Στην Πύλη Τρικάλων, εκεί όπου ο θεσσαλικός κάμπος συναντά τους ορεινούς όγκους της Πίνδου, δεσπόζει η τοξωτή γέφυρα του Πορταϊκού ποταμού (γνωστή και ως «Καμάρα»). Το εμβληματικό αυτό μνημείο βρίσκεται στη στενωπό του φαραγγιού και σε απόσταση μόλις 1,5 χλμ. από την κωμόπολη. Πρόκειται για ένα έργο εξαιρετικής τεχνοτροπίας, φιλοτεχνημένο από λαϊκούς μαστόρους. Σήμερα, η ιστορική του αξία, σε συνδυασμό με την απαράμιλλη ομορφιά του φυσικού τοπίου, καθιστά το πέτρινο γεφύρι κεντρικό τοπόσημο της ευρύτερης περιοχής και δημοφιλή πόλο έλξης για τους επισκέπτες του Νομού Τρικάλων.
Άρθρο του Βασίλη Γ. Πανάγου*
Σύμφωνα με την παράδοση, ως κτήτορας της γέφυρας αναφέρεται ο άγιος Βησσαρίων. Ωστόσο, μια σύντομη αναφορά στον βίο του αγίου κρίνεται επιβεβλημένη, προκειμένου να προσεγγιστεί το ζήτημα του έτους της ανέγερσής της. Με βάση τις αξιόπιστες πρωτογενείς γραπτές πηγές της εποχής εκείνης, ο Βησσαρίων γεννήθηκε το 1490 στο ιστορικό χωριό Μεγάλη Πόρτα (σήμερα Πόρτα Παναγιά).
Σε ηλικία δέκα μόλις ετών ασπάστηκε τον μοναχικό βίο, διατελώντας ως υποτακτικός (καλογεροπαίδι) του Μητροπολίτη Λαρίσης Μάρκου. Το 1517, σε ηλικία 27 ετών, χειροτονήθηκε από τον Μάρκο επίσκοπος Δομενίκου και Ελασσόνας. Εντούτοις, η εκλογή του δεν έγινε αποδεκτή από τον λαό της περιοχής, με το αιτιολογικό ότι η επισκοπή Ελασσόνας ήταν ανέκαθεν αυτόνομη αρχιεπισκοπή. Επομένως, επέστρεψε στα Τρίκαλα, κοντά στον Μητροπολίτη Μάρκο. Το 1521 ανέλαβε καθήκοντα εξάρχου στην επισκοπή Σταγών και το 1527 εξελέγη Μητροπολίτης Λαρίσης, στη θέση του αποβιώσαντος Μάρκου. Η εκλογή του εγκρίθηκε από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Ιερεμία Α΄ (1526-1546) και επικυρώθηκε την 1η Απριλίου 1527 με σουλτανικό μπεράτι.
Το 1528, ο Βησσαρίων επισκέφθηκε το Οικουμενικό Πατριαρχείο στην Κωνσταντινούπολη, προκειμένου να επιλύσει τις διαφορές που είχαν προκύψει με την επισκοπή Δομενίκου και Ελασσόνας. Την επόμενη χρονιά (1529), ταξίδεψε στη Μολδοβλαχία, όπου συναντήθηκε με εύπορους συμπατριώτες του. Εκεί γνωρίστηκε με τον πλούσιο άρχοντα Γκεργκίνα Περκαλάμπου, κτήτορα της Μονής Νουτζέτου, και τη σύζυγό του Νεάγια. Το πέρασμά του από τις παραδουνάβιες ηγεμονίες αποδείχθηκε ιδιαίτερα καθοριστικό για την πραγμάτωση του μετέπειτα πολύπλευρου έργου του. Κέρδισε την εμπιστοσύνη και την αγάπη των τοπικών αρχόντων, οι οποίοι αφιέρωσαν πολλά μετόχια στη Μονή Δουσίκου και χρηματοδότησαν τις μεγάλες κοινωνικές και φιλανθρωπικές του πρωτοβουλίες.
