Μια μαρτυρία για το στρατόπεδο του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ στη Λαζαρίνα 1944 - 1945

Δείτε και άλλα θέματα στην ενότητα:
 Μια μαρτυρία για το στρατόπεδο του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ στη Λαζαρίνα 1944 - 1945

Γράφτηκε από μία εθελόντρια του Ε.Ε.Σ. με σκοπό να κοινοποιηθεί σε έκθεση, προς τον Διεθνή Ερυθρό Σταυρό






ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 1944


Λίγες μέρες μετά τις συγκρούσεις των Δεκεμβριανών στην Αθήνα, ο αντίκτυπος φάνηκε πολύ σύντομα στα Τρίκαλα.

Η Αγγλική φρουρά της πόλης των Τρικάλων φεύγει αρχές Δεκεμβρίου προς τον Βόλο, και τον Δομοκό.

Το ίδιο χρονικό διάστημα οι θεσσαλικές πόλεις και οι οδικές τους αρτηρίες δέχονται τα αεροπορικά πυρά των Βρετανών.

Η αρνητική εξέλιξη των συγκρούσεων στην Αθήνα για το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ το οδήγησε στην αποχώρηση από την πρωτεύουσα και την οπισθοχώρηση σε σημεία της επικράτειας, που οι βρετανικές στρατιωτικές δυνάμεις ήταν δύσκολο να έχουν πρόσβαση.

Από τις 9 Ιανουαρίου του 1945 και εξής άρχισαν να συγκεντρώνονται στα Τρίκαλα οι διάφορες πολιτικές επιτροπές του εαμικού χώρου καθώς και τα ηγετικά τους στελέχη (π.χ. Κ.Ε. ΕΑΜ και ΕΛΑΣ, Πολιτικό Γραφείο Κ.Ε. ΚΚΕ).

Με την εφαρμογή της ανακωχής μεταξύ ΕΛΑΣ και Βρετανών ο νομός Τρικάλων παρέμεινε υπό τον έλεγχο του ΕΑΜ και η πόλη των Τρικάλων αποτέλεσε την ιδιότυπη πρωτεύουσα του.
(Σ. Σαράφης, ό. π., σσ. 467-468· Χ. Βραχνιάρης, ό. π., σσ. 13-14.)

Πολλοί ήταν και οι ΕΑΜίτες τραυματίες των μαχών της Αθήνας που μεταφέρθηκαν στα Τρίκαλα μετά την οπισθοχώρηση. Για την περίθαλψη των τελευταίων σχηματίστηκε σχετική επιτροπή με υπεύθυνη για το συντονισμό της την Καίτη Νισυρίου (Ζεύγου)

Παράλληλα, οι υποχωρούσες δυνάμεις του ΕΛΑΣ μετέφεραν κοντά στα Τρίκαλα ένα σημαντικό αριθμό ομήρων και αιχμαλώτων από τις μάχες των Δεκεμβριανών στην Αθήνα. Το μεγαλύτερο στρατόπεδο ομήρων/αιχμαλώτων του βρισκόταν στην Λαζαρίνα. Εκεί κρατούνταν και οι Άγγλοι αιχμάλωτοι»
(Ε. Αθ. Κουφογιάννης, Μεγάλα Καλύβια: Η Επώνυμη ιστορία των… Ανωνύμων -Τρίκαλα: Εκδόσεις «Τύποις», 2007, σ. 212._)


Η κατάσταση των ομήρων, όπως περιγράφεται από την ιστορικό Τασούλα Βερβενιώτη, αποκτά πρόσωπο μέσα από τη ματιά της φωτογράφου Βούλας Παπαϊψάννου: «Η εμπειρία της ομηρίας ήταν τραυματική για όσους Αθηναίους την έζησαν ανεξάρτητα από το ποια πλευρά τους είχε συλλάβει. Οι όμηροι πείνασαν, δίψασαν, ταλαιπωρήθηκαν, ταπεινώθηκαν, βασανίστηκαν, κινδύνεψαν και μερικοί από αυτούς δολοφονήθηκαν, γιατί στη διάρκεια ενός πολέμου η αξία της ανθρώπινης ζωής είναι φθηνή, μικρή, ασήμαντη και οι πράξεις βίας θεωρούνται αυτονόητες ακόμα και "φυσικές"».
...(Τασούλα Βερβενιώτη, «Ιστορικά σχόλια», στο Κωνσταντίνου, Weber και Πετσόπουλος (επιμ.), Η φωτογράφος Βούλα Παπαϊωάννου..., ό.π., σ. 252.)


 Οι Βρετανοί προσπάθησαν να συντηρήσουν τους κρατούμενους συμπατριώτες τους με αεροπορικές ρίψεις τροφίμων και ρουχισμού στο χώρο της Λαζαρίνας.(Β. Κ. Παπακόγκου, Ανιχνευτές της Ιστορίας - Αθήνα: χ.έ., 1999, σ. 161.)

