά-σιγά και γρήγορα πληθαίνουν οι φωνές

κι ένας βρυχιέται δυνατά να βγάλει τις καπνιές.

 

Δυο τρεις μαζί κι ο άλλος μοναχός, ξεκίνησαν

στα γρήγορα να παν προς την καντίνα.

Μαέστροι, εργάτες, διερμηνείς, ασπρομπλουζάδες

μπόλικοι, με κάλλους στα μεριά απ’ το πολύ κατσιό,

πηγαίνουν για συσσίτιο σα να ’ναι στο στρατό.

 

-Ωχού!, λέει ένας νιόφερτος σε έναν παλιότερο

κοιτώντας μπρος-πίσω τον κόσμο τον πολύ.

Για κοίτα, βρε να δεις! Βρε συ, πατρίδα,

στην Ελλάδα λένε ότι ομαδικό φαί και στη γραμμή

τρώνε μόνο στις χώρες τις σοσιαλιστικές.

Εδώ, τι είναι αλήθεια;

 

Και ο παλιός αντί γι’ απάντηση του ’κανε νόημα

να κόψει τα ρωτήματα και για πολλές κουβέντες,

δεν ήταν η στιγμή.

 

Οι ντόπιοι τρώνε με σειρά, μ’ απόλαυση και καθαρά,

πολύ ευγενικά κι οι ξένοι μαζευτήκανε σ’ ένα μακρύ

τραπέζι και μοιάζουνε από μακριά σαν μέλισσες

που βγάζουνε το μέλι και συζητάνε δυνατά ότι είναι

η σούπα τους ξανθιά και με πολύ ευχαρίστηση

τη ρίχνουν στην κοιλιά!

 

Όχου! Και πού να δεις πώς το ρουφάν το αβγό,

οι ντόπιοι από δω, ωμό και τραβηχτό!  

«Γλουπ!» ξαφνικά ακούστηκε στου ντόπιου το

λαρύγγι κι ο ξένος βάζει με τη μια απότομες φωνές:

-Αχ! που ’σαι μανούλα μου γλυκιά να δεις

πώς καταπίνουνε σαν λύκοι τ’ αβγά τους τα ωμά!

 

Έξω πετάχτηκε γοργά για να προλάβει,

τα σκότια του τ’ ανάποδα στη θέση τους να βάλει.


Βάϊος Φασούλας



Δείτε video:

 

 

Επιστροφή