Διήγημα της Λυδίας Παπαγόρα, μαθήτριας Β΄Τάξης του
3ο Γυμνασίου Τρικάλων (συμμετοχή στο εργαστήρι δημιουργικής γραφής )
…..Επιτέλους τελείωσα!, φώναξε όλο χαρά η μικρή Ρόζα και τα λόγια της πέταξαν σαν
πουλιά που μόλις ανακάλυψαν σποράκια και έπεσαν πάνω τους. Η νεαρή Ρόζα έτρεξε όλο
χαρά στη μητέρα της κρατώντας κάτι σελίδες με τέτοιο τρόπο που θαρρούσες πως ήταν το
πολυτιμότερο πράγμα στον κόσμο. Η μητέρα της, ανταποκρινόμενη στο κάλεσμα της κόρης της
έτρεξε κοντά της. Η όλη χαρά της Ρόζας οφείλονταν γεγονός ό,τι μόλις τελείωσε τη πρώτη της
νουβέλα.
Εργαστήρι δημιουργικής ανάγνωσης και γραφής του 3ου Γυμνασίου Τρικάλων του
σχολικού έτους 2012-13 (υπεύθυνη Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός,
Δ/ντρια 3ου Γυμνασίου Τρικάλων)
Διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας την ιστορία της κόρης της η κυρία Άγκνες δεν μπορούσε
παρά να χύσει ένα δάκρυ χαράς. Δεν μπορούσε να πιστέψει ό,τι η κόρη της είχε τέτοιο
ταλέντο. Γιατί πραγματικά, η μικρή Ρόζα είχε απίστευτο ταλέντο στο να γράφει. Κατέχει
θαρρείς μία μαγική πένα από την οποία και καθοδηγούταν. Από μικρό κοριτσάκι είχε αυτό το
χάρισμα. Έτσι, η κυρία Άγκνες, μουρμουρίζοντας ξανά και ξανά εξαίσιο το επέστρεψε στη
κόρη της.
Η Ρόζα ήταν ένα κοριτσάκι 10 χρονών. Βέβαια, εάν τη παρατηρoύήσει κανείς θα διαπίστωνε
ό,τι έμοιαζε περισσότερο με ρόδο (εξού και το όνομα), με ολόλευκο δέρμα, καστανά σγουρά
μαλλιά, μεγάλα γαλανά μάτια και πρόσωπο με χαρακτηριστικά που είχαν ζωγραφισμένα ότι
πιο γλυκό και ότι πιο αγνό μπορούσε να χωρέσει η φαντασία ενός ανθρώπου.
Ζούσε σ΄ένα τεράστιο επιβλητικό σπίτι μαζί με τη μητέρα της και πολλούς υπηρέτες έξω από
μία κωμόπολη στα περίχωρα του Παρισιού. Ο πατέρας της είχε πεθάνει πριν από πολλά
χρόνια, αφήνοντας μία τεράστια περιουσία στη γυναίκα του και κατά συνέπεια στη κόρη του,
αφού το κοριτσάκι δεν είχε καθόλου αδέρφια, γεγονός που την καθιστούσε μοναδική
κληρονόμο.
Η κυρία Άγκνες ήταν μία πανέμορφη γυναίκα γύρω στα 30 με μακριά μέχρι τους ώμους
μαύρα μαλλιά και ένα ζεστό χαμόγελο για όλους. Η κυρία Άγκνες λάτρευε την κόρη της και
πάντα της έδινε ότι είχε και δεν είχε.
Με λίγα λόγια, η Ρόζα είχε όσα μπορεί να επιθυμούσε (ίσως και παραπάνω) ένα κοριτσάκι της
ηλικίας της. Κι όμως, η Ρόζα δεν εκμεταλλεύτηκε ποτέ τα προνόμια της θέσης της. Αντιθέτως,
ήταν ένα παιδί γλυκό και ευγενικό, γεμάτο όρεξη για ζωή. Περνούσε το χρόνο της γράφοντας
ιστοριούλες στον κήπο τους, τον παράδεισο της. Και πράγματι, ο κήπος αυτός έμοιαζε
περισσότερο με παράδεισο παρά με μία απλή έκταση γης. Όλα τα λουλούδια από τα πιο
συνηθισμένα μέχρι τα πιο ασυνήθιστα βρισκόταν εκεί μέσα.