Η ύπαρξη του στρατοπέδου συγκέντρωσης στη Λαζαρίνα προκάλεσε το ενδιαφέρον του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, μέσω του αντιπροσώπου του Α. Λαμπέρ, που στις αρχές Ιανουαρίου βρισκόταν στη Λάρισα.

Ο εκπρόσωπος του Διεθνούς Ερυθρού, Σταυρού, ο Α. Λαμπέρ, έφθασε στην Αθήνα το Νοέμβριο του 1944 και έζησε τη μάχη της Αθήνας που κράτησε 33 ημέρες, τα λεγόμενα "Δεκεμβριανά", που έλαβαν χώρα στις 3 Δεκεμβρίου του 1944.


Ο Λαμπέρ μαζί με κάποιους εθελοντές του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού μετέβησαν στα Τρίκαλα προκειμένου να επισκεφθούν οι ίδιοι το στρατόπεδο, στο οποίο η πρόσβαση ήταν απαγορευμένη και να διεξάγουν διαπραγματεύσεις με το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ για την απελευθέρωση των κρατουμένων.

Η εικόνα των κρατουμένων του στρατοπέδου ήταν τραγική, άνθρωποι υποσιτισμένοι σε ακραίο βαθμό, ρακένδυτοι, άρρωστοι, τραυματισμένοι και ταλαιπωρούμενοι από ψείρες στοιβάζονταν ανά 300-350 σε πέντε αποθήκες.

Ο Διεθνής Ερυθρός Σταυρός κατά την επίσκεψή του στο στρατόπεδο παρείχε φάρμακα και σαπούνι ως μια υποτυπώδη περίθαλψη.

ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1945

Ο Α. Λαμπέρ, για την περίοδο 11-18 Ιανουαρίου περίπου, διαπραγματεύτηκε με επιτροπή του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, υπό τον Α. Λούλη, την απελευθέρωση των κρατουμένων και οι δύο πλευρές συμφώνησαν στην καθημερινή απελευθέρωση 100 ομήρων και αιχμαλώτων από τον ΕΛΑΣ. Οι κρατούμενοι ανακρίνονταν πριν την απελευθέρωσή τους και αν κρίνονταν ύποπτοι για δοσιλογισμό παρέμεναν στο στρατόπεδο.

Οι προς απελευθέρωση μεταφέρονταν πεζοί από τη Λαζαρίνα στα Τρίκαλα (απόσταση 15 χλμ.), εκτός κάποιων εξαιρέσεων και παραλαμβάνονταν από τον Διεθνή Ερυθρό Σταυρό στις φυλακές Τρικάλων.

Στα Τρίκαλα οι απελευθερωμένοι της Λαζαρίνας λάμβαναν ένα γεύμα και στη συνέχεια μεταφέρονταν με αυτοκίνητα του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού ή και σιδηροδρομικώς στη Λάρισα και το Βόλο.

Οι ώρες παράδοσης των κρατουμένων στα Τρίκαλα δεν ήταν προκαθορισμένες και πολλές φορές γινόντουσαν αργά το βράδυ, ενώ από τον Ερυθρό Σταυρό αναφέρεται κάποια απροθυμία του ΕΛΑΣ ως προς τη σταθερή εκτέλεση της συμφωνίας.

Η διαδικασία της απελευθέρωσης διήρκησε 14 ημέρες και αφέθηκαν ελεύθεροι 1.100 κρατούμενοι, ενώ 666 μεταφέρθηκαν από τη Λαζαρίνα στις φυλακές Τρικάλων, καθώς θεωρήθηκαν από τον ΕΛΑΣ ως πιθανοί δοσίλογοι.

Ο Διεθνής Ερυθρός Σταυρός διατήρησε υπό την εποπτεία του τους 666 εκ νέου κρατούμενους όσον αφορά την παροχή τροφίμων και φαρμάκων.


Είναι ενδιαφέρον πως τουλάχιστον ένα τμήμα των κρατουμένων στη Λαζαρίνα περιπλανήθηκε για δύο βδομάδες σε χώρους κράτησης στον νομό Φθιώτιδας πριν καταλήξει στο προαναφερθέν στρατόπεδο συγκέντρωσης, ενώ ένα μέρος των ομήρων και των αιχμαλώτων, όταν τους επισκέφθηκε το απόσπασμα του Ερυθρού Σταυρού στη Λαζαρίνα, περίπου στα μέσα Ιανουαρίου, μετρούσε ήδη ένα μήνα κράτησης από τον ΕΛΑΣ σε άλλα στρατόπεδα. (Τ. Βερβενιώτη, Αναπαραστάσεις της Ιστορίας: Η δεκαετία του 1940 μέσα από τα αρχεία του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού -Αθήνα: Μέλισσα, 2009)

Το στρατόπεδο Λαζαρίνας έκλεισε τον Φεβρουάριο του 1945



Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ


Αθήνα τη 28 - 2 - 45

Έκθεσις της κας "__" που συνόδευσε τον κ. Α. Λαμπέρ ως αδελφή τον Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού.


