Tρίκαλα καλοκαίρι του 1961...

Δείτε και άλλα θέματα στην ενότητα:
Tρίκαλα καλοκαίρι του 1961...

Η μνήμη και οι λέξεις χρησιμεύουν στο άρθρο μου αυτό, για να περιγράψουν και να ζωντανέψουν όσα κατά την αντίληψή μου είχαν υποπέσει της προσοχής μου σχετικά με την πόλη και τη ζωή των Τρικάλων πριν τριάντα* ολόκληρα χρόνια...

Όπως είδα τα Τρίκαλα πριν 30 *(σήμερα 60) χρόνια

Της ΡΕΝΑΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΥ
Δημοσιεύτηκε στο Τρικαλινό  περιοδικό "ΜΕΤΕΩΡΑ" το 1961 (ΕΜΟΤ)

Βαθιά χαραγμένα στη μνήμη μου ζουν ακόμα τα παλιά Τρίκαλα. Διότι για μένα είχαν κάτι το πρωτόγνωρο και το ξέχωρο.




Είναι αυτές οι πρώτες εντυπώσεις που απεικονίζουμε σε καθετί το καινούργιο, που χωρίς να το επιδιώκουμε χαρακώνουν πολλές φορές τη μνήμη μας και καταγράφουν μέσα μας μ' ανεξίτηλα χρώματα διάφορες καταστάσεις και πράγματα.



Ήταν σούρουπο το καλοκαίρι του '61 όταν το τοπικό τρένο μ' αργό ρυθμό αγκομαχώντας σταματούσε στο σταθμό των Τρικάλων. Η παλιά αμαξοστοιχία Καλαμπάκας-Παλιό Φάρσαλα παρ' όλα τα χάλια που είχε έδινε μια γραφικότητα στο τότε θεσσαλικό τοπίο.

Ήταν απόγευμα όταν επιβιβαστήκαμε στην τοπική αμαξοστοιχία και η φοβερή ζέστη σαν πύρινες γλώσσες μάς τύλιγε όλο και πιο πολύ για να μας παραλύσει, να μας εξουθενώσει.
Κι όμως μας εντυπωσίασε όλη αυτή η διαδρομή καθώς διασχίζαμε αυτόν τον φλογισμένο Θεσσαλικό κάμπο με τις πλούσιες κιτρινοκόκκινες ανταύγειες του πυρόξανθου ήλιου που φλόγιζαν τη δύση και ιριδίζαν στον απέραντο κάμπο.

Ήταν μια άγρια ομορφιά, μια μαγεία πραγματική που μόνον ένας πίνακας του Μούγιερ μπορούσε να απαθανατίσει. Αυτό το πυρωμένο σύμπλεγμα τ' ουρανού και της γης που έδινε την εντύπωση πως ήταν σφιχτά αγκαλιασμένο κι ενωμένο στα βάθη του ορίζοντα, ζωγράφιζε με χρυσορόδινες πινελιές μια υπερκόσμια απέραντη γαλήνια δύναμη, που πήγαζε από την ανεξάντλητη υπομονή ενός καινούργιου Προμηθέα.

Αυτή η δύναμη και η υπομονή που ήταν δεμένες με την ήσυχη ζωή των χωρικών, ήταν αποφασισμένες να στηρίξουν και σε μένα έναν καινούργιο τρόπο ζωής  της ζωής κοντά σ' αυτό το Θαύμα που μόνο η φύση μάς προσφέρει, απλόχερα.

Οι σκέψεις - καθώς η αμαξοστοιχία εκινείτο μ' αργό ρυθμό - διαποτισμένες απ' αυτή τη βεβαίωση πως η ομορφιά της ζωής βρίσκεται κοντά στη φύση, που είναι η θεία πνοή, πηγαινοέρχονταν με ιλιγγιώδη ταχύτητα για να με προετοιμάσουν ευχάριστα στην καινούργια μου διαμονή.


Είχα φύγει από την Αθήνα με σφιχτή καρδιά, με την ψυχή μου μαζεμένη σαν ένα κουβάρι όχι τόσο γιατί θα εγκατέλειπα την πρωτεύουσα που τότε ακόμα ήταν ωραία, ανθρώπινη και πολύ δελεαστική, αλλά γιατί θα ζούσα μακριά από τα πιο αγαπημένα μου πρόσωπα: τη μητέρα μου και τις αδελφές μου. Ωστόσο έπιασα τον εαυτό μου να συγκινείται από την ομορφιά του κάμπου.