Παρόλο που περπατούσε τόσαχρόνια μέσα σ΄αυτόν, η Ρόζα συνεχώς ανακάλυπτε καινούργια πράγματα. Το καλοκαίρι
απολάμβανε μπάνια στη λιμνούλα του κήπου κάτω από τις χρυσαφένιες ακτίνες του ήλιου
που χόρευαν ασταμάτητα σαν μπαλαρίνες πάνω στην γύρη των λουλουδιών.
Ο κήπος ήταν γι΄αυτή ένα καταφύγιο να δραπετεύσει από τη μοναξιά. Γιατί, το κοριτσάκι
αυτό μπορεί να είχε όσα μπορεί να επιθυμήσει η ψυχή ενός ανθρώπου αλλά ήταν και
απίστευτα μόνη. Ζούσε απομονωμένη και προστατευμένη από τον κόσμο και από τα βάσανα
του.
Θαρρείς πως ζούσε σ΄έναν δικό της κόσμο, αδιαπέραστο από κάθε είδους στεναχώρια και οι
μόνοι φίλοι και συντροφιά της ήταν η μητέρα της, οι υπηρέτες και τα αμέτρητα βιβλία της.
Εκείνη η μέρα δεν ήταν μια συνηθισμένη. Ήταν 4 Ιουλίου. Η ημέρα των γενεθλίων της. Η
Ρόζα άφηνε πίσω τη παιδική ηλικία της και έμπαινε στα 11. Για την ίδια, δεν είχε ιδιαίτερη
σημασία. Περίμενε τα ξαδέρφια της που ήρθαν να την επισκεφτούν από τη Λυόν.
Καθισμένη σ΄ένα βράχο έγραφε μία άλλη ιστοριούλα βυθισμένη στις σκέψεις τις.
Αναπήδισε όταν άκουσε το όνομα της από μακριά. Δεν ήταν άλλη από τη φωνή της μητέρας
της . Προκειμένου να ανταποκριθεί στο κάλεσμα, η Ρόζα άρχισε να τρέχει. Λίγα λεπτά
αργότερα, η Ρόζα διάβαινε την πόρτα της έπαυλης.
Στο χωλ, την περίμεναν τα ξαδέρφια της και οι γονείς τους. Η Αμελί, μία όμορφη 14χρονη
κοπέλα με όμορφα εκφραστικά μάτια και ο Ντανιέλ ένας 18χρονος φοιτητής ιατρικής, μόλις
την είδαν, έτρεξαν και κόλλησαν πάνω της όπως οι μέλισσες το μέλι και άρχισαν να την
αγκαλιάζουν και να την φιλάνε. Οι γονείς, ο κύριος Εντουάρ και η κυρία Σελίν, περίμεναν να
τελειώσουν τα παιδιά τους για να χαιρετήσουν και να ευχηθούν και οι ίδιοι στη Ρόζα…..
Πέρασαν ένα ευχάριστο απόγευμα. Οι δύο οικογένειες, έκαναν περιπάτους στον κήπο,
κολύμπησαν στα κρυστάλλινα νερά της λίμνης, τα οποία έμοιαζαν να τους χαμογελάνε και
τέλος δείπνησαν στην τεράστια βεράντα του σπιτιού. Όλοι τους το διασκέδασαν με την ψυχή
τους.
Δυστυχώς όμως όλα τα όμορφα πράγματα έχουν και ένα τέλος. Έτσι, αργά το απόγευμα, η
οικογένεια έπρεπε να φύγει. Η Ρόζα τους αποχαιρέτησε δακρυσμένη και στράφηκε στον κήπο,
το καταφύγιο της για παρηγοριά.
Ήταν ένα ζεστό βραδάκι του Ιουλίου. Ο αέρας, μυρωμένος από το άρωμα των λουλουδιών,
χάιδευε το μάγουλο της Ρόζας. Ήταν ένα πραγματικά όμορφο βράδυ. Έτσι, μέσα στα
λουλούδια, σιγά ,σιγά ο ύπνος πήρε στην αγκαλιά του τη Ρόζα και όνειρα γεμάτα ωραίες
εικόνες και χρώματα την τύλιξαν στα γλυκά πέπλα τους……..