Με την οικονομική ενίσχυση που έλαβε, ξεκίνησε το πολυδάπανο έργο του. Κατάφερε να αποπερατώσει την ανέγερση της Μονής Δουσίκου, της οποίας οι εργασίες ξεκίνησαν το 1527 και ολοκληρώθηκαν το 1534/35. Την ίδια χρονική περίοδο ανεγέρθηκε και το γεφύρι της Πύλης. Ο άγιος Βησσαρίων απεβίωσε στις 13 Σεπτεμβρίου 1540, ημέρα Δευτέρα4. Μετά την κοίμησή του, η Ορθόδοξη Εκκλησία τον κατέταξε άμεσα στο αγιολόγιό της, αναγνωρίζοντας την πολυσχιδή φιλανθρωπική, πνευματική και κοινωνική δράση που ανέπτυξε κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Επίσης, του αποδόθηκε δικαίως ο χαρακτηρισμός «Γεφυροποιός», επειδή συνδέθηκε άρρηκτα με την κατασκευή σπουδαίων συγκοινωνιακών έργων και αρκετών γεφυριών στη Θεσσαλία και την Ήπειρο.
Όπως επιβεβαιώνεται από τις ιστορικές πηγές, ο άγιος Βησσαρίων είναι ο κτήτορας της τοξωτής γέφυρας στη γενέτειρά του, την Πύλη.
Ο σπουδαίος λόγιος και υμνογράφος Παχώμιος Ρουσάνος, ο οποίος επισκέφθηκε τη Μονή Δουσίκου το 1552 (δώδεκα χρόνια μετά την κοίμηση του Αγίου), συνέταξε εγκώμιο και ένα σύντομο συναξάρι με τη βιογραφία του, όπου αναφέρει χαρακτηριστικά: «Καί τῆς μέν πρός Θεόν ἀγάπης δεῖγμα μετά θάνατον τῶ βίω κατέλιπες τήν περίφημον ταύτην Μονήν, ἣν εἰς δόξαν Χριστοῦ ὠκοδόμησας. τῆς δέ πρός τόν πλησίον, τήν θαυμαστήν σου γέφυραν, δι’ ἧς πνιγμονῆς τούς αδελφούς διασώζεις».
Παράλληλα, ο Αναστάσιος Γόρδιος, λόγιος και διδάσκαλος του γένους, αναφέρει το 1682: «Καί εἰς ὃλην την Θεσσαλίαν ὁ Ἃγιος Βησσαρίων καί στράταις πολλαῖς καί γεφύρια ἐστερέωσε μόνον καί ἂλλα τά ἒκτισε καί ἀπό θεμελίων καί δεν ἐλυπᾶτον παντάπασιν ἒξοδα».
Οι περιηγητές του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα δίνουν ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τη γέφυρα της Πύλης, χωρίς ωστόσο να αναφέρουν το έτος κατασκευής της, γεγονός που υποδηλώνει ότι δεν είδαν κάποια κτητορική επιγραφή, την οποία λογικά θα κατέγραφαν αν υπήρχε. Πώς προέκυψε, λοιπόν, η χρονολογία 1514; Την Κυριακή 4 Δεκεμβρίου 1955, ο Ε.Μ.Ο.Τ. (Εκδρομικός Μορφωτικός Όμιλος Τρικάλων), με πρωτοβουλία των μελών του, ανήγειρε κοντά στην τοξωτή γέφυρα της Πύλης ένα όμορφο εικονοστάσι προς τιμήν του αγίου Βησσαρίωνος. Παράλληλα, εντοίχισε στην ανατολική πλευρά της γέφυρας μαρμάρινη πλάκα με την επιγραφή: «Ο ΑΓΙΟΣ ΒΗΣΣΑΡΙΩΝ ΑΝΗΓΕΙΡΕ ΤΟ ΕΤΟΣ 1514». Στο κάτω μέρος της διακρίνονται τα σχεδόν δυσανάγνωστα γράμματα «ΕΜΟΤ».