Αυτή η ανεπανάληπτη πεδιάδα με τις ατέλειωτες αποχρώσεις του κίτρινου, του καφέ και του πράσινου μιλούσε έντονα στις αισθήσεις μου. Αισθάνθηκα την ψυχή μου ολόκληρη να ξεδιπλώνεται, να πάλλεται, να γεύεται, καθώς ένιωσα να με πλημμυρίζει έντονα αυτό το δυνατό άρωμα της γης, του φρεσκοκομμένου χορταριού, της ρίγανης, του ροδάκινου.

Μπορούσα ακόμα να διακρίνω συστάδες από πράσινο, πραγματικές οάσεις όπου μας δρόσιζαν κατά τόπους ευεργετικά κι έδιναν ακόμα μια ευσπλαχνική πνοή στα πληγωμένα από το Θέρο χωράφια, που χρύσιζαν και διψούσαν στο μεγαλύτερο κομμάτι του κάμπου. Καθώς το σκοτάδι έπεφτε σαν ένα σκούρο πέπλο πάνω στη γη, η ψυχή μου αφέθηκε ολόκληρη στη μαγεία αυτή κι έκλεισα τα μάτια μου να ονειρευτώ.

Κι είδα όλο τον κόσμο της φύσης, του κάμπου, μετουσιωμένο σαν ένα σύμβολο της καινούργιας μου ζωής. Της ζωής με πολλές δραστηριότητες κι ανοιχτούς ορίζοντες, με πολλές προοπτικές κι ενδιαφέροντα. Μιας ζωής που μας αφήνει ξάγρυπνους πολλές φορές στο όραμα μιας ομορφιάς, μιας τελειότητας, μιας αγνότητας, μιας δυνατής προσπάθειας, μιας ανυποχώρητης θέλησης, άσχετα αν σ' όλα αυτά υπάρχει η δύναμη και η ψυχική αντοχή ώστε να τα πραγματοποιήσουμε. Με τις σκέψεις αυτές φτάσαμε στο σταθμό των Τρικάλων.

Συμπλήρωμα όλων αυτών των συναισθημάτων μου που με κατείχαν ήταν, μόλις αντίκρυσα στο σταθμό - που παραμένει πάντα ο ίδιος μέχρι σήμερα -να μας περιμένουν μ' αξιοθαύμαστη υπομονή και καρτερία τα «λαντώ».

Εκτός βέβαια. από τον σταθμό, που έστεκε σαν παραμεθοριακός, οι άμαξες που υπήρχαν στη σειρά φάνταζαν μ' αυτοκρατορική μεγαλοπρέπεια. Μπορούσαν να σε μεταφέρουν με τη σκέψη πολλά χρόνια πίσω. Σε εποχές ρομαντικές, ιπποτικές, ειδυλλιακές.



Αμέσως μου δημιουργήθηκε η εντύπωση χωρίς να έχω ακόμα ιδιαίτερες αποδείξεις γι` αυτό, πως η πόλη των Τρικάλων αν και βρίσκεται μακριά από το κέντρο, στο τέρμα του θεσσαλικού κάμπου και τη σκιάζουν οι τεράστιοι όγκοι της Πίνδου και των Χασίων, διατηρούσε στα σπλάχνα της ανθρώπους που έπαιρναν βαθιές ανάσες πνευματικού οξυγόνου, ώστε ν' αγωνίζονται σκληρά για τη συνέχιση της πολιτιστικής της παράδοσης.

Και κάτι τέτοιες ανάσες μεγαλείου είναι εκείνες που κρατούν και σήμερα την πόλη μας - παρά τον παραγκωνισμό της από την πολιτεία - σ' ένα αξιόλογο επίπεδο.

Σε λίγο οι τεράστιες ρόδες με τα ρυθμικά ποδοβολητά του αλόγου διέσχιζαν τον κεντρικότερο δρόμο των Τρικάλων, την Ασκληπιού.