…..Δεν ήταν βέβαιη πόσος χρόνος είχε περάσει, μα ξαφνικά ξύπνησε από ένα σπαρακτικό
ουρλιαχτό. Ξύπνησε τρομοκρατημένη και άρχισε να κοιτάζει γύρω της. Τα μάτια της
χρειάστηκαν λίγο χρόνο για να συνηθίσουν στο σκοτάδι, μα όταν συνήθισαν, η μικρή Ρόζα,
ήρθε αντιμέτωπη με το χειρότερο θέαμα που τα μάτια ενός παιδιού μπορούσαν να αντικρίσουν.
Είδε τη μητέρα της να κείτεται μέσα σ΄ένα στρώμα λουλουδιών νεκρή. Δεν μπορούσε να
πιστέψει ότι αυτό που έβλεπε ήταν πραγματικότητα. Έμεινε να κοιτάζει το νεκρό σώμα της
μητέρας της για λίγα λεπτά. Αμέσως μετά, όλα σκοτείνιασαν…..
……Δεν ήξερε που βρισκόταν και πόσος χρόνος είχε περάσει. Προσπαθούσε να πείσει τον
εαυτό της ότι αυτό που έζησε πριν από λίγο δεν ήταν αληθινό, ότι ήταν απλώς ένα παιχνίδι
του κουρασμένου της μυαλού. Ανοίγοντας διστακτικά τα μάτια της, συνειδητοποίησε ότι
βρισκόταν στο δωμάτιο της, ξαπλωμένη στο μαλακό κρεβάτι της και ένας άντρας βημάτιζε
νευρικά στο δωμάτιο περιμένοντας την να ξυπνήσει. Ήταν ο κύριος Ρεμί, ο κηπουρός και ο πιο
πιστός τους υπηρέτης. Μόλις την είδε να ξυπνάει, έτρεξε κοντά της και την κοίταξε
συμπονετικά. Η Ρόζα είπε στον κύριο Ρεμί όσα είχε δει ή τουλάχιστον νόμιζε πως είχε δει και
ζήτησε από τον έμπιστο κηπουρό να την διαβεβαιώσει πως όλα αυτά δεν είχαν συμβεί στα
αλήθεια, πως η μητέρα της ζούσε και σε λίγο θα ερχόταν να την σφίξει στην αγκαλιά της και
να της πει πως όλα αυτά δεν ήταν παρά ένας εφιάλτης. Κοιτώντας την μ΄ένα βλέμμα γεμάτο
θλίψη, ο κηπουρός είπε στο δύστυχο κοριτσάκι πως όλα αυτά ήταν αλήθεια, πως η μητέρα της
βρέθηκε δολοφονημένη στον κήπο και πως ο δολοφόνος δεν βρέθηκε. Η Ρόζα βουβάθηκε. Δεν
μπορούσε να πιστέψει πως η μητέρα της, η αγαπημένη κυρία Άγκνες δεν ζούσε πια. Μην
μπορώντας να κλάψει απ΄το σοκ τράβηξε τα σκεπάσματα μέχρι επάνω και βούτηξε στον δικό
της κόσμο, έναν κόσμο γεμάτο αναμνήσεις της μητέρας της. Την θυμόταν την γλυκιά και
πανέμορφη κυρία Άγκνες να της διηγείται ιστορίες από τη Γαλλική επανάσταση, με τα μεγάλα
και όμοια με ζαφείρια γαλάζια μάτια της να λάμπουν από έξαψη, να την σφίγγει στην
αγκαλιά της όταν έβλεπε άσχημα όνειρα και προσπαθούσε να την καθησυχάσει με κάθε
τρόπο….
Τέλος, ήρθε μία εικόνα που προσπαθούσε να λησμονήσει. Την μητέρα της να στέκεται άψυχη
και νεκρή μπρος τα μάτια της μ΄ένα τόσο όμως γαλήνιο βλέμμα…….
Μετά τη νύχτα αυτή, η Ρόζα άργησε πολύ να γυρίσει πίσω στον πραγματικό κόσμο. Θαρρείς
πως την τύλιξε ένα αόρατο χέρι το οποίο ήθελε να την προστατέψει από την πραγματικότητα
και την μετέφερε σ΄έναν κόσμο όπου κανείς και τίποτα δεν μπορούσε να την βλάψει.
…..Και τα χρόνια πέρασαν και πολλά πράγματα άλλαξαν. Η Ρόζα δεν είναι πια η ίδια.