Η ενέργεια αυτή δημοσιεύτηκε από τον σύλλογο στο περιοδικό «Μετέωρα» και στον τοπικό ημερήσιο τύπο. Προφανώς, η πρωτοβουλία του τρικαλινού συλλόγου είχε καλοπροαίρετο χαρακτήρα, με σκοπό την ενημέρωση των επισκεπτών. Παρ’ όλα αυτά, επρόκειτο για μια παρέμβαση αυθαίρετη, αισθητικά άστοχη και επιστημονικά ατεκμηρίωτη. Το 1514, ο εικοσιτετράχρονος Βησσαρίων κατείχε τη θέση του διακόνου ή του πρεσβυτέρου της Μητροπόλεως Λαρίσης. Συνεπώς, τόσο το εκκλησιαστικό του αξίωμα όσο και η οικονομική του δυνατότητα δεν του επέτρεπαν να αποφασίσει ή να χρηματοδοτήσει τέτοια έργα, τα οποία επιπλέον απαιτούσαν ειδική αδειοδότηση από τις οθωμανικές αρχές. Αυτό κατέστη δυνατό μόνο μετά το 1527, όταν εξελέγη μητροπολίτης. Με την άποψη αυτή συμπορεύεται απόλυτα και η Μονή Δουσίκου, η οποία χρονολογεί την κατασκευή της γέφυρας το έτος 1530.
Η εντοιχισμένη πλάκα του Ε.Μ.Ο.Τ. παραμένει στην ίδια θέση, συνεχίζοντας να παρέχει παραπλανητικές πληροφορίες.
Η επίσημη επαναχρονολόγηση της γέφυρας εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, η οποία οφείλει να επανεξετάσει τις γραπτές πηγές. Η διαδικασία αυτή κρίνεται αναγκαία και κρίσιμη, ιδιαίτερα στη σύγχρονη εποχή της ψηφιοποίησης των μνημείων. Η διόρθωση των σφαλμάτων του παρελθόντος λειτουργεί ως εργαλείο άρσης των αντιφάσεων που προκύπτουν στην ιστορική έρευνα και, το σημαντικότερο, αποδίδει τη δέουσα τιμή στο πρόσωπο του αγίου Βησσαρίωνος. Είναι καιρός, λοιπόν, να αποκατασταθεί η σωστή χρονολόγηση του τοξωτού γεφυριού, ώστε το 2030 να πραγματοποιηθούν λαμπρές εορταστικές εκδηλώσεις με αφορμή τη συμπλήρωση 500 χρόνων από την ανέγερσή του.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
Κώδικας 798, φ. 318, της Εθνικής Βιβλιοθήκης (προερχόμενος από τη Μονή Δουσίκου).
Ν. Βέης, Χρονογραφικά Σημειώματα εκ των Κωδίκων της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδας, ΔΙΕΕ 6, 1902, σ.95. Σ. Λάμπρος, Νέος Ελληνομνήμων, τ. Ζ΄, 1910, σ.174. Δ. Σοφιανός, Ιστορικά σχόλια σε επιγραφές, επιγράμματα, χαράγματα και ενθυμήσεις της Μονής Δουσίκου, Κ.Ε.Μ.Ν.Ε. 1, 1984, σ.14. Δ. Σοφιανός, Χατζη-Γερασίμου ιερομονάχου Δουσικιώτη, ανέκδοτο εγκώμιο (1826), Τρικαλινά, τ.7ος, 1987, σ.17. Αρχιμ. Βησσαρίων Δουσικιώτης, Ο Άγιος Βησσαρίων ο Β΄, αρχιεπίσκοπος Λαρίσης ο θαυματουργός, Αχιλλίου Πόλις, 2019, σσ.81-82.
Επίσημο δημόσιο έγγραφο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (βασιλικό διάταγμα) για την παραχώρηση αξιώματος.
Κώδικας 59 Μονής Δουσίκου του έτους 1858· Μ. Σόφη, Η κτηματική περιουσία της μονής Αγίου Βησσαρίωνος – Δουσίκου στις Ρουμανικές χώρες: τρόποι διαχείρισης και οικονομικής εκμετάλλευσης (α΄ μισό 19ου αι.), Τρικαλινά, τ. 25, 2005, σσ. 317-333.