Ή Εκθεσις αύτη εδόθη εις τον Πρόεδρον του Δ.Ε.Σ. κ. Ανδρέα Λαμπέρ ο οποίος την έστειλε εις Γενέβην επίσης αντίγραφον εδόθη εις τον Έλληνικόν Ερυθρόν Σταυρόν, Τμήμα Εθελοντών.


ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ:
ΜΝΗΜΩΝ
ΕΤΑΙΡΙΑ ΜΕΛΕΤΗΣ ΝΕΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ
ΤΟΜΟΣ ΕΝΑΤΟΣ
ΑΘΗΝΑ 1984
ΑΛΕΞΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ


ΤΟ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟΝ ΤΗΣ ΛΑΖΑΡΙΝΑΣ


Υστερα από λίγες μέρες, αφού φθάσαμε στην Λάρισα μάθαμε πως κάπου κοντά στα Τρίκκαλα υπήρχε ενα μεγάλο στρατόπεδο με πολλούς ομήρους.

Αυτούς τους ομήρους δεν τους είχε δει κανείς, γιατί δεν ήταν δυνατόν νά πλησιάσει κανείς το στρατόπεδο, και επομένως δεν ήταν δυνατόν να πληροφορηθούμε ούτε πόσοι ήσαν μέσα ούτε σε τι κατάσταση ευρίσκοντο.

Το στρατόπεδο αυτό ήταν στη Λαζαρίνα, σε 15-20 χιλ. από τα Τρίκκαλα.

Εμείς, δηλ. ο κ. και η κ. Λαμπέρ, αντιπρόσωπος του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, η κ. —, ο κ. —, ο κ. —, και εγώ, εμέναμε στη Λάρισα, στο σπίτι της κ. —, που το είχε θέσει στη διάθεση του κ. Λαμπέρ.

Μόλις ο κ. Λαμπέρ πήρε αυτή τή πληροφορία, έσπευσε αμέσως να στείλει τροφή, φάρμακα και σαπούνι, τα οποία πήγαν εκεί οι αντιπρόσωποι τού Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού.

Τα φάρμακα παρέλαβε ο γιατρός τού στρατοπέδου, ο οποίος ήταν αντάρτης Ιταλός, το δε σαπούνι παρέλαβε ό στρατοπεδάρχης (ο όποιος και δεν το μοίρασε ποτέ, όπως πληροφορηθήκαμε αργότερα), κι έπειτα ο Κ. Λαμπέρ ήρχισε αμέσως τη διαπραγμάτευση με την Κ.Ε. τού Ε.Λ.Α.Σ. για την απελευθέρωση αυτών των κρατουμένων.
Επίσης απεφάσισε αμέσως να πάμε την επομένη νά επισκεφθούμε το στρατόπεδο.
Πράγματι, την άλλη μέρα ξεκινήσαμε για κει.

Επειδή ο κ. και η κ. Λαμπέρ έπρεπε για πολύ επείγοντα και σοβαρά ζητήματα, τα οποία αφορούσαν το στρατόπεδο, να μείνουν στα Τρίκκαλα για να συζητήσουν με την Κ.Ε., μας παρεκάλεσαν, τον κ. — και εμένα να το επισκεφθούμε.

Ξεκινήσαμε απ' τα Τρίκκαλα βέβαιοι πώς για να φθάσουμε δεν θα κάναμε περισσότερο από τρία τέταρτα, όμως κάναμε δύο ώρες, γιατί ο δρόμος ήταν πολύ χαλασμένος.

Μόλις φθάσαμε εκεί, η πρώτη μας σκέψις ήταν νά ζητήσουμε την άδειαν του καπετάνιου για να επισκεφθούμε τους ομήρους.

Ψάχνοντας και ρωτώντας κατορθώσαμε να συναντήσωμε μερικούς ομήρους πού ειργάζοντο σε αγγαρείες (κόβαν ξύλα) και να βρεθούμε μπρος σε μια μικρή φάλαγγα από δεκαέξι, ασθενείς ομήρους πού θα ελευθερώνοντο εκείνη ακριβώς τη στιγμή. Αμέσως πλησιάσαμε κι αρχίσαμε να τους θέτουμε ερωτήματα: — Πώς λέγεσθε, από πού έρχεσθε, πόσο καιρό είσθε δώ, και άλλες ερωτήσεις, σύμφωνα με το ερωτηματολόγιο του Γραφείου Αιχμαλώτων.