Τώρα πια είναι 18 χρονών και ζει μία απομονωμένη και μίζερη ζωή. Έχοντας πεθάνει η
μητέρα της, η Ρόζα, είναι τώρα πια κάτοχος της τεράστιας περιουσίας των γονιών της. Η
δολοφονία της μητέρας της την επηρέασε ολοκληρωτικά. Τη θέση απ΄το πανέμορφο κοριτσάκι
με το πάντα χαμογελαστό πρόσωπο, πήρε ένα χλωμό, αποσκελετωμένο πρόσωπο. Τα
τριανταφυλλένια χαρακτηριστικά του προσώπου της, τα τόσο τρυφερά και αγνά
χαρακτηριστικά, όμοια μ΄αυτά ενός τριαντάφυλλου, έχουν πια μαραθεί. Όμοια μ΄ένα
μαραμένο τριαντάφυλλο, η Ρόζα παραιτήθηκε από τη ζωή. Κλείστηκε στο δωμάτιο της
τεράστιας έπαυλης της και έτρωγε και έπινε ελάχιστα. Οι υπηρέτες την λυπούταν με την
ψυχή τους και συνεχώς προσπαθούσαν να της φτιάξουν τη διάθεση. Ο κήπος, το καταφύγιο
της δεν υπάρχει πια. Τα όμορφα λουλούδια μαράθηκαν, με αποτέλεσμα που αντίκριζε κανείς,
να ήταν θλιβερό. Η Ρόζα σταμάτησε να τον περιποιείται. Στην θέα του κήπου,
αντικατοπτριζόταν η ανάμνηση του άψυχου σώματος της μητέρας της. Από εκείνη την ημέρα,
η Ρόζα απαγόρεψε στους υπηρέτες να τον περιποιούνται, με αποτέλεσμα ο κήπος να μην
αποτελεί παρά μία αντανάκλαση του εσωτερικού κόσμου της Ρόζας. Από τότε, η Ρόζα δεν
χαμογέλασε ούτε μία φορά. Τα φωτινά και γεμάτα εικόνες και χρώματα έδωσαν τη θέση τους
σε εφιάλτες που την στοίχειωναν κάθε βράδυ τον ύπνο της. Θαρρείς πως είχε ανοίξει μία
τρύπα μέσα της που με τίποτα δεν μπορούσε να κλείσει.
Έτσι, η ζωή συνεχίζονταν στην έπαυλη και η Ρόζα συνέχιζε την μονότονη ζωή της.
Ένα βράδυ, μην μπορώντας να κοιμηθεί, κυνηγημένη από τους εφιάλτες της, η Ρόζα
τριγυρνούσε άσκοπα από δωμάτιο, σε δωμάτιο. Όταν βρέθηκε μπροστά από την πόρτα του
δωματίου της μητέρας της, δίστασε. Δεν ήταν σίγουρη εάν ήθελε να το επισκεφτεί ή όχι. Τελικά
αποφάσισε να μπει. Ποιος ο λόγος να το αποφεύγει τόσο καιρό; Μ΄ένα σιγανό τρίξιμο, η πόρτα
άνοιξε. Βλέποντας το δωμάτιο, χίλιες δυο αναμνήσεις ήρθαν στην επιφάνεια. Μην μπορώντας
να το αντέξει όλο αυτό, η Ρόζα άρχισε να κλαίει. Μετά από πολύ ώρα, όταν η Ρόζα συνήλθε
κάπως, άρχισε να ψάχνει στην βιβλιοθήκη της μητέρας της μήπως και εύρισκε κάποιο βιβλίο.
Εκεί όπου έψαχνε έπεσε ένα χαρτάκι από ένα βιβλίο. Η Ρόζα το πήρε στα χέρια της και
άρχισε να το διαβάζει. Το χαρτάκι, ήταν ένα σημείωμα προς τη μητέρα της το οποίο έλεγε:
Αργείς να πάρεις την απόφαση σου.
Οι οδηγίες μου ήταν σαφείς.
Εάν δεν πάρεις την απόφαση σου σύντομα,
τότε πολύ φοβάμαι ότι αυτή που θα την πληρώσει,
θα είναι η μονάκριβη κορούλα σου!
Σε παρακαλώ, περιμένω μία απάντηση σύντομα!
