Αγαπητέ φίλε και συμμαθητή Θανάση, για πρώτη φορά σ΄ άκουγα από την άλλη μεριά της γραμμής του τηλεφώνου, πικρό, στυφό: «η δασκάλα μας έσβησε, δεν υπάρχει πια».
Tο θλιβερό μαντάτο, έφερε στο μυαλό μου ένα σωρό εικόνες.
Απόρησα: δηλαδή, ρε φίλε, σαν να σήκωσε το χέρι της και έσβησε την κιμωλία από τον μαυροπίνακα;
Με μιας έγινε κινηματογραφική αίθουσα ο νους όπου προβάλλονταν το παρελθόν. Ήθελε, στο τετράδιο με το χοντρό εξώφυλλο που τώρα οι μαθητές το λένε «Σκέφτομαι και γράφω» να γράφουμε στην ετικέτα του: «Έκθεση Ιδεών» του μαθητή (τάδε) της Ε΄ τάξης του 6ου Δημοτικού Σχολείου Τρικάλων.
Από τότε, είναι καρφωμένη μέσα μου η αγωνία που έφερνε μέχρι τα χείλη το ψέμα: «…ξέχασα το τετράδιο της εκθέσεως στο σπίτι, κυρία», ήταν η πρώτη δικαιολογία που επιστρατεύαμε για να αποκρύψουμε την αλήθεια.
Εσύ, δεν μπορώ να πω. Τα πήγαινες καλύτερα. Είχες καλή επαφή με τα γράμματα, εγώ καθόλου. Μετά που να έβρισκα χρόνο για την Έκθεση. Το απογεματινό της προηγούμενης μέρας το είχα «ξοδέψει» παίζοντας μπάλα ή περιμένοντας να πέσουν οι καρδερίνες (τουρκοπούλες τις λέγαμε) στις στημένες ξόβεργες. Αυτός ήταν ο λόγος που την επόμενη μέρα εξέθετα στη δασκάλα την προσωπική μου «μυθολογία». Ψέμα και μέγας ο Θεός…
Εκείνη, πάντα αυστηρή, με τους αμελής μαθητές, σαν και ΄μένα. Μας διόρθωνε: «είναι Έκθεση Ιδεών αγόρι μου και όχι σκέτο, Έκθεση», έλεγε με εκείνο το ύφος. Έδειχνε αρχοντογυναίκα. Μαλί, πάντα στην τρίχα και κοκκινάδι στα χείλι της.
Και τώρα που το θυμήθηκα, θα πρέπει να σου το πω, γιατί δεν σου το ομολόγησα ποτέ, ρε φίλε, αλλά να, η έκθεση ιδεών με γοήτευε περισσότερο από κάθε άλλο μάθημα. Ξέρεις τι πάει να πει να εκθέτεις ιδέες!!! Εγώ, δεν είχα καμία.
Πεντακάθαρο το τετράδιό μου, ενώ το δικό σου ένα σωρό όμορφα γράμματα και προτάσεις που έφερναν στην ατμόσφαιρα ζωγραφιές. Διάβαζε την έκθεσή σου στην τάξη για να μάθουμε και εμείς που ασχολούμασταν με τις καρδερίνες πως είναι οι ιδέες. Είναι αλήθεια ότι εσύ είχες κάμποσες, από τότε.
Αργότερα, ως ακαδημαϊκός πολίτης, που ήθελε να αλλάξει τα πράγματα, «κατέβασες» περισσότερες. Λίγο μετά τις μοιράστηκες και μαζί μας. Φίλους, συμμαθητές και συγγενείς, μας έκανες και ομοϊδεάτες σου. Ήθελες να μιλάμε για το «τι πόλη θέλουμε» όταν η κοινωνία για άλλα τύρβαζε.
Ήθελες ποδηλατοδρόμους την ώρα που η κοινωνία ήθελε «Ντάτσουν». Τι να σου πω, τώρα …
Τέλος πάντων, περασμένα μεν αλλά όχι και ξεχασμένα. Τώρα, που το ξανασκέφτομαι, νομίζω ότι είχε πολύ δίκιο που επέμενε στην καταγραφή της λέξης «Ιδεών» γιατί σαν δασκάλα ήθελε να δει «τι κατεβάζει η κούτρα μας», να διαβάσει στο γραφτό μας την «ιδεολογική πρωτοτυπία». Να αξιολογήσει δηλαδή την πνευματική εργασία. Τον πνευματικό μόχθο. Τα μικρά μεν, αλλά δικά μας πονήματα.