Αλλά... τι φοβερό θέαμα παρουσίαζαν αυτοί οι δεκαέξι άνθρωποι.
Ησαν ημίγυμνοι, ψειριασμένοι, πεινασμένοι, άρρωστοι, με κρυοπαγήματα καί μάντευε κανείς από τον τρόπο πού μας κοίταζαν τά μάτια τους πώς θα θελαν να πέσουν απάνω μας και να μας μιλήσουν, να μας πουν ό,τι είχαν τραβήξει αυτούς τους δυο μήνες.


Άλλα δεν ήταν δυνατόν να πουν λέξη, γιατί εφρουρούντο από «συναγωνιστές» πού τους παρακολουθούσαν, καθώς και εμάς.
Και τότε μία στιγμή κατόρθωσα να τους ψιθυρίσω πώς στ' αλήθεια τελείωσαν τα βάσανα τους, καί ότι στα Τρίκκαλα τους περίμενε ο αντιπρόσωπος τού Δ.Ε.Σ., ό κ. Λαμπέρ, για να τους στείλει το γρηγορότερο με κάθε θυσία στα σπίτια τους.

Σ' αυτή τή φάλαγγα ήταν και ο κ. — με την κόρη του.
Αυτά όλα γινόντουσαν μπρος στο φρουραρχείο και εκεί έγινε ή πρώτη μας συνάντησις με το στρατοπεδάρχη συναγωνιστή Ευγένιο.

Η πρώτη του ερώτησις ήταν, ποιοι είμαστε και πώς βρεθήκαμε εκεί.
Με λίγα λόγια τού εξήγησα ποιοι είμαστε καί πώς βρεθήκαμε εκεί, και τι θέλαμε. Τότε αυτός αγριεμένος μας είπε να φύγουμε αμέσως, γιατί απαγορεύονται οι επισκέψεις.

Δεν πρόκειται κανείς να επισκεφθεί τονς ομήρους χωρίς ειδική άδεια τής Κ.Ε., κι ότι δεν τον συγκινούσε ούτε ο Ερυθρός Σταυρός.
Τότε πλέον άρχισα να τον παρακαλώ να μην είναι τόσο αυστηρός, γιατί ακόμα κι οι Ιταλοί και οι Γερμανοί επέτρεπαν τήν επίσκεψιν τον Ερυθρού Σταυρού στις φυλακές.

Ο καπετάν "Φόκος"

Άλλα σε λίγα λεπτά ακούστηκαν άλλες άγριες φωνές, κι έκανε τήν εμφάνιση του ο καπετάνιος με το ψευδώνυμο «Φόκος», ο οποίος στάθηκε μπροστά μου, χτυπούσε το μπαστούνι τον στο πάτωμα κι εφώναζε, "Δείξατε φρικτή διαγωγή- πώς μπήκατε στο στρατόπεδο μου χωρίς τήν άδεια μου;"

 Τέλος μού επανέλαβε κατηγορηματικώς πώς δεν θα επέτρεπε ούτε σε μένα, ούτε στον κ. Λαμπέρ, ούτε στο Θεό να επισκεφθεί τή Λαζαρίνα χωρίς άδεια της Κ.Ε. καί πρόσθεσε :

"Ημπορείς να πεις στον προϊστάμενο σου πώς επισκέφθηκες το στρατόπεδο, κι ότι οι άνθρωποι είναι άρρωστοι, έχουν ψείρες, πεινούν, κι έχουν ανάγκη από φάρμακα".


Ό καπετάνιος είχε πια καταλάβει πώς θα γυρίζαμε τήν επομένη πάλι, και πώς θα βλέπαμε από κοντά τα χάλια. Και μας προετοίμαζε.
Πράγματι, φύγαμε. Τα μεταβίβασα όλα αυτά κατά λέξιν στον κ. Λαμπέρ, ο οποίος απεφάσισε με κάθε θυσία να επισκεφθεί τήν επομένη τή Λαζαρίνα ο ίδιος με τήν γυναίκα του.


Τήν άλλη μέρα ξεκινήσαμε από τή Λάρισα στις 5:30 το πρωί, οι ίδιοι, επί πλέον η κ. — και ο κ. —. έχοντες μαζί μας φάρμακα, σαπούνι, και... την άδεια της Κ.Ε., με πρόθεση να περιθάλψουμε μόνοι μας τους ασθενείς.
Πράγμα εντελώς αδύνατο, ως απεδείχθη εκ των υστέρων.

Η επίσκεψις μέσα στο στρατόπεδο

Καί τώρα θα προσπαθήσω, χωρίς να ξέρω αν θα το κατορθώσω, να δώσω την εικόνα, τη φρικτή αυτή εικόνα, που μου εντυπώθηκε τόσο βαθιά στο μυαλό μου, και πού είμαι βεβαία πώς δεν θα την ξεχάσω ποτέ.

Ηταν πέντε οι αίθουσες, δηλαδή οι αποθήκες με τους όμηρους. Σκοτεινές, με κάτι παραθυράκια ψηλά, που μόλις άφηναν λίγο φως να εισχωρήσει.