Από το λιγοστό φως του δρόμου - γιατί τότε δεν υπήρχαν φωτεινές επιγραφές και βιτρίνες των καταστημάτων να φωτίζουν όπως σήμερα - έμεινα κατάπληκτη και γοητευμένη όταν διέκρινα τα επιβλητικά αρχοντικά που ήταν όμορφα διακοσμημένα εξωτερικά, πραγματικά έργα τέχνης.

Δυστυχώς, σήμερα όλα σχεδόν αυτά έχουν κατεδαφισθεί. Η απλόχωρη πιο κάτω πρώτη πλατεία με τα ολόδροσα συντριβάνια και η δεύτερη, η πιο μεγάλη, πλαισιωμένη από γραφικά μικρομάγαζα που στεφάνωναν τον περίγυρό της διακριτικά  τις χώριζε μεγαλόπρεπα ο Ληθαίος ποταμός.


Αυτός ο Ληθαίος, που τα νερά του τότε κυλούσαν αμόλυντα, φιλοξενούσε στις όχθες του πανύψηλες λεύκες που δέσποζαν αγέρωχες τη νύχτα σαν ακοίμητοι φρουροί. Σήμερα αυτές δεν υπάρχουν διότι παρ' όλη τη μεγαλοπρέπεια που είχαν, την άνοιξη γίνονταν πολύ ενοχλητικές με τα βαμπάκια που γέμιζαν.

Το ελαφρό αεράκι σκορπούσε αυτό το βαμπάκι και τα Τρίκαλα έπαιρναν μέσα στην άνοιξη τη μορφή χιονισμένου τοπίου καθώς οι νυφάδες του βαμπακιού που αιωρούνταν στην ατμόσφαιρα φάνταζαν σαν χιόνι.


Κυκλοφορούσες κι αυτές απρόσκλητες κι ενοχλητικές μπαίναν στα ρουθούνια, στα μάτια μας, γέμιζαν τα μαλλιά μας, ακόμα και τα σπίτια μας. Βέβαια το πρόβλημα αυτό το έλυσε ο μετέπειτα δήμαρχος της πόλης μας κ. Κων/νος Παπαστεργίου όταν αξιοποίησε τις όχθες του ποταμού. Το σπίτι που θα μέναμε ήταν του Γρηγόρη Σαράφη, γωνία Αθ. Διάκου και Κονδύλη, «το παλιό ταχυδρομείο» .

Στο κέντρο δηλαδή της πόλης, όπου εκεί άλλοτε υπήρχε αγορά επί καθημερινής βάσεως το καλοκαίρι. Στίβες τα πεπόνια και τα καρπούζια κάτω από το παράθυρό μου, ακριβώς, μου δημιουργούσαν μαζί με την αφόρητη ζέστη ένα αίσθημα πως βρίσκομαι στην Αφρική.

Αυτό το αφρικάνικο σκηνικό το συμπλήρωνε η φοβερή σκόνη καθώς έτυχε ακριβώς εκείνη τη χρονιά ν ασφαλτοστρώνεται ο δρόμος της Κονδύλη: Εκείνο τον καιρό οι χωρικοί κοιμόνταν στο πεζοδρόμιο, φυλάγοντας τη σοδιά τους.


Πολλές φορές το βράδυ ακουμπώντας στο περβάζι του παραθύρου για λίγο δροσερό αεράκι, θέλοντας και μη άκουγα τους ψιθύρους των χωρικών που ήταν σκέτες διαμαρτυρίες κι αγανάκτηση για τη σκληράδα της πολιτείας που τους άφηνε στο έλεος του Θεού, κάνοντας μια σκληρή δουλειά χωρίς προοπτικές, αφού τα δικά τους προϊόντα εκείνη την εποχή βρίσκονταν σε εξευτελιστικές τιμές, συγκριτικά με τα βιομηχανικά είδη.

Χαρακτηριστική δε ήταν και η τεμπελιά τους, που πήyαζε από μια αξιοσημείωτη βαριεστημάρα, ανία και κούραση ψυχική.



Παραπονιόνταν για τη ζωή τους, γενικά για την αδυσώπητη μοίρα τους, φορτώνοντάς τα όλα στο επάγγελμα που ασκούσαν, αφού αυτό στο κάτω-κάτω της γραφής δεν είχε κέρδη παρά ζημία τις περισσότερες φορές.