Ματθαίου Βίκτωρ, Ο Μέγας Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, τ. Θ΄, 1981. Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, τ. Α' 2007. Άγιος Βησσαρίων, Ι. Μ. Δουσίκου, 2014, σ. 33. Δ. Σοφιανός, Ιστορικά σχόλια σε επιγραφές, επιγράμματα και ενθυμήσεις της Μ. Δουσίκου, Μεσαιωνικά και Ελληνικά, τ. Α΄, 1984, σσ. 9-70. Δ. Σοφιανός, Χατζη-Γερασίμου ιερομονάχου Δουσικιώτη, ανέκδοτο εγκώμιο (1826), Τρικαλινά, τ.7ος, σσ. 7-40. Αρχιμ. Βησσαρίων Δουσικιώτης, Ο Άγιος Βησσαρίων ο Β΄, αρχιεπίσκοπος Λαρίσης ο θαυματουργός, Αχιλλίου Πόλις, τ. 2, 2019, σσ. 81-96.
Π. Φιλιππίδης, Ακολουθία, εορτασμός Βησσαρίωνος αρχιεπισκόπου Λαρίσσης, εν Βενετία, 1846, σσ. 25-56. Ι. Μ. Δουσίκου, Ο Άγιος Βησσαρίων, 2014, σ. 55.
Κώδικας 51 Μ. Δουσίκου, φφ. 2-18. κώδικας 91 Μ. Δουσίκου, φφ. 26-34. Δ. Σοφιανός - Φ. Δημητρακόπουλος, Τα χειρόγραφα της Μονής Δουσίκου Αγίου Βησσαρίωνος, 2004, σσ. 95-97. Ι. Μ. Δουσίκου, Άγιος Βησσαρίων, 2014, σ. 87.
Ν. Βέης, Η αρχαίτυπος κτητορική διαθήκη του εν αγίοις πατρός ημών Βησσαρίωνος, μητροπολίτου Λαρίσης, ιδρυτού της Μονής Μεγάλων Πυλών, 1949, σ. 5. Δ. Σοφιανός, ό.π., Τρικαλινά, τ. 7, 1987, σ. 17.
Περιοδικό Μετέωρα, τ. 10-14, 1960, σ. 48. Εφημ. Ελευθέρα Γνώμη, 03.06.1964.
Ι. Μ. Δουσίκου, ό.π., σ. 43.
*Ο Βασίλης Γ. Πανάγος είναι εκπαιδευτικός και συγγραφέας
Άρθρο του Βασίλη Γ. Πανάγου*
Σύμφωνα με την παράδοση, ως κτήτορας της γέφυρας αναφέρεται ο άγιος Βησσαρίων. Ωστόσο, μια σύντομη αναφορά στον βίο του αγίου κρίνεται επιβεβλημένη, προκειμένου να προσεγγιστεί το ζήτημα του έτους της ανέγερσής της. Με βάση τις αξιόπιστες πρωτογενείς γραπτές πηγές της εποχής εκείνης, ο Βησσαρίων γεννήθηκε το 1490 στο ιστορικό χωριό Μεγάλη Πόρτα (σήμερα Πόρτα Παναγιά).
Σε ηλικία δέκα μόλις ετών ασπάστηκε τον μοναχικό βίο, διατελώντας ως υποτακτικός (καλογεροπαίδι) του Μητροπολίτη Λαρίσης Μάρκου. Το 1517, σε ηλικία 27 ετών, χειροτονήθηκε από τον Μάρκο επίσκοπος Δομενίκου και Ελασσόνας. Εντούτοις, η εκλογή του δεν έγινε αποδεκτή από τον λαό της περιοχής, με το αιτιολογικό ότι η επισκοπή Ελασσόνας ήταν ανέκαθεν αυτόνομη αρχιεπισκοπή. Επομένως, επέστρεψε στα Τρίκαλα, κοντά στον Μητροπολίτη Μάρκο. Το 1521 ανέλαβε καθήκοντα εξάρχου στην επισκοπή Σταγών και το 1527 εξελέγη Μητροπολίτης Λαρίσης, στη θέση του αποβιώσαντος Μάρκου. Η εκλογή του εγκρίθηκε από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Ιερεμία Α΄ (1526-1546) και επικυρώθηκε την 1η Απριλίου 1527 με σουλτανικό μπεράτι.