Μέσα στή κάθε αποθήκη ήταν 300 ως 350 όμηροι. Σύνολον 1650. Ή πρώτη εντύπωσις ήταν σκοτάδι. Σε λίγο, όταν συνήθιζε κάνεις στο φως, διέκρινε σκελετωμένα κορμιά, ημίγυμνα γονατισμένα καθιστά κορμιά, ακουμπισμένα το ενα δίπλα στ άλλο, γιατί δεν υπήρχε χώρος να ξαπλώσουν.

Φυσιογνωμίες άγριες, βλέμματα τρομαγμένα, ματιές απελπιστικές, αχτένιστα μαλλιά, που δύο μήνες δεν είχε περάσει χτένι από αυτά τά κεφάλια.

Ψείρες, γένεια, πληγές, παντού πληγές, πληγές πού σαν κι αυτές δεν είχα δει άλλες. Πληγές πού προήρχοντο από τήν αποβιταμίνωση, και που ήβραν την ευκαιρία οι ψείρες να φωλιάσουν.

Πώς είναι τά τσιμπούρια στα σκυλιά; έτσι είδα άνθρωπο, όμηρο, στη Λαζαρίνα, να έχει ψείρες στο κορμί του.
Αυτοί οι άνθρωποι δεν εκινούντο παρά μονάχα για νά ξυσθούν.
Εξύνοντο με τά δύο τους χέρια σ' όλο τους το σώμα, και διάβαζε κανείς στη μορφή τους μια προσωρινή ανακούφιση απ' τον εχθρό, την ψείρα, τις «συναγωνίστριες» όπως τις έλεγαν.

Kαι για νά μή θεωρηθεί πώς ή περιγραφή αυτής τής εικόνας είναι υπερβολική, αναφέρω το εξής βεβαιωμένο γεγονός.
Όμηρος της Λαζαρίνας πλησίασε τον κ. Λαμπέρ και του έδειξε μπουκαλάκι που είχε γεμίσει με ψείρες σε διάστημα μισής ώρας.
Έπειτα, ο καπετάνιος Φόκος επέτρεψε νά μιλήσει κάποιος και να αναφέρει τα παράπονα τους, αν τυχόν υπήρχαν.
Και τότε μας μίλησε ο Πρόεδρος τού Εμπορικού Επιμελητηρίου [αναφέρεται ή πόλη], κ. —.

Αφού ευχαρίστησε για τήν επίσκεψη τού Ερυθρού Σταυρού, είπεν: «Είμαστε ευχαριστημένοι, είμαστε πολύ ευχαριστημένοι απ' την περιποίηση πού μας κάνουν εδώ. Τρώμε ζεστό φαι, που είχαμε ενα μήνα νά φάμε στ' άλλα στρατόπεδα. Δεν έχει βέβαια αλάτι, ούτε λάδι, αλλά κι οι ίδιοι οί συναγωνσταί δεν έχουν. Μας δίνουν ό,τι έχουν, και γι αυτό είμαστε ευχαριστημένοι και τους ευχαριστούμε.

Αλλά, σας ικετεύουμε —και τότε όλοι μαζί γονάτισαν και άρχισαν νά κλαίνε— σας παρακαλούμε ελευθερώσετε μας από δώ, γιατί αν ξανάρθετε σε δύο μέρες δέν θα βρείτε παρά μονάχα πτώματα. Δεν θα βρείτε παρά μονάχα τάφους».

Και τότε άρπαξε τον Καπετάνιο «Φόκο», τον φίλησε, και του είπε: «Αδελφέ, σώσε μας, ελευθέρωσε μας. Πεθαίνουμε. Επιτρέπεται στον 20ον αιώνα να πεθαίνουν οι άνθρωποι; Νά πεθαίνουν όλα αυτά τά παλικάρια απ' αυτό το μικρό ζωάκι πού λέγεται ψείρα;»

Η συγκίνησίς μας ήταν μεγάλη. Πώς να μη λυπηθεί κανείς αυτά τα παλικάρια που σχεδόν δεν είχαν πια ζωή;
Ό κ. Λαμπέρ μας έδωσε την εντολή στην κ. — κι εμένα να διανείμουμε σαπούνι μόνες μας, οπότε αυτή τή φορά τουλάχιστον να είναι βέβαιος πώς θα φθάσει το προορισμόν του.
Και για να μας δοθεί ευκαιρία να τους δούμε όλους, τους παρακαλέσαμε να βγουν από τους θαλάμους.
Στο θάλαμο που εγώ έκανα τη διανομή δεν βγήκαν 128 από 350, διότι ήσαν άρρωστοι.
Κι έτσι αναγκάσθηκα, φυσικά, να μπώ εγώ στο θάλαμο. Το πάτωμα ήταν μπετόν, άλλα είχαν ρίξει ως 20 πόντους άχυρο, πού είχε κι αυτό ψειριάσει.
Και τότε αντίκρισα ακόμα μια πιο τραγική εικόνα. Αντίκρισα άνθρώπους μισοπεθαμένους. «Αδελφούλα, έλα κι από δώ, πεθαίνω».
Αυτό άκουγα από ξεψυχισμένες φωνές, απ όλα τα σημεία.
Και λέγανε: "—Έγώ έφτυσα αίμα, —Έ γ ώ έχω πληγές στα πόδια, δεν μπορώ να πατήσω,
— Εγώ έχω δυσεντερία, — Ε γ ώ έχω θέρμες, ψήνομαι στον πυρετό". Που να πρωτοτρέξω, και τι πρώτη βοήθεια να δώσω.