 'Ετσι βρίσκονταν σ' έναν διαρκή ψυχικό μαρασμό, χωρίς την απαραίτητη αισιοδοξία για τη ζωή, πράγμα που τους βύθιζε όλο και περισσότερο σε μια βαθιά απογοήτευση και τους καθήλωνε στην αδράνεια. Εκείνα τα χρόνια, όμως, τα δύσκολα για τους αγρότες, άνοιξαν οι πόρτες της Γερμανίας.



Όσοι διοχετεύτηκαν εκεί γύρισαν έπειτα από χρόνια μ' εμπειρίες που στάθηκαν όντως ικανές ν' αλλάξουν το σκηνικό αυτό της φυτοζωούσας αυτής κοινωνίας.

 Παραδειγματίστηκαν από την εργατικότητα και την πειθαρχία ενός λαού όπως είναι οι Γερμανοί. Είδαν και πίστεψαν πως "τα καλά κόποις κτώνται" και πως η δική τους ραθυμία δεν ήταν συνεπακόλουθο κι αποτέλεσμα έλλειψης κι ενδιαφέροντος από την πολιτεία μόνον, αλλά και δική τους ευθύνη. Κατάλαβαν επιτέλους πως είχαν θησαυρό στην αγκαλιά τους, την απέραντη γη, και πως αξιοποιώντας αυτόν το Θησαυρό θα δινόταν ένα τέρμα στη μιζέρια και τη φτώχεια.

Άρχισε δε και η πολιτεία να ενδιαφέρεται πραγματικά γι' αυτούς, κατάλαβε πως για να έχει μέλλον το κράτος και για ν' αναπτυχθεί οικονομικά, έπρεπε ν' αξιοποιήσει τον παραγωγικό αυτόν πλούτο.

 Έτσι βλέπουμε στα επόμενα χρόνια μια ραγδαία ανάπτυξη στην ύπαιθρο, όπου αν και λείπει ακόμα το πολιτιστικό υπόβαθρο, γίνονται όλο και μεγαλύτερες προσπάθειες εκσυχρονισμού.

Σε σημείο που να διαγράφεται αχνά αλλά σταθερά μία ισορροπία των ανθρώπων της πόλης και του χωριού.

 Το βιοτικό επίπεδο των αγροτών ανεβαίνει με γοργούς ρυθμούς σήμερα και ο αγρότης δεν έχει να ζηλέψει τίποτε από τον άνθρωπο της πόλης. Μάλλον ο τελευταίος μακαρίζει τον πρώτο που βρίσκεται εξοπλισμένος μ' όλα τα τελευταία επιτεύγματα του τεχνολογικού πολιτισμού και επιπλέον απολαμβάνει ένα περιβάλλον καθαρό χωρίς τη ρύπανση της ατμόσφαιρας των πόλεων: Αλλά ας ανατρέξουμε και πάλι στο '61.  


Ήταν εποχή που βγάζαμε τα φρέσκα λουλούδια από τα βάζα, για να τοποθετήσουμε μέσα σ' αυτά τα περίτεχνα βλαστικά. Η εποχή ακριβώς που είχαμε θαμπωθεί από τα επιτεύγματα της σύγχρονης τεχνικής; που έμελλε να προκαλέσει τόσες αλλαγές στα τελευταία πενήντα χρόνια στον πλανήτη μας, όσες δεν είχαν γίνει - θα φανώ λίγο υπερβολική - από τη λίθινη εποχή.

Συνεπαρμένοι λοιπόν όλοι μας από το Θαύμα αυτό της βιομηχανικής προόδου και του τεχνολογικού πολιτισμού ξεχάσαμε πως η γη ήταν και είναι μία κι εμείς οι κάτοικοί της. Τώρα βέβαια από παντού ακούγονται κραυγές αγωνίας για το μέλλον της γης και της ανθρωπότητας.

 Στα χρόνια εκείνα όμως; Προσπαθούμε να ξεφύγουμε με κάθε τρόπο από τις χειρωνακτικές εργασίες που μας κρατούσαν δέσμιους. Όλοι μας αυξάνουμε τις ανάγκες μας, αυξάνουν και οι παραγωγές.