Το 1528, ο Βησσαρίων επισκέφθηκε το Οικουμενικό Πατριαρχείο στην Κωνσταντινούπολη, προκειμένου να επιλύσει τις διαφορές που είχαν προκύψει με την επισκοπή Δομενίκου και Ελασσόνας. Την επόμενη χρονιά (1529), ταξίδεψε στη Μολδοβλαχία, όπου συναντήθηκε με εύπορους συμπατριώτες του. Εκεί γνωρίστηκε με τον πλούσιο άρχοντα Γκεργκίνα Περκαλάμπου, κτήτορα της Μονής Νουτζέτου, και τη σύζυγό του Νεάγια. Το πέρασμά του από τις παραδουνάβιες ηγεμονίες αποδείχθηκε ιδιαίτερα καθοριστικό για την πραγμάτωση του μετέπειτα πολύπλευρου έργου του. Κέρδισε την εμπιστοσύνη και την αγάπη των τοπικών αρχόντων, οι οποίοι αφιέρωσαν πολλά μετόχια στη Μονή Δουσίκου και χρηματοδότησαν τις μεγάλες κοινωνικές και φιλανθρωπικές του πρωτοβουλίες.
Με την οικονομική ενίσχυση που έλαβε, ξεκίνησε το πολυδάπανο έργο του. Κατάφερε να αποπερατώσει την ανέγερση της Μονής Δουσίκου, της οποίας οι εργασίες ξεκίνησαν το 1527 και ολοκληρώθηκαν το 1534/35. Την ίδια χρονική περίοδο ανεγέρθηκε και το γεφύρι της Πύλης. Ο άγιος Βησσαρίων απεβίωσε στις 13 Σεπτεμβρίου 1540, ημέρα Δευτέρα4. Μετά την κοίμησή του, η Ορθόδοξη Εκκλησία τον κατέταξε άμεσα στο αγιολόγιό της, αναγνωρίζοντας την πολυσχιδή φιλανθρωπική, πνευματική και κοινωνική δράση που ανέπτυξε κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Επίσης, του αποδόθηκε δικαίως ο χαρακτηρισμός «Γεφυροποιός», επειδή συνδέθηκε άρρηκτα με την κατασκευή σπουδαίων συγκοινωνιακών έργων και αρκετών γεφυριών στη Θεσσαλία και την Ήπειρο.
Όπως επιβεβαιώνεται από τις ιστορικές πηγές, ο άγιος Βησσαρίων είναι ο κτήτορας της τοξωτής γέφυρας στη γενέτειρά του, την Πύλη.
Ο σπουδαίος λόγιος και υμνογράφος Παχώμιος Ρουσάνος, ο οποίος επισκέφθηκε τη Μονή Δουσίκου το 1552 (δώδεκα χρόνια μετά την κοίμηση του Αγίου), συνέταξε εγκώμιο και ένα σύντομο συναξάρι με τη βιογραφία του, όπου αναφέρει χαρακτηριστικά: «Καί τῆς μέν πρός Θεόν ἀγάπης δεῖγμα μετά θάνατον τῶ βίω κατέλιπες τήν περίφημον ταύτην Μονήν, ἣν εἰς δόξαν Χριστοῦ ὠκοδόμησας. τῆς δέ πρός τόν πλησίον, τήν θαυμαστήν σου γέφυραν, δι’ ἧς πνιγμονῆς τούς αδελφούς διασώζεις».
Παράλληλα, ο Αναστάσιος Γόρδιος, λόγιος και διδάσκαλος του γένους, αναφέρει το 1682: «Καί εἰς ὃλην την Θεσσαλίαν ὁ Ἃγιος Βησσαρίων καί στράταις πολλαῖς καί γεφύρια ἐστερέωσε μόνον καί ἂλλα τά ἒκτισε καί ἀπό θεμελίων καί δεν ἐλυπᾶτον παντάπασιν ἒξοδα».