Τους είπα πώς φέραμε φάρμακα, τους υποσχέθηκα πώς γίνεται ο,τι είναι δυνατόν να γίνει για να ελευθερωθούν και να πάνε το γρηγορότερο σπίτια τους, και τους έδωσα σαπούνι. Αυτά τους ανακούφισαν, όσο ήταν δυνατόν ν' ανακουφισθούν άνθρωποι πού έχουν φθάσει σ αυτά τα χάλια.

Φύγαμε με σφιγμένη την καρδιά, δεν μιλούσε κανείς μας.
Ό κ. Λαμπέρ έσπευσε πάλι στην Κ.Ε. και κατόρθωσε να τους αποσπάσει την υπόσχεση να ελευθερώνουν και να μας παραδίδουν καθημερινώς από 100 ομήρους.

Πριν τους ελευθερώσουν τους έκαναν ανάκριση για ν αποφασίσουν ότι δεν θεωρούνται δοσίλογοι. Και τους έφερναν πεζή στα Τρίκκαλα στις ελασίτικες φυλακές, από όπου τους περνάμε. Γιατί δεν εδέχθησαν, εκτός από μερικές εξαιρέσεις, να τους παραδώσουν στή Λαζαρίνα, απ όπου θα πήγαιναν τ' αυτοκίνητα να τους παραλάβουν.

Κι από τή στιγμή αυτή άρχισε η εντατική παραλαβή. Κάθε μέρα ξεκινούσαμε από τη Λάρισα με αυτοκίνητα του Ελληνικού Έρ. Σταυρού που οδηγούσαν οι εθελονταί οδηγοί — και — για να πάμε στη Λαζαρίνα ή Τρίκκαλα.

Στα Τρίκκαλα, ο κ. —, Πρόεδρος της Κ.Ε.Δ.Ε.Δ., ό,τι ώρα κι αν έφθαναν οι όμηροι, τους είχε πάντα έτοιμο ένα ζεστό γάλα, ψωμί και κονσέρβα.
Κι έπειτα έφευγαν για Λάρισα, Βόλο. Πολλές φορές το ταξίδι ήταν νυχτερινό, υπό βροχή και χιόνια.
Άλλα ή εργασια δεν ήταν απλή. Γιατί δεν ετηρείτο η συμφωνία τακτικά.
Χρειάστηκε μάλιστα αρκετές φορές να παραμείνουμε ως τις δέκα, έντεκα μ.μ. στις φυλακές για τη παραλαβή.

Δύο ομάδες από 307 και 260 όμηρους παρεδόθηκαν μέσω Καρδίτσας, Δεμερλί, Φάρσαλα, Βόλο.

Η μεταφορά παρουσίαζε ιδιαίτερη δυσκολία, γιατί είχε ανατιναχθεί μια γέφυρα.
Γι αυτό, στο σημείο που σταματούσαν τα δύο αντιθέτως ερχόμενα τρένα, οι επιβάτες κατέβαιναν, άλλαζαν αμαξοστοιχία, διανύοντες 180 μέτρα πεζή.

Χρειάσθηκε λοιπόν ο κ. και η κ. Λαμπερ να βρίσκονται στις οκτώ το πρωί στη Λαζαρίνα για την παραλαβή από το στρατόπεδο, εγώ δέ να πάω, ώς αντιπρόσωπος του κ. Λαμπερ στο σημείο όπου οι όμηροι θ' άλλαζαν τρένο.

Η μετάβασίς μου έγινε με το αυτοκίνητο ως το Δεμερλί, και έπειτα πεζή, σε απόσταση πέντε χιλιόμετρα, ακολουθώντας τις σιδηροδρομικές γραμμές, Απαγορεύετο να πατήσει κάνεις σε δρόμο ή σε μονοπάτι, γιατί υπήρχαν ακόμη πολλές νάρκες.

