Τι μπορείς άραγε να κάνεις όταν όλα σου φαίνονται για μικρό ή μεγαλύτερο διάστημα κοινότυπα, συνηθισμένα, αδιάφορα, προβλέψιμα, άδικα;
Πώς μπορείς να υλοποιήσεις την επανάστασή σου ανεξάρτητα από το χρονικό ηλικιακά όριο που ο καθένας βρίσκεται; Πώς μπορείς να κάνεις αναπάντεχα την επανάστασή σου; Κάποιοι κρύβουμε βαθειά μέσα μας ανεκπλήρωτες λαχτάρες, πυρπολημένα όνειρα, όμως γινόμαστε ανεπαρκή όντα, όταν άγουμε και φέρουμε σαν κόσμημα το «φαίνεσθαι», απαξιώνοντας τη δύναμη του «είναι».
Δείχνουμε την ψυχοπνευματική μας ανεπάρκεια σε περίπτωση που δεν φορούμε τον ίδιο μας τον εαυτό και δεν είμαστε σε ετοιμότητα για «μάχη». Τότε ενυπάρχει ο κίνδυνος να πεθάνει κάθε μας μπορώ, κάθε μας βούληση, κάθε ιδεολογική ζύμωση και σχεδιασμός, κάθε φτερούγισμα του νου.
Το επαναστατικό ιδεώδες έχει αντέξει δύο αιώνες και μπορεί ακόμη να κινητοποιεί μάζες ανθρώπων, να εμπνέει τους αγώνες των λαών. Ο συγγραφέας Θανάσης Χειμωνάς μεταξύ σοβαρότητας και χιουμοριστικής διάθεσης καταγίνεται με την άποψη: «Δεν έχω κάνει καμία επανάσταση. Για να επαναστατήσεις πρέπει να είσαι σκλαβωμένος και εγώ δεν υπήρξα ποτέ.»
Δίνει μια άλλη πτυχή της έννοιας «επανάσταση» στη σημερινή εποχή, μια εποχή που διέπεται από κάθε είδους δυσκολίες…. Όταν μας παρέχεται πλήθος υλικών αγαθών, με μια εποχή ευμάρειας και καλοπέρασης, και εν δυνάμει συνδυάζεται αυτό με ανιδιοτελή συναισθηματική στήριξη, τότε τι σου λείπει για να επαναστατήσεις;
Όλα για εσένα είναι άρτια και δίχως συμπληγάδες. Μια τέτοια κατάσταση όμως ναι μεν καταγράφεται στην ελληνική πραγματικότητα, όμως είναι δυσεύρετη αν όχι ουτοπική.
Για να αντιδράσεις με καταλυτικό τρόπο σε κάποια φάση της ζωής σου και να ταράξεις τα λιμνάζοντα νερά του καθιερωμένου και πιθανότατα επιβεβλημένου, πρέπει να συντρέχουν και οι ανάλογες συνθήκες που αφορούν πρωτίστως εσένα τον ίδιο και δευτερευόντως το περιβάλλον σου.
«Οι επαναστάτες έγιναν βολεμένοι, οι βολεμένοι γρήγορα καταντούν συντηρητικοί και σιγά σιγά οι συντηρητικοί γίνουνται αντιδραστικοί» (Νίκος Καζαντζάκης). Το παράθεμα ισχύει όχι μόνο για ένοπλες επαναστάσεις, αλλά και για ειρηνικές που υπόσχονται ριζική αλλαγή.
Ο Aλμπέρ Καμί στο βιβλίο του «Ο επαναστατημένος άνθρωπος» αίρει την ιδέα της εξέγερσης με πρόθεση να ασκήσει κριτική στον πολιτικό μύθο της επανάστασης. Τότε που η Σοβιετική Ένωση του Στάλιν συγκέντρωνε τη συμπάθεια μιας σημαντικής μερίδας της δυτικής διανόησης, ο Καμί έθετε ένα μεγάλο ηθικό και πολιτικό πρόβλημα, εκείνο της επαναστατικής βίας και των δεσμών της με τον ολοκληρωτισμό.
Καταγγέλλει τη σκλαβιά και την τρομοκρατία, τον κόσμο του στρατοπέδου συγκέντρωσης που οικοδόμησε η επανάσταση, υποστηρίζει πως πρέπει να αρνηθούμε κάθε είδους ιδεολογική νομιμοποίηση του τρόμου και της βίας, ακόμη κι εκείνη που γίνεται στο όνομα ενός δίκαιου σκοπού.
Πιστεύει στην αναγκαιότητα της εξέγερσης ενάντια σε όλες τις μορφές αδικίας και καταπίεσης όμως προσπαθούσε να καταδείξει την πολυπλοκότητα του κοινωνικού κόσμου, το ότι δεν υπάρχει μια μόνο αλήθεια για την κοινωνία και την πολιτική. Προτιμούσε την ηθική ευθύνη από την ιδεολογική ρητορική και τις επιταγές του πολιτικού «ρεαλισμού» υπερασπιζόμενος μοναχικά την αδιαπραγμάτευτη αξία της ανθρώπινης ζωής και της ελευθερίας.
Οι επαναστάσεις που έγιναν οδήγησαν σε διεκδικήσεις εδαφικές, σε κατακτήσεις προσωπικές, σε αποκαλύψεις της προσωπικότητας, σε απελευθέρωση από σκοταδιστικές καταστάσεις, σε καινοτομίες που δεν μπορούν να κατακτηθούν μέσα από μια συσσωρευτική διαδικασία. Δεν πρέπει να γινόμαστε παθητικοί αποδέκτες της αδικίας γιατί ασφαλώς χάνουμε την ικανότητα να υπερασπιζόμαστε ακόμη κα τους εαυτούς μας.
Η επαναστατική διάθεση ξεκινά από τον εαυτό μας και βρίσκει εφαρμογή σε ό,τι δεν μας ταιριάζει και μας ταράζει, σε εκείνη την όψη του εαυτού μας που δεν μας αρέσει και θέλουμε ν΄ αλλάξουμε. Υπάρχουν κάποιοι χειρότεροι από τους ανίκανους: είναι αυτοί που είναι ικανοί για όλα. «Μέσα στην αναμπουμπούλα της επανάστασης, άνθρωποι που δεν ξέρουν να κρατάνε ένα κουπί, παίρνουν στα χέρια τους το τιμόνι.» (Pierre Claude Boiste)
Σοφία Βαλκανιώτη, Φιλόλογος




Επιστροφή