Οι περιηγητές του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα δίνουν ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τη γέφυρα της Πύλης, χωρίς ωστόσο να αναφέρουν το έτος κατασκευής της, γεγονός που υποδηλώνει ότι δεν είδαν κάποια κτητορική επιγραφή, την οποία λογικά θα κατέγραφαν αν υπήρχε. Πώς προέκυψε, λοιπόν, η χρονολογία 1514; Την Κυριακή 4 Δεκεμβρίου 1955, ο Ε.Μ.Ο.Τ. (Εκδρομικός Μορφωτικός Όμιλος Τρικάλων), με πρωτοβουλία των μελών του, ανήγειρε κοντά στην τοξωτή γέφυρα της Πύλης ένα όμορφο εικονοστάσι προς τιμήν του αγίου Βησσαρίωνος. Παράλληλα, εντοίχισε στην ανατολική πλευρά της γέφυρας μαρμάρινη πλάκα με την επιγραφή: «Ο ΑΓΙΟΣ ΒΗΣΣΑΡΙΩΝ ΑΝΗΓΕΙΡΕ ΤΟ ΕΤΟΣ 1514». Στο κάτω μέρος της διακρίνονται τα σχεδόν δυσανάγνωστα γράμματα «ΕΜΟΤ».
Η ενέργεια αυτή δημοσιεύτηκε από τον σύλλογο στο περιοδικό «Μετέωρα» και στον τοπικό ημερήσιο τύπο. Προφανώς, η πρωτοβουλία του τρικαλινού συλλόγου είχε καλοπροαίρετο χαρακτήρα, με σκοπό την ενημέρωση των επισκεπτών. Παρ’ όλα αυτά, επρόκειτο για μια παρέμβαση αυθαίρετη, αισθητικά άστοχη και επιστημονικά ατεκμηρίωτη. Το 1514, ο εικοσιτετράχρονος Βησσαρίων κατείχε τη θέση του διακόνου ή του πρεσβυτέρου της Μητροπόλεως Λαρίσης. Συνεπώς, τόσο το εκκλησιαστικό του αξίωμα όσο και η οικονομική του δυνατότητα δεν του επέτρεπαν να αποφασίσει ή να χρηματοδοτήσει τέτοια έργα, τα οποία επιπλέον απαιτούσαν ειδική αδειοδότηση από τις οθωμανικές αρχές. Αυτό κατέστη δυνατό μόνο μετά το 1527, όταν εξελέγη μητροπολίτης. Με την άποψη αυτή συμπορεύεται απόλυτα και η Μονή Δουσίκου, η οποία χρονολογεί την κατασκευή της γέφυρας το έτος 1530.
Η εντοιχισμένη πλάκα του Ε.Μ.Ο.Τ. παραμένει στην ίδια θέση, συνεχίζοντας να παρέχει παραπλανητικές πληροφορίες.
Η επίσημη επαναχρονολόγηση της γέφυρας εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, η οποία οφείλει να επανεξετάσει τις γραπτές πηγές. Η διαδικασία αυτή κρίνεται αναγκαία και κρίσιμη, ιδιαίτερα στη σύγχρονη εποχή της ψηφιοποίησης των μνημείων. Η διόρθωση των σφαλμάτων του παρελθόντος λειτουργεί ως εργαλείο άρσης των αντιφάσεων που προκύπτουν στην ιστορική έρευνα και, το σημαντικότερο, αποδίδει τη δέουσα τιμή στο πρόσωπο του αγίου Βησσαρίωνος. Είναι καιρός, λοιπόν, να αποκατασταθεί η σωστή χρονολόγηση του τοξωτού γεφυριού, ώστε το 2030 να πραγματοποιηθούν λαμπρές εορταστικές εκδηλώσεις με αφορμή τη συμπλήρωση 500 χρόνων από την ανέγερσή του.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
Κώδικας 798, φ. 318, της Εθνικής Βιβλιοθήκης (προερχόμενος από τη Μονή Δουσίκου).