Όλοι θέλουν να εγκατασταθούν στις μεγαλουπόλεις, στ' αστικά κέντρα. Οι μπουλντόζες σκάβουν νύχτα μέρα κι όλοι μας Θαυμάζουμε τις πρώτες πολυκατοικίες.

Στην παραφροσύνη αυτή που επικρατούσε εκείνα τα χρόνια, κατεδαφίζεται χωρίς καμία διαμαρτυρία ό,τι αξιόλογο υπήρχε στα Τρίκαλα.


Κατεδαφίζεται η δημοτική αγορά, αυτό το υπέροχο καλλιτέχνημα που είχε τη σπάνια αυτή ιδιαιτερότητα της κυκλικής αγοράς.

Σε λίγα χρόνια οι πολυκατοικίες είναι τόσες πολλές στην Πόλη μας, που οι στενοί δρόμοι -- αφού αυτοί παρέμειναν στο ίδιο πλάτος - έχουν γίνει πραγματικές χαράδρες.

Σ' αυτές τις χαράδρες λοιπόν, που άλλοτε ήταν δρόμοι και περνούσαν ανάμεσα από λουλουδιασμένους αυλόγυρους σπιτιών, σήμερα παρελαύνουν παρκαρισμένα χιλιάδες αυτοκίνητα.


 Διάχυτη επίσης είναι η μυρωδιά της βενζίνης.
Τα παλιά γραφικά Τρίκαλα που τα ζωντάνευε και τα πότιζε με τη γάργαρη άχνα του ο Ληθαίος κι όπου πολλοί άνθρωποι τα βρίσκανε σαν μια αίθρια παρένθεση για ξεκούραση, τώρα δεν υπάρχουν πια, η γεμάτη γοητεία κηπούπολη με το χαρακτηριστικό εκείνο -- λόγω ποταμού - ιδιαίτερο ευρωπαϊκό στυλ, δεν μπόρεσε να κρατηθεί από τη λαίλαπα μιας ανεξέλεγκτης οικοδόμησης.

Έτσι αυτή η φυσική ομορφιά του Ληθαίου που άλλοτε ήταν έκφραση ζωής, σήμερα, παρ' όλη τον αξιοποίηση που δέχτηκε στις παρειές του, δεν υπάρχει πια, καθώς ο ποταμός είναι αρκετά μολυσμένος, αφού δέχεται αδιαμαρτύρητα ακόμα και σήμερα πολλά απόβλητα. Όμως συμβαίνει πολλές φορές να έρχονται στη μνήμη μου με μια απίστευτη αμεσότητα πράγματα τόσο ζωντανά από τα παλιά Τρίκαλα που με ξαφνιάζουν.


Λεν μπορώ ακόμα να το συνειδητοποιήσω πώς αυτά τα όμορφα σπιτάκια των Τρικάλων με τους ανθισμένους κήπους, που το άρωμά τους απλωνόταν σ' ολόκληρη σχεδόν την πόλη, έχουν περάσει χωρίς να το καταλάβουμε στις αναμνήσεις των περισσοτέρων από εμάς ανθρώπων.

 Όμως αυτές οι αναμνήσεις για μερικούς είναι κάποιες γωνίες που αρκεί μια και μόνο φορά να τις ιδεί κανείς για να μην τις ξεχάσει ποτέ. Αυτές οι αναμνήσεις είναι κάποιοι τόποι που χωρίς να το καταλάβεις, έχουν πάρει τη θέση μιας ψυχικής όασης με μια ξέχωρη ιερότητα, αφού ο τόπος αυτός δέθηκε από ευωδιές και ύμνους τος νιότης.

Έτσι, θα θυμάμαι πάντα ζωντανά αυτή τη μοσκοβολιά της ατμόσφαιρας, αυτόν τον πλούσιο ανθώνα, που σε μεθούσαν οι μυρωμένες πνοές της ακακίας και του γιασεμιού και θαρρώ πως δεν θα επιτρέψω ποτέ να βάλει το ανελέητο πόδι του ο χρόνος για να τις σβήσει.

ΡΕΝΑ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΥ


Πηγή: Περιοδικό "ΜΕΤΕΩΡΑ"

 

 

Επιστροφή