Του Νίκου Αργεάδη
Γιατί να χτίζεις Παρθενώνες όταν μπορείς να νοικιάζεις ξαπλώστρες; Έτσι δεν είναι; Προς τι όλος αυτός ο πανικός για την «παρακμή»; Ας είμαστε ειλικρινείς: η παρακμή είναι εξαιρετικά αναπαυτική. Γιατί να παιδεύεται κανείς με αυτή την ξεπερασμένη αρχαιοελληνική εμμονή, το περίφημο thumos; Τι να την κάνεις τη φιλοδοξία, το πάθος για διάκριση και την ανάγκη να χτίσεις κάτι που ξεπερνά τη μικρή σου ύπαρξη; Αυτά είναι επικίνδυνα πράγματα. Παράγουν ανισότητες, γεννούν αριστεία και —το χειρότερο απ’ όλα— απαιτούν κόπο.
Πολύ πιο σοφό είναι να σκάβουμε σταθερά προς τα κάτω. Να ντρεπόμαστε για την ιστορία μας, να θεωρούμε κάθε εθνικό όραμα “ύποπτο” και να παραδίδουμε με χαμόγελο την παραγωγική και τεχνολογική μας ισχύ στους γείτονες. Εξάλλου, είναι εντελώς “φυσιολογικό” να ζεις σαν παράσιτο, καταναλώνοντας τα αποθέματα των προγόνων σου μέχρι να μην μείνει κολυμπηθρόξυλο. Κι αν τύχει να σου περισσεύει και λίγη εθνική κληρονομιά, όπως ας πούμε το όνομα, η γλώσσα και η ιστορία της Μακεδονίας, τα χαρίζεις κι αυτά με άπλετη “προοδευτική” γενναιοδωρία στους αλυτρωτιστές και εθνικιστές των Σκοπίων — έτσι, για να αποδείξεις πόσο ανώτερος είσαι από τις ξεπερασμένες σου ρίζες.
Δύο Ρητορικές, Ένας Κοινός «Εφιάλτης»
Όταν ένας Αμερικανός αξιωματούχος στήνεται μπροστά στον Παρθενώνα για να θρηνήσει τη χαμένη ισχύ της Δύσης —τη βιομηχανία, τα σύνορα, την ενέργεια— και ένας εγχώριος πολιτικός γκρινιάζει για την πνευματική ερήμωση, τον υλισμό και την έλλειψη προτύπων, ουσιαστικά διαπράττουν το ίδιο «λάθος»: αρνούνται να αποδεχτούν τη βολική μας νωθρότητα.
Ο ένας αγωνιά επειδή θυμάται ότι η αρχαία Αθήνα δεν έφτιαξε τον Παρθενώνα για να διεκπεραιώνει τακτοποιήσεις αυθαιρέτων, ούτε έκανε θέατρο για να περνάει η ώρα με «ελαφρύ θέαμα».
Ο άλλος επιμένει ενοχλητικά ότι η πολιτική δεν είναι απλή διαχείριση της μιζέριας και δημόσιες σχέσεις, αλλά ευθύνη απέναντι στο μέλλον.
Πόσο αναταρακτικά όλα αυτά! Πόσο πιο ήσυχο θα ήταν να συμφωνήσουμε όλοι ότι το μέλλον δεν μας αφορά και ότι η ελευθερία δεν χρειάζεται κανένα πνευματικό περιεχόμενο για να επιβιώσει.
Μαθήματα «Υψηλής» Διπλωματίας: Το Καλώδιο και η Τέχνη της Υποταγής
Φυσικά, η πραγματικότητα φροντίζει πάντα να μας προσγειώνει ανώμαλα. Όταν ζητάς από τους ισχυρούς προστάτες σου να πάρουν θέση για τα κυριαρχικά σου δικαιώματα (όπως ένα υποθαλάσσιο καλώδιο που ενοχλεί τον ταραξία της γειτονιάς), εκείνοι σοφά σου απαντούν: «Βρείτε τα μεταξύ σας, παιδιά».
Και γιατί να μην τα βρούμε; Ας κάνουμε μια δημιουργική αναθεώρηση της Ιστορίας:
Στα Μηδικά: Γιατί να τρέχουν στη Σαλαμίνα; Μια χαρά συνεννόηση θα γινόταν με τον Ξέρξη. Η ειρήνη πάνω απ’ όλα.
Το 1821: Τι ανάγκη είχαμε από επαναστάσεις; Ένας πολιτισμένος διάλογος με την Υψηλή Πύλη θα έλυνε όλες τις «μικροδιαφορές».
Στη Βιέννη το 1683: Αντί για άμυνα, μια πρόταση για συνδιαχείριση με τους πολιορκητές θα γλίτωνε την Ευρώπη από περιττούς μπελάδες.
Διότι, ως γνωστόν, οι λαοί προκόβουν όταν ξεπουλούν την αξιοπρέπειά τους, βαφτίζουν την υποχώρηση «αντικειμενικό ρεαλισμό», την ακινησία «σταθερότητα» και την αποδοχή τετελεσμένων «γόνιμο διάλογο».
Η «Γοητεία» του Αυτοχειριασμού
Αν λοιπόν η Δύση αποφάσισε να αυτοκτονήσει πολιτισμικά —αγκαλιάζοντας την αποβιομηχάνιση, την αποδόμηση των πάντων και τη διαρκή αυτομαστίγωση— ποιους νομίζουμε ότι κοροϊδεύουμε; Η παρακμή δεν είναι μια θεωρητική έννοια που συμβαίνει κάπου μακριά, στις Βρυξέλλες ή στην Ουάσινγκτον.
Είναι η καθημερινή μας απόφαση να θεωρούμε την αυτοσεβασμό πολυτέλεια και την ελευθερία αγγαρεία. Αν δεν θέλουμε να διαπραγματευτούμε την αξιοπρέπειά μας, θα πρέπει δυστυχώς να κάνουμε το πιο κουραστικό πράγμα απ’ όλα: να αντισταθούμε. Αλλά ποιος έχει όρεξη τώρα… σωστά;




Επιστροφή