Οι παραδόσεις έγιναν από τον συναγωνιστή — ώς εξής:
Μού παρέδωσε κατάλογο. Τους κάλεσα όλους ονομαστικώς. Υπέγραψαν όλοι το πρωτόκολλο, πού πήρε ο συναγωνιστής. Μπήκαν όλοι στο τρένο Βόλου.
Στο ίδιο τρένο μπήκα κι εγώ, ως το Δεμερλί. Κι εκεί τελειώσαμε τις τελευταίες διατυπώσεις της παραλαβής.
Υπογράψαμε και οι δύο, ο — ώς αντιπρόσωπος του Ε.Λ.Α.Σ. κι εγώ ως αντιπρόσωπος τού Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού το πρωτόκολλο σε εξι αντίτυπα, εκ των οποίων τα δύο παρέδωσα στον κ. Λαμπέρ.

Την επομένη θα γινόταν μια μικρότερη παράδοσις από 80 ομήρους στα Τρίκκαλα το βράδι, μετά τις 8 μ.μ. Οι ώρες ήταν πάντα άγνωστες.
Ο κ. Λαμπέρ πού θα πήγαινε στα Τρίκκαλα με παρεκάλεσε να μείνω στη Λάρισα και να οργανώσω βραδινό κατάλυμμα για ύπνο και να εχω έτοιμο φαγητό.

Προσπάθησα, όσο μου ήταν δυνατόν, να ετοιμάσω κάτι καλό. Για τον ύπνο έπρεπε οπωσδήποτε ν' αποτανθώ στο φρούραρχο τού Ε.Λ.Α.Σ., ο οποίος, πρέπει να ομολογήσω, με εξυπηρέτησε αρκετά.
Τους τοποθετήσαμε στην εβραϊκή σχολή Χάβρα. Στην ετοιμασία του καταλύμματος με βοήθησαν πολύ τρεις εθελοντίνες αδελφές της Λαρίσης.

Η Αγροτική Τράπεζα μας δάνεισε τσουβάλια και τα στρώσαμε από δέκα, το ένα απάνω στ άλλο, για στρώμα, στον κάθε όμηρο. Για φαγητό πήγα στο εστιατόριο «----» στή κεντρική πλατεία τής Λαρίσης και παρεκάλεσα τον ιδιοκτήτη αν ήταν διατεθειμένος να μαγειρέψει με τα υλικά πού θα τού έδινα, δηλαδή ρύζι, κορν-μπίφ και λίπος, πιλάφι για 80 ομήρους, οι όποιοι θα ήρχοντο άγνωστο τι ώρα τή νύχτα. Το δέχθηκε ευχαρίστως.

Με την αμοιβή των 3500 χιλ. δραχμών ήλθαμε στην εξής συμφωνία. Να είναι ζεστό το πιλάφι σ οποιαδήποτε στιγμή, να φάνε σε στρωμένα τραπεζάκια (αφού τον εξήγησα, φυσικά, πώς επρόκειτο για ανθρώπους ψειριασμένους) και να έχει θέρμανση στην αίθουσα. Ηταν άνθρωπος του Θεού, κι όλα έγιναν πολύ τακτικά.

Οι όμηροι ήλθαν στις δώδεκα παρά τέταρτο. Το δε πιλάφι πράγματι ήταν περίφημο.
Οι όμηροι, οι καημένοι, στην αρχή δεν τολμούσαν νά καθήσουν. Έπειτα όμως ευχαριστήθηκαν τόσον, που έλεγαν «Αδελφούλα, εδώ είναι παράδεισος».
Παρουσιάσθηκε κι ένας ανώνυμος δωρητής πού προσέφερε αυθόρμητα 10 οκ. κρασί. Την άλλη μέρα το πρωί πριν φύγουν για το Βόλο τους δώσαμε ζεστό γάλα με ψωμί. Κι άλλος δωρητής, ο κ. —, προσέφερε αβγά και κονιάκ.
Σε διάστημα 14 ημερών κατόρθωσεν ο αντιπρόσωπος τού Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού κ. Ανδρέα Λαμπερ να επιτύχει την απελευθέρωση και παράδοση 1100 δυστυχισμένοι ομήρων που ήδη βρίσκονται στα σπίτια τους.

Και την απομάκρυνση από τή Λαζαρίνα 666 άλλων, οι οποίοι θεωρηθέντες από τον Ε.Λ.Α.Σ. δοσίλογοι δεν παρεδόθησαν στον Ερυθρόν Σταυρόν, αλλά εγκατεστάθησαν στις φυλακές Τρικκάλων.

Εκει βρίσκονται υπό την αιγίδα τού Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού για ζητήματα τροφής και φαρμάκων, ως τήν τελειωτικήν απελευθέρωση τους.

Αθήνα τη 28 - 2 - 45

Έκθεσις της κας "__" που συνόδευσε τον κ. Α. Λαμπέρ ως αδελφή τον Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού.



Ψηφιοποιήθηκε από τη Βιβλιοθήκη του Ιονίου Πανεπιστημίου
Με την άδεια της Εταιρείας Μελέτης Νέου Ελληνισμού
ΜΝΗΜΩΝ 9 (1984)
http://epublishing.ekt.gr | e-Publisher: EKT | Downloaded at 03/02/2017 14:37:47 |

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Το Στρατόπεδο της Λαζαρίνας δεν υπάρχει πιά.