Μόλις κλίσαμε το τηλέφωνο πήγα στο κουτί με τις κιτρινισμένες φωτογραφίες. Εικόνες, φύρδην – μίγδην… Βλέπεις, η ταξινόμηση των στιγμών της ζωής μας, συνήθως, γίνεται μετά το γάμο μας. Μέχρι τότε, πρέπει να το μολογήσουμε, ήμαστε λίγο σκορποχώρι.
Να και μία, μ΄ εκείνη να στέκει όρθια ανάμεσα στους μαθητές. Δείχνει να καμαρώνει τις γυμναστικές επιδείξεις, που κάναμε στο τέλος της χρονιάς. Θα ήταν το ‘65 ή το ΄66, δεν θυμάμαι καλά την χρονιά. Τώρα που ξανακοιτάω τη φωτογραφία έχω την εντύπωση ότι έχει συγκρατημένη (θα έλεγα σφιγμένη) χαρά.
Ο μορφασμός του προσώπου της είναι τέτοιος που δείχνει να παίρνει μεν χαρά από την επιτυχία του ακροβατικού μας αλλά συγχρόνως να αγωνιά για το τέλος της ακροβασίας. Μη και πέσουμε. Δηλαδή περισσότερο σαν μάνα και όχι σαν δασκάλα.
Γιατί, μη ξεχνάς ότι, στην τάξη μας ήταν και ο γιός της, ο Χαράλαμπος. Μπάμπη, τον φωνάζαμε. Σε μικρότερη τάξη, ήταν και η αδελφή του, η Ευθυμία. Έφη, τη φωνάζαμε.
Θυμάσαι που μας τσίγκλαγε να στήσουμε ποδοσφαιρικό αγώνα στον δρόμο, έξω από το δίπατο σπίτι της, στην Ιάσωνος, μη και παρακινηθεί εκείνος ο σπασίκλας ο γιός της και ξεκόψει για λίγο από τα βιβλία που είχε πέσει με τα μούτρα.
Εκείνος πάλι, βρε φίλε, τι ήταν και αυτό; Μα γνώριζε και έλυνε ασκήσεις Άλγεβρας του Γυμνασίου από την Ε΄ Δημοτικού!!! Ενώ εγώ που ήμουν «απασχολημένος» στα γύρω ποτάμια (ως Γυροποταμιάς) τον πολλαπλασιασμό (προπαίδεια την λέγαμε) την πήγαινα σαν τον Ζήκο. Έφτασα στην Ε’ Δημοτικού και ήμουν ακόμα στο πέντε – πέντε, εικοσιπέντε.
Εκείνη καμάρωνε για τις επιδόσεις του Μπάμπη και αργότερα, ακόμα περισσότερο, όταν το «φυτό» πέρασε πρώτος στην Ναυπηγών του Μετσόβιου Πολυτεχνείου, ενώ εγώ το γνώρισα στις επετείους της 17ης Νοέμβρη. Τα παιδιά της, έκαναν εγγόνια και τα εγγόνια δισέγγονα. Κύλησε, ο καιρός.
Τι νομίζεις ότι είναι το παρελθόν, βρε φίλε; Ένα παρόν της συγκεκριμένης εποχής που περιέχει και την προσωπική ιστοριούλα μας. Τον δικό μας μύθο. Τίποτα περισσότερο αλλά και τίποτα λιγότερο.
Ένα κομμάτι της ζωής μας που δεν θα βρούμε ποτέ μπροστά μας.
Πάντα, θα μας ακολουθεί.
Το ζήσαμε. Έφυγε, ανεπιστρεπτί.
Κυρ΄ Αντιγόνη, η παρούσα επιστολή ίσως να είναι το μόνο γραφτό μου, που δεν θα έχει τα κοκκινάδια σου.
Καλό παράδεισο.
(Στην δασκάλα μας, Αντιγόνη Ζιώγα, που εγκατέλειψε τον μάταιο τούτο κόσμο, τον οποίο ήθελε να αλλάξει ο συμμαθητής και γείτονας, Θανάσης).
Η φωτογραφία είναι από την χωμάτινη αυλή του νοικιασμένου πέτρινου κτηρίου, νομίζω ιδιοκτησίας «Κατσαρού», που στεγάζονταν το 6ο Δημοτικό Σχολείο Τρικάλων στην συμβολή των οδών Ασκληπιού και Ελευθερίας (Πύλης), απέναντι από το τότε Μπακάλικο των Αφων Παπαμάνου και τον Φούρνο του Κώστα Πισκερά, κοντά στο σιδηροδρομικό σταθμό. Πάντα στο νοίκι, ποτέ σε δικό του οίκημα.
Νίκος Παδιώτης




Επιστροφή