Ν. Βέης, Χρονογραφικά Σημειώματα εκ των Κωδίκων της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδας, ΔΙΕΕ 6, 1902, σ.95. Σ. Λάμπρος, Νέος Ελληνομνήμων, τ. Ζ΄, 1910, σ.174. Δ. Σοφιανός, Ιστορικά σχόλια σε επιγραφές, επιγράμματα, χαράγματα και ενθυμήσεις της Μονής Δουσίκου, Κ.Ε.Μ.Ν.Ε. 1, 1984, σ.14. Δ. Σοφιανός, Χατζη-Γερασίμου ιερομονάχου Δουσικιώτη, ανέκδοτο εγκώμιο (1826), Τρικαλινά, τ.7ος, 1987, σ.17. Αρχιμ. Βησσαρίων Δουσικιώτης, Ο Άγιος Βησσαρίων ο Β΄, αρχιεπίσκοπος Λαρίσης ο θαυματουργός, Αχιλλίου Πόλις, 2019, σσ.81-82.
Επίσημο δημόσιο έγγραφο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (βασιλικό διάταγμα) για την παραχώρηση αξιώματος.
Κώδικας 59 Μονής Δουσίκου του έτους 1858· Μ. Σόφη, Η κτηματική περιουσία της μονής Αγίου Βησσαρίωνος – Δουσίκου στις Ρουμανικές χώρες: τρόποι διαχείρισης και οικονομικής εκμετάλλευσης (α΄ μισό 19ου αι.), Τρικαλινά, τ. 25, 2005, σσ. 317-333.
Ματθαίου Βίκτωρ, Ο Μέγας Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, τ. Θ΄, 1981. Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, τ. Α' 2007. Άγιος Βησσαρίων, Ι. Μ. Δουσίκου, 2014, σ. 33. Δ. Σοφιανός, Ιστορικά σχόλια σε επιγραφές, επιγράμματα και ενθυμήσεις της Μ. Δουσίκου, Μεσαιωνικά και Ελληνικά, τ. Α΄, 1984, σσ. 9-70. Δ. Σοφιανός, Χατζη-Γερασίμου ιερομονάχου Δουσικιώτη, ανέκδοτο εγκώμιο (1826), Τρικαλινά, τ.7ος, σσ. 7-40. Αρχιμ. Βησσαρίων Δουσικιώτης, Ο Άγιος Βησσαρίων ο Β΄, αρχιεπίσκοπος Λαρίσης ο θαυματουργός, Αχιλλίου Πόλις, τ. 2, 2019, σσ. 81-96.
Π. Φιλιππίδης, Ακολουθία, εορτασμός Βησσαρίωνος αρχιεπισκόπου Λαρίσσης, εν Βενετία, 1846, σσ. 25-56. Ι. Μ. Δουσίκου, Ο Άγιος Βησσαρίων, 2014, σ. 55.
Κώδικας 51 Μ. Δουσίκου, φφ. 2-18. κώδικας 91 Μ. Δουσίκου, φφ. 26-34. Δ. Σοφιανός - Φ. Δημητρακόπουλος, Τα χειρόγραφα της Μονής Δουσίκου Αγίου Βησσαρίωνος, 2004, σσ. 95-97. Ι. Μ. Δουσίκου, Άγιος Βησσαρίων, 2014, σ. 87.
Ν. Βέης, Η αρχαίτυπος κτητορική διαθήκη του εν αγίοις πατρός ημών Βησσαρίωνος, μητροπολίτου Λαρίσης, ιδρυτού της Μονής Μεγάλων Πυλών, 1949, σ. 5. Δ. Σοφιανός, ό.π., Τρικαλινά, τ. 7, 1987, σ. 17.
Περιοδικό Μετέωρα, τ. 10-14, 1960, σ. 48. Εφημ. Ελευθέρα Γνώμη, 03.06.1964.
Ι. Μ. Δουσίκου, ό.π., σ. 43.
*Ο Βασίλης Γ. Πανάγος είναι εκπαιδευτικός και συγγραφέας




Επιστροφή