Η Ρόζα έμεινε να κοιτάζει το γράμμα αποσβολωμένη για πολλή ώρα. Ώστε κάποιος εκβίαζε
την μητέρα της. Κάποιος που ήθελε κάτι από αυτήν. Και αυτός που έγραψε το γράμμα δεν
είναι άλλος από τον δολοφόνο. Για πρώτη φορά, ύστερα από πολλά χρόνια η Ρόζα ένιωσε
ξανά ζωντανή. Έπρεπε οπωσδήποτε να βρει αυτό τον άνθρωπο και να τον παραδώσει στις
αρχές. Επί πολλή ώρα το μυαλό της Ρόζας δούλευε πυρετωδώς όταν εξαντλημένη από τις
σκέψεις και την μεγάλη αυτή ανακάλυψη αποκοιμήθηκε και για πρώτη φορά, ύστερα από
πολλά χρόνια, είχε έναν ύπνο ήσυχο…..
Το πρωί ξύπνησε από νωρίς και το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να φωνάξει τον γέρο πια
και ακόμα έμπιστο κηπουρό για να του διηγηθεί όσα ανακάλυψε την προηγούμενη νύχτα.
Όταν τελείωσε την εξιστόρηση των γεγονότων, ο κηπουρός την κοίταξε με ένα μνησίκακο
βλέμμα που την άφησε άφωνη και χαμογέλασε σαρδόνια. Ύστερα είπε:< Δεν χρειάζεται να
ψάξετε καθόλου δεσποινίς Ρόζα. Εγώ είμαι αυτός που έγραψε το γράμμα στην μητέρα σας και
κατά συνέπεια ο δολοφόνος που ψάχνετε να βρείτε>.
Η Ρόζα έμεινε άναυδη. Όχι δεν μπορεί να ήταν αλήθεια. Ο κύριος Ρεμί. Ο άνθρωπος τον
οποίον εμπιστευόταν τυφλά. Ο άνθρωπος ο οποίος την είχε στηρίξει τόσες και τόσες φορές στο
παρελθόν δεν μπορεί, δεν υπήρχε περίπτωση να ήταν δολοφόνος. Το μόνο που μπορούσε να
κάνει είναι να συνεχίζει να νε τον κοιτάζει. Εκείνος, εκμεταλλευόμενος την σιωπή της άρχισε
να μιλάει: <Γεννήθηκα σε μία φτωχογειτονιά του Παρισιού. Οι γονείς μου με εγκατέλειψαν.
Μεγάλωσα με μία πολυμελής οικογένεια. Ήταν όλοι τους πολύ καλοί μαζί μου. Αλλά αυτό
ποτέ δεν με συγκίνησε. Πάντα με έλκυαν τα πλούτη. Πάντα προσδοκούσα μία ζωή που ποτέ
δεν μπορούσα να έχω. Όταν μεγάλωσα εργαζόμουν ως κηπουρός σε σπίτια των πλουσίων.
Κάποια στιγμή έπιασα δουλειά και στο δικό σας σπίτι. Από όλα τα σπίτια των πλουσίων το
δικό σας ήταν το ωραιότερο. Πρώτη φορά, ήθελα τόσο πολύ να αποκτήσω κάτι.
Ήθελε νααποκτήσω την περιουσία σας και έκανα τα αδύνατα δυνατά γι΄αυτό. Πρώτα απ΄όλα σκότωσα
τον πατέρα σας την ώρα που έπαιρνε έναν υπνάκο στον κήπο. Ήταν υπερβολικά εύκολο. Το
μόνο που χρειαζόταν ήταν να ρίξω ένα δηλητηριώδες βότανο στα χείλη του. Η διάγνωση του
γιατρού ήταν ότι πέθανε από ανακοπή καρδιάς. Ύστερα από αυτό το γεγονός είχα σκοπό να
ζητήσω την μητέρα σου σε γάμο παρά τις διαφορετικές κοινωνικές τάξεις μας. Αλλά υπήρχε
ένα πρόβλημα: εσύ. Μόλις έμαθα ότι η μητέρα σου περίμενε παιδί, τα σχέδια μου ναυάγησαν.
Ήταν πραγματικά ένα άσχημο παιχνίδι της τύχης. Βέβαια, λίγο καιρό αργότερα
συνειδητοποίησα ότι η μητέρα σου ποτέ δεν θα δεχόταν να με παντρευτεί. Έτσι, μία μόνο λύση
υπήρχε. Να αναγκάσω την μητέρα σου να με παντρευτεί εκβιάζοντας την ότι θα σου έκανα
κακό σε περίπτωση που αρνιόταν. Εάν κατάφερνα να την παντρευτώ, τότε θα σκότωνα εσένα
και την μητέρα σου και θα γινόμουν επιτέλους κάτοχος της τεράστιας αυτής περιούσιας. Στο
μεταξύ, είχα αποφασίσει να σε πλησιάσω για να κερδίσω την εμπιστοσύνη σου, πράγμα που
κατάφερα. Εκείνο το βράδυ, ο στόχος μου δεν ήταν η μητέρα σου αλλά εσύ. Η μητέρα σου που
είχε αρχίσει να με υποψιάζεται έτρεξε στον κήπο γιατί φοβόταν για σένα. Έτσι, για καλή σου
τύχη η μητέρα σου μπήκε στη μέση με αποτέλεσμα να χάσει εκείνη τη ζωή της και όχι εσύ.
Ποτέ δεν κατάφερα να αποκτήσω αυτά που ήθελα και ούτε τώρα μπορώ……
Αυτά είπε και ο κύριος Ρεμί ξεψύχησε. Η Ρόζα, διατηρώντας την ψυχραιμία της κάλεσε τον
γιατρό ο οποίος της είπε ότι ο κύριος Ρεμί πέθανε από καρδιά. Εκείνο το βράδυ, η Ρόζα είχε να
σκεφτεί πολλά πράγματα. Πρώτα απ΄όλα συνειδητοποίησε πόσο λάθος ήταν η στάση της όλα
αυτά τα χρόνια. Η μητέρα της εάν την έβλεπε, σίγουρα θα απογοητευόταν. Η ζωή συνεχίζεται.
Όσο θλιβερά και αν είναι κάποια γεγονότα δεν πρέπει νε γίνονται αφορμή για να καταστραφεί
η ζωή σου. Επίσης όμως συνειδητοποίησε και κάποια βασική αλήθεια. Ότι ο θεός είναι αυτός
που χαρίζει την ζωή και αυτός είναι ο μόνος που έχει το δικαίωμα να την πάρει πίσω. Αυτός
είναι ο βασικός νόμος της φύσης. Ο κύριος Ρεμί υπερέβη αυτόν τον νόμο όχι μία αλλά πολλές
φορές και πλήρωσε με την ζωή του. Το άλλο πρωί, η Ρόζα ξύπνησε άλλος άνθρωπος. Είχε
πάρει την απόφαση να χτίσει από την αρχή την ζωή της και να κλείσει όλες τις πίκρες μέσα
σ΄ένα σεντούκι και να το σφραγίσει 7 φορές. ….
Έναν χρόνο αργότερα τίποτε δεν ήταν πια ίδιο. Ο κήπος ξαναέγινε παράδεισος και το
καταφύγιο της Ρόζας. Η ίδια ξανάνιωσε και ξαναβρήκε την ομορφιά, την χάρη και το
τριανταφυλλένιο πρόσωπο της ξανάνθισε όπως τα άνθη του κήπου. ….
……Και τα χρόνια πέρασαν με την ίδια ταχύτητα που πέφτουν τα φυλλώματα των δέντρων το
φθινόπωρο. Τώρα πια η Ρόζα είναι 45 χρονών και ζει στην έπαυλη της με τον άντρα της και τις δύο
μικρές κόρες της την μικρή Ρόζμαρι και την κατά ένα χρόνο μεγαλύτερη της την Άγκνες.
Και οι δύομοιάζουν εκπληκτικά στην μητέρα τους τόσο στην εμφάνιση όσο και στον χαρακτήρα, η οποία
εξακολουθεί να μοιάζει περισσότερο με άνθος παρά με άνθρωπο. Το πρόσωπο της συνεχίζει να διατηρεί
τα όμορφα και αγνά χαρακτηριστικά του. Η ζωή της συνεχίζει να κυλάει υπέροχα. Τα χρόνια πικρίας
και στεναχώριας εξακολουθούν να είναι κλειδωμένα στο σεντούκι και η ζωή της συνεχίζει να κυλάει
τόσο όμορφα όσο και τα λουλούδια του αγαπημένου της κήπου.




Επιστροφή