Σημ. Για να καταλήξουν στο στρατόπεδο Λαζαρίνας αυτοί οι όμηροι έκαναν την εξής διαδρομήν.

Οι της Χαλκίδος μεταφέρθησαν στην Στυλίδα, και έπειτα Ανω Γιανιτσού, Κάτω Γιανιτσού, Πλατύστομο, όπου παρέμειναν 8 ήμερες, κατόπιν Λαμίαν-Δομοκό όπου έμειναν 8 ήμερες, ύστερα επιστροφή Πλατύστομο, Ρεντινα.
Ρεντινα είναι μία υψηλή κορυφή αποκλεισμένη από χιόνια, και που ως μοναδική τροφή είχαν ωμά ρεβύθια. Μετά τους κατέβασαν πίσω, Πλατύστομο-Λαμία, και από μονοπάτια σκαρφαλώνοντας στα βουνά έφθασαν στην Λαζαρίνα.

Οι των Αθηνών όμηροι ακολούθησαν τον ίδιον δρόμο. Βεβαιωμένο γεγονός είναι πως όσοι δεν μπορούσαν να προσχωρήσουν επειδή ήσαν κουρασμένοι τους εκτελούσαν.

Η μαρτυρία που έφτασε ολότελα τυχαία στά χέρια μου, είναι φωτοτυπίες —αρκετά παλιές— των δακτυλογράφων ορισμένα μικρολάθη της γραφομηχανής και κάποιες υφολογικές βελτιώσεις είναι διορθωμένα με το χέρι, προφανώς της συντάκτριας.

Τα εκδίδω όπως ακριβώς είναι, ενοποιώντας, και κάπου κάπου απλοποιώντας την ορθογραφία.
Ωστόσο απαλείφω όλα τα κύρια ονόματα, εκτός από εκείνο του αντιπρόσωπου τού Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, και όσα είναι ψευδώνυμα.

Ο συνάδελφος κ. Hagen Fleischer (λέει στον πρόλογο ο κ. Πολίτης) είχε τήν καλοσύνη να με πληροφορήσει πως τα αρχεία του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού είναι προσιτά, στην Γενέβη.

Μαρτυρίες, αφηγήσεις, απομνημονεύματα, που φανερώνουν στάσεις προσωπικές η συλλογικότερες στη διάρκεια της Κατοχής και του Εμφύλιου, ούτε λείπουν, μα και ολοένα πολλαπλασιάζονται.

Από τή σκοπιά του ιστορικού παρατηρητή, ο αριθμός τους αποτελεί και το πιο αντικειμενικό, ας τό πούμε έτσι, τεκμήριο της έντασης που χαρακτήριζε τούτα τα δέκα χρόνια: σημάδεψαν για καλά τη μνήμη όσων τα έζησαν, και άφησαν πυκνά αποτυπώματα.

ΑΛΕΞΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ



ΦΩΤΟ από  Βούλα Παπαϊωάννου, "Ομηροι"
https://www.aspromavro.net/2015/08/blog-post_6.html

Πρόκειται για ομήρους μετά τις συμπλοκές των Δεκεμβριανών.

Οι διαφορετικές αναγνώσεις της Φωτογραφικής Εικόνας
Με αφορμή την σειρά "Όμηροι", Ιανουάριος 1945
Kείμενο: Φάνη Κωσταντίνου απόσπασμα από το βιβλίο "Ελληνική Φωτογραφία", εκδόσεις Νεφέλη, (αναδημοσίευση)


Σε ένα από τα φύλλα με τα επιλεγμένα θέματα, η φωτογράφος έχει επικολλήσει 16 φωτογραφίες που απεικονίζουν άνδρες ρακένδυτους και καταπονημένους, με τον χειρόγραφο τίτλο Hostages, January 1945 («Όμηροι, Ιανουάριος 1945»). Σε μία φωτογραφία, μάλιστα, ο φακός εστιάζει στα αυτοσχέδια υποδήματά τους από σχοινιά και κουρέλια.







Μερικά από τα πορτρέτα της σειράς παρουσιάστηκαν στην ατομική έκθεση της φωτογράφου «Εικόνες Απόγνωσης και Ελπίδας, Ελλάδα 1940-1960» στο Παρίσι, το 1994, ως αντιπροσωπευτικά δείγματα της γραφής της με τον υπομνηματισμό: «Όμηροι, Αθήνα 1945», χωρίς να αναφέρεται σε ποιο μέτωπο ανήκαν

(Voula Papaioannou, Images de detresse d'esperance, Grece 1940-1960, Musee Benaki/Fondation pour la culture hellenique, Παρίσι 1994.)



Έρευνα - Επιμέλεια για το fatsimare
Νίκος Μουτσίκας



 

 

Επιστροφή